5/2/18


Η Σύναξις των Οπαδών της Σόδας
























Τι είναι πάλι αυτό πάνω στον ουρανό;
Μία ιπτάμενη κουράδα ή μήπως ένα σύνολο μηχανικού φτερουγίσματος;

Το Αποτέλεσμα του Γλυπτού του Πολ


































1.


    Αυτό δεν ήταν θόρυβος πρωινής κλανίτσας. Ο ήχος ερχόταν από το ρουθούνι του, είχε μπει μέσα κάποιο μυγάκι ή κουνούπι, έκανε μερικές βόλτες μέσα στη μύτη του και μετά εξαφανίστηκε σε κάποια αθέατη πλευρά του τοίχου. Το κόκκινο, τετράγωνο τραπέζι φεγγοβολούσε κόντρα στο φως του ταβανιού. Πάνω του ξάπλωνε σαν νεκρό ζώο από γυαλί, ένα τασάκι που μέσα του υπήρχε ένας μισοτελειωμένος μπάφος. Ο μπάφος είχε πάνω μερικές σταγόνες από σπέρμα. Κοντά στο τασάκι υπήρχε ένα βαζάκι με βαζελίνη. Τα πόδια του τραπεζιού ήταν φαγωμένα από δαγκωματιές μεγάλου σκύλου. Απέναντι έχασκε η πόρτα της τουαλέτας ανοιχτή, ο πισινός της γυναίκας ήταν ιδρωμένος γιατί καθόταν στο ζεστό, πλαστικό καπάκι της λεκάνης και προσπαθούσε να βάλει μέσα της έναν αυτοσχέδιο τριχωτό δονητή από κολοκύθι.
    «Πιάσε τα χαρτομάντιλα...έχω γίνει μουνί εδώ» είπε η Σαπφώ. Έπιασε να βάφεται – δεν έπλενε ποτέ το πρόσωπο της γιατί δεν ήθελε να χαλάει το μέικ απ. Απλά έβαζε άλλη μία στρώση μέικ απ κάθε μέρα πάνω από το παλιό.
    «Τελικά χέστηκε πάνω του ή όχι;» γύρισε και του άφησε μία χαριτωμένη πρωινή κλανίτσα στη μύτη. Η κοιλιά της ήταν πρησμένη γιατί είχε περίοδο.
    «Όχι...απλά έγινε χάλια...του έβαλα λίγο κρακ να πιούμε, τον περιμένανε κάτι μαλάκες από κάτω που μοιάζανε με ποδοσφαιριστές» είπε ο Πινακούλης.
    «Αυτός είναι επικίνδυνος...κόβει κώλους...είναι αρχίδι».
    Το δωμάτιο μύριζε άπλυτη κάλτσα, κρεμμύδι και βιξ.
    «Ο Άριελ Πινκ μία φορά είχε κόψει ένα κομμάτι από το μάγουλο του πατέρα του...».
    Ο Πινακούλης χάζευε το φως πίσω από την σύριγγα. Μέσα από το πλαστικό, το φως γινόταν πιο σκούρο. «...με τα δόντια του και μετά το έφτυσε και το φάγανε τα σκυλιά τους».
    «Αυτό είναι πουτσιστάν...» είπε η Σαπφώ κι έχωσε λίγο ακόμα εκείνο το αηδιαστικό πράγμα μέσα της. Ήταν η ρουτίνα της. Έπρεπε πάντα να έχει γεμάτο το πιπί της με κάτι ζωντανό. Σηκώθηκε και του έδειξε τι έκανε. Στον τοίχο κρεμόταν μία φωτογραφία με την Σαπφώ να χαϊδεύει έναν πύραυλο V2. Του είχε δείξει τις γούνες τις που τις είχε κλέψει από έναν Ρώσο πυροβολητή. Μία φορά, θυμόταν, είχε σκάσει στο σπίτι του τόσο χλωμή, σαν νεκρή, τίγκα στα Stedon, τρέμοντας σαν ψάρι και τσουβαλιάστηκε στο πάτωμα μόλις εκείνος της είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του.
    «Μπορείς να μου βάψεις τα μαλλιά;» είπε η Σαπφώ.
    Η πλάτη της ήταν ιδρωμένη, ως και το μακιγιάζ είχε πάρει να τρέχει, ο Πινακούλης πήρε τις βαφές και άρχισε να της βάφει το κρανίο, γλίστρησε το χέρι του κάτω από το κολοκύθι – ήταν υγρή φυσικά. Κι εκεί, με το μαραφέτι μέσα της και το χέρι του Πινακούλη να την πασπατεύει, η Σαπφώ είπε:
    «Βγες έξω, θέλω να κάνω κακά μου και μετά να δω τηλεόραση...ίσως Σεφερλή...Ραντεβού...με κάνει να γελάω».
    «Προχτές βαρέσατε μορφίνη στο σπίτι του Τσιν Τσίν;».
    Είχε σταυρώσει τα ωραία της πόδια και της είπε πως θα έβγαινε αμέσως έξω.
    «Ναι...ξέρω ποια λες...εκείνη την κοντή με την φούστα».
    «Δεν χαμουρευτήκαμε κιόλας...».
    «Τέλος πάντων...έχει ωραίο κώλο πάντως».
    Μία κατσαρίδα είχε ξαπλώσει φαρδιά πλατιά μέσα σ' ένα πιάτο με μακαρόνια και κέτσαπ από προχθές που κάποιος είχε ξεχάσει πάνω στην βιβλιοθήκη. Ο Πινακούλης είχε ένα μικρό φλογοβόλο που τις έκαιγε  - ήταν ένα καμινέτο που είχε κλέψει από το Πράκτικερ του Ελληνικού.
    «Τελικά βρήκατε καθόλου χόρτο;».
    «Είμαστε όλοι αρκούδες που κλαίνε».
    «Μετά του είπα πως είναι ηλίθιος».
    «Βαριούνται τ' αυτιά μου να σε ακούω να μιλάς».
    «Κόκα κόλα του ζήτησα....κι αυτός με τύλιξε με ένα ολόκληρο ρολό ασημί αυτοκόλλητο».
    Οι στρώσεις από το μέικ απ της Σαπφώς γυαλίζανε θανατερά πάνω στη μύτη της. Άρχισε να χτενίζεται κι ένα τσιγάρο κρεμόταν από το στόμα της.
    «Η αδερφή της Παναγίας ποια είναι; Αυτή η Παναγία που έχεις στο κομοδίνο...με φρικάρει...νομίζω πως φωσφορίζει στο σκοτάδι...αλήθεια...είναι τόσο χάλια εκεί στο νοσοκομείο;».
    «Πιάσε το πιστολάκι και σκάσε...σου είπα...μοιάζει με την Ντίσνεϊλαντ».
    Ανοίξανε το κουτί και η Σαπφώ τράβηξε με τη σύριγγα την ποσότητα που έπρεπε, έσκυψε κι έκανε την ένεση στον αστράγαλο της. Τα βλέφαρα της έπαιξαν μέσα στο λιγοστό φως κι ένα μικρό ποταμάκι από αίμα κύλισε στο πλακάκι. Το κολοκύθι βρισκόταν ακόμη ανάμεσα από τα πόδια της – πιθανότατα το είχε ξεχάσει. Η Σαπφώ έτριψε λίγο το κούτελο της και μία μικρή ποσότητα σάλιου κύλισε από το στόμα πάνω στα μπούτια της.
    «Τέρας μπέικον είσαι» είπε ο Πινακούλης. Εκείνη, χωρίς να απαντήσει, ξάπλωσε στο κρεβάτι και άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Οι φλέβες μέσα στα μάτια της είχαν αιμορραγήσει από την πίεση του αίματος και είχε την ελαφριά, χλωμή όψη ενός βαμπίρ.
    «Εσύ δεν...» είπε η Σαπφώ.
    «Όχι τώρα...έχω συνέλευση στον Σύλλογο Αναψυκτικών».
    Η Σαπφώ άρχισε να παίζει ένα παιχνίδι στο Playstation με μία γαλήνια, αφηρημένη έκφραση ζόμπι – Crash Bandigoot ή κάτι τέτοιο. Στη άκρη της βελόνας υπήρχε αίμα, η κατσαρίδα συνέχιζε να κοιμάται μέσα στα μακαρόνια γαλήνια. Ο Πινακούλης πήρε το μικρό του φλογοβόλο κι έκαψε ολόκληρο το πιάτο. Για μία στιγμή το δωμάτιο φωτίστηκε από την φλόγα και μετά έσβησε πάλι, αφήνοντας στον αέρα μία απαίσια μυρωδιά. 
    «Κόψε τις μαλακίες κι έλα δω...γαμώτο βρωμάει» είπε η Σαπφώ κι έπιασε τη μύτη της.
    Άνοιξε τα πόδια της και άφησε το χειριστήριο στο πάτωμα. Του έριξε 50 βουρδουλιές με το καμτσίκι της χωρίς να τον αφήσει να την αγγίξει καθόλου. Μετά του είπε να πάει κοιμηθεί στο μπάνιο σαν καλό παιδί. Δεν τον άφηνε να ξεπλένει το αίμα από τις πληγές του παρά μόνο το άλλο πρωί. Η Σαπφώ ήταν μία κυρία, μία σωστή κυρία των ΒΠ.




    Κυλιόταν μέσα στις μύξες, τις τρίχες και τα δάκρυα από το πρωί, μέσα σε μία αποτίναξη των συναισθημάτων του που προερχόταν από την ανασύνταξη του μαζοχισμού του που τον ταλαιπωρούσε τώρα και μερικές δεκαετίες. Το μπάνιο ήταν το βασίλειο του. Είχε δει στον ύπνο του πως έπρεπε να βάλουν όλοι τα πιπί τους μέσα στο σαν μουνί χρηματοκιβώτιο του βιβλιοπωλείου Περέτ. Καθάρισε όλο το σπίτι με τη Σαπφώ, αλλάξανε τα χαλιά ή μάλλον τα βάλανε μέσα σε μαύρες σακούλες και τις κολλήσανε με χαρτοταινία. Πήγε στη δουλειά σαν καλός ξεναγός βιβλίων. Ξεναγούσε τους πελάτες που τρώγανε μπέικον και η σάλτσα έπεφτε στα πηγούνια τους, μέσα στους διαδρόμους με τα βιβλία. Όλα εκεί μέσα ήταν φωσφοριζέ. Κάτω από τα βλέφαρα του είχε το σήμα του Περέτ – μία πορτοκαλί πανδαισία από δηλητηριώδη μέικ απ σε σχήμα κόμπρας.
    «Θα σου γαμήσω τον κώλο» είπε η Χουανίτα η συνάδελφος του – μία από τις πολλές εκεί μέσα.
    «Όλο λόγια είσαι» είπε ο Πινακούλης.
    «Έχουμε να κάνουμε παραλαβή».
    «Πονάει το αρχίδι μου σήμερα».
    «Το αφεντικό γαμάει κώλους και το ξέρεις».
    Στεκόταν σαν σκουπόξυλο και δεν έκανε τίποτα, έπαιζε ντραμς πάνω στα εξώφυλλα των βιβλίων, έκανε λίγο εμετό πάνω σε κάποιες πλάτες πελατών - έμοιαζαν όλοι με τέρατα μπέικον και οι περισσότερες γυναίκες ήταν μοδάτες νοικοκυρές. Έψαχνε ταυτόχρονα να δει τι θα παραγγείλει για μπορέσει να το διαβάσει, χωρίς να χρειαστεί να το πληρώσει και να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα τους πελάτες που θέλανε κάτι από νέα Ελληνική λογοτεχνία με όμορφα γυαλιστερά εξώφυλλα, έκανε παραλαβή, κοιτούσε πισινούς νάνων, κολυμπούσε μέσα σε ροχάλες, έξυνε το αυτί του και κολλούσε το κερί σε φούστες, διάβαζε βιβλία συνέχεια, έκλεβε στυλό από το τμήμα των χαρτικών, πήγαινε στην τουαλέτα κι έβαζε δάχτυλο στον κώλο του για να περάσει πιο ευχάριστα η ώρα. Έκλεβε βιβλία και τα πήγαινε στο σπίτι του, τα διάβαζε και μετά τα έκαιγε. Η δουλειά που του είχε βρει ο επόπτης του νοσοκομείου δεν ήταν ότι καλύτερο. Δεν παραπονιόταν όμως. Η δουλειά δεν ήταν ντροπή.
    Πήρε τηλέφωνο τον Λούμπρικαντ – εκείνος ήταν που πλέον είχε την προεδρία στο Σύλλογο με τα Αναψυκτικά.
    «Πρέπει να γαμήσουμε όλοι μαζί το χρηματοκιβώτιο» είπε ο Πινακούλης.
    «Γιατί;».
    «Γιατί εκεί κρύβεται η δύναμη του Διαφθορέα».
    «Είσαι στην τουαλέτα και μιλάς στο τηλέφωνο;».
    «Ναι, μπορεί να με απολύσουν».
    «Τριπάρεις;».
    «Όχι».
    «Ψεύτη!».
    Ο Λούμπρικαντ ρούφαγε βενζίνη κάθε πρωί μαζί με τις γάτες του. Δεν γούσταρε καθόλου τις κόρνες από τα αυτοκίνητα που περνούσαν από την οδό Φορμίωνος. Σερνόταν μέχρι το συρτάρι και έστριβε κάτι μεγάλα γάρα σαν σωλήνες. Αυτός ήταν ο πρόεδρος των Οπαδών της Σόδας – η τρομερή εκείνη ομάδα ΑντιΡομαντισμού. Δεν ήξερες τι ακριβώς κάνανε αλλά ήταν κάτι πολύ σημαντικό, όπως άφηναν να εννοηθεί με την υπεροπτική συμπεριφορά τους και την τακτικότητα των συνελεύσεων τους.
    Ο Πινακούλης ήταν 43 χρονών, πρώην τρόφιμος ψυχιατρείου, νυν χρήσιμο μέλος της κοινωνίας - συνεχώς έκλαιγε μέσα στο μπάνιο γιατί είχε ένα βάρος στο στήθος – επίσης έπινε πολλούς μπάφους, κοκό και ηρωίνη. Άναψε τσιγάρο μέσα στην τουαλέτα του Περέτ και άρχισε να κάνει κυκλάκια, σκεφτόμενος το μουνί χρηματοκιβώτιο και το κακό που έκανε σε όλους χωρίς να το ξέρουν. Κάπνισε το τσιγάρο του, πέταξε τη γόπα στη λεκάνη και βγήκε έξω. Είχε μπαρμπέτες μέχρι το σαγόνι σε στυλ Τζο Κόκερ/Κόκοτας και φουντωτά μαλλιά αφάνα. Έμοιαζε με χίπη αλλά πάντα οι μασχάλες του μύριζαν Dove – όλα κι όλα.
    «Κουβάλησε εκείνους τους σωρούς με τα σάπια βιβλία» είπε ο Σιζούμε με αυστηρή φωνή. Ο Σιζούμε ήταν ο προϊστάμενος του – καλό άτομο και πολύ ψηλός σαν μπασκετμπολίστας - αν και δεν ήταν Ιάπωνας δεν γνώριζε κανείς εκεί μέσα γιατί τον λένε έτσι. Ο Πινακούλης δούλευε εκεί περίπου τρεις μήνες, είχε στενές επαφές με την κυρία Σαπφώ, ιδιοκτήτρια γνωστής φίρμας pet shop  στην Αθήνα και κάτοικος Φιλοθέης – πρόσφατα έκανε αγαθοεργίες σε κεντρικά νοσοκομεία μαζί με τις φίλες της για φορολογικούς...και ψυχαγωγικούς λόγους. Κάπως έτσι είχε γνωρίσει τον Ιάκωβο Πινακούλη, εκείνον τον χαριτωμένο τρόφιμο του νοσοκομείου Αλεξάνδρα. Είχε το μεγαλύτερο καβλί που είχε δει ποτέ της. Εκείνος αισθανόταν ντροπή γι' αυτό το μαραφέτι που είχε ανάμεσα από τα πόδια του. Πίνανε μαζί μπάφους και περνούσαν ωραία, κάνανε βλακείες πάνω σε νερατζιές και παίζανε μπουγέλο με αναψυκτικά. Είχε βέβαια κάτι ενοχλητικούς ματάκηδες γείτονες που τους κρυφοκοίταζαν και αυνανιζόντουσαν πίσω από σκονισμένα μπαλκόνια κάπου στο Βύρωνα – δεν έκαναν ποτέ σεξ όμως, η κυρία Σαπφώ δεν τον άφηνε να την ακουμπήσει σχεδόν ποτέ και σίγουρα δεν του επέτρεπε να της το χώσει, όλο εκείνο το πράγμα, Παναγία μου - είχαν μάλλον μία πολύ περίεργη σχέση και περιστασιακά τον χαρτζιλίκωνε για τις «υπηρεσίες» του. Ο Πινακούλης εμφανισιακά ήταν λίγο χοντρός και κάπως σαν αδερφή – αυτό δεν τον ένοιαζε όμως. Του άρεσαν οι αδερφές αλλά δεν άντεχε όλο εκείνο το καβλί μέσα στην κωλοτρυπίδα του όλη την ώρα κι έτσι...αναγκαζόταν να είναι κάπως ασέξουαλ ή να αυνανίζεται μόνος του σε κάποια τυχαία τουαλέτα.
    Δεν μπορούσε να κάνει σήμερα παραλαβή. Πήρε μερικά έψιλον από τον φοριαμό του και μπήκε ξανά στην τουαλέτα του τμήματος των βιβλίων του Περέτ. Μετά από λίγο κάποιος χτύπησε την πόρτα νευριασμένος.
    «Βγες έξω...θα σου γαμήσω τον κώλο...έχουμε παραλαβή» είπε η Χουανίτα. Ο Πινακούλης άφησε την καθιερωμένη του πρωινή κλανίτσα αλλά δεν τον ένοιαζε η μυρωδιά γιατί είχε μόλις καταπιεί τα χάπια του κι αισθανόταν ήρεμος. Είχε πάρει ένα έψιλον συν τα αντικαταθλιπτικά του, τα οποία δυστυχώς τελειώνανε και έπρεπε να επισκεφτεί το γιατρό του για να να του γράψει άλλα και να ελέγξει την πορεία της ανάρρωσης του.
    Η κυρία Σαπφώ ήταν η καλύτερη φίλη που είχε – αν μπορείς να το πεις έτσι. Άναψε ξανά τσιγάρο μέσα στην τουαλέτα και άραξε πάνω στη λεκάνη – ο έρωτας τον πλήγωνε από πάντα κι έτσι τον απέφευγε, αν αυτό, φυσικά, ήταν εφικτό από μέρους του. Βρωμούσε σκατά εκεί μέσα, είχε χέσει πριν από λίγο εκεί ο Σουθιές, ο υπεύθυνος τεχνολογίας του Περέτ, ένας κάπως μοδάτος νοικοκυραίος με μεγάλο κινητό τηλέφωνο που έπιανε ολόκληρο το κρανίο του όταν το είχε στο αυτί του. Έριξε λίγο αρωματικό. Σκέφτηκε το εικόνισμα με την Παναγία που ήταν δίπλα από το κομοδίνο του στο μυστικό σπίτι της Σόδας – Σόδα ήταν το συνθηματικό για την ηρωίνη. Του άρεσαν οι γερές ντάγκλες και οι βουρδουλιές. Είχε δοκιμάσει ηρωίνη μερικές φορές και δεν ήταν κι άσχημα. Ξεχνούσε το βάρος στο στήθος του και κοιμόταν σαν πουλάκι, οι σβούρες που έκανε το μυαλό του κάπως ηρεμούσαν. Την ηρωίνη του την έμαθε μία άλλη φίλη του η Λορέττα που ήταν κάπως τσαχπίνα κι έκανε πατινάζ με τον κώλο της πάνω σε ψυγεία του Κωτσόβολου – εργαζόταν εκεί σαν πωλήτρια στο τμήμα των λευκών συσκευών.
    Ο σκοπός του βέβαια ήταν να ανακαλύψει που είχε κρύψει εκείνο το αρχίδι ο διευθυντής το χρηματοκιβώτιο που έμοιαζε με το μουνί της Μαντόνα, δηλαδή όχι της κανονικής, της τραγουδίστριας, αλλά της ίδιας της Παναγίας. Εκεί έπρεπε όλοι να βάλουν τα πιπί τους και να καταστρέψουν το τέρας μπέικον. Δεν έβγαζε και πολύ νόημα όλο αυτό αλλά έπρεπε να γίνει γιατί το είχε δει στο όνειρο του και ο Πινακούλης πίστευε πολύ στα όνειρα.
    Τον πήρε τηλέφωνο ο Λούμπρικαντ.
    «Μαλάκα, δεν αντέχω το καθάρισμα».
    «Τίναξε τα χαλιά γρήγορα».
    «Ο μαλάκας ο Αλβανός ο γέρος από δίπλα μου την είπε γιατί του ερχόντουσαν οι σκόνες στην καράφλα».
    «Δεν έχει σημασία...πρέπει να κάνεις αυτό που πρέπει να γίνει».
    «Είδες καθόλου τον Άριελ;».
    «Πήγε να πάρει ψωμί να φτιάξουμε ψωμί με αυγό».
    «Αυγοκροκέτες;».
    «Ψωμί με αυγό ρε αρχίδι σου λέω».
    «Μαλάκα έχω σαπίσει...έχει 4.938 κούτες παραλαβή και κρύβομαι από τη χοντρή».
    «Θα σου λιώσει την κάρα με τον κώλο της».
    «Θέλει να της το γλείψω».
    «Θα σαπίσει η γλώσσα σου».
    «Δεν ξέρω που είναι το μουνί».
 «Μου έχεις σπάσει τ' αρχίδια με αυτό το χρηματοκιβώτιο...σου είπα είμαστε απλοί ΑντιΡομαντιστές, όχι τρομοκράτες...είμαστε ή δεν είμαστε διαρρήκτες;».
     «Που κολλάνε τώρα οι τρομοκράτες;».
    «Διαρρήκτες».
     «Γαμώ τη μάνα μου».
    Έκλεισε το τηλέφωνο. Τα χάπια τον πιάνανε. Βγήκε έξω κι έριξε μία σφαλιάρα στις κούτες που βρισκόντουσαν μέσα στο τεράστιο ασανσέρ. Πόνεσε το χέρι του.
    «Έχετε κορδέλες για λούτσους;» είπε ένας πελάτης με μαύρες ρώγες που φωσφορίζανε μέσα από το πουκάμισο του.
    «Τελειώσανε...μόνο με παραγγελία».
    «Γαμώ την Παναγία σας...σκατομάγαζο!».
    Πήγε στον υπολογιστή και άφησε πάλι μία λιλιπούτεια, πρωινή κλανίτσα, είχε πρόβλημα στο έντερο από μικρό παιδί. Έκλεψε μερικά στυλό από τα χαρτικά, ένας από τους οποίους έσπασε επειδή χτύπαγε τα βιβλία παίζοντας ντραμς και όλο το μελάνι χύθηκε στο παντελόνι του – χαμογέλασε σαν ηλίθιος στο κενό του πολυκαταστήματος. Πλησίασε ο Ντατούρα που είδε τον λεκέ από το τμήμα των τηλεοράσεων.  Ο Ντατούρα ήταν στις τηλεοράσεις και είχε δέκα παιδιά να τον περιμένουν στο σπίτι – ήταν οικογενειάρχης. Ειδικευόταν στην Δικαιοσύνη Της CCTV. Κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό αλλά όλοι τον σέβονταν.
    «Ρε αρχίδι...γίνε άνθρωπος».
    «Έχω να βγάλω κάτι web».
    «Πήγαινε πάνω και σκάσε...σκουπίσου...υπάρχουν πελάτες που έχουν μάτια».
    Πάνω ήταν το τμήμα των CD και ο Πινακούλης πήγαινε εκεί για να ρουφήξει καμία γραμμή μέσα από το συρτάρι με τα χαλασμένα προϊόντα ή να καβατζώσει τις πίπες του κρακ πίσω από τις μινιατούρες των Star Wars. Τον είδε ο διευθυντής και του είπε να κουβαλήσει κάτι αποξηραμένες κουρτίνες αλλά πρώτα να βγάλει τα γαντζάκια και να τα πετάξει μέσα στο πλυντήριο Α34. Το Περέτ αναλάμβανε και πλύσιμο χαλιών. Του έριξε μερικές Χριστοπαναγίες από μέσα του αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, δεν μπορούσε να μην υπακούσει γιατί κινδύνευε η αναστολή του – όλοι τα κάνανε όλα μέσα σε αυτό το πολυκατάστημα και κανείς, στην ουσία, δεν ειδικευόταν σε τίποτα. Μετά από τρεις ώρες που τελείωσε με τις κουρτίνες, άναψε τσιγάρο και έκανε κακάκια σε μία γωνία της αποθήκης - αύριο ο αποθηκάριος Γκονζάλες θα έψαχνε παντού να βρει από που έρχεται εκείνη η σκατομυρωδιά – αυτό θα είχε πλάκα, σκέφτηκε ο Πινακούλης και χαμογέλασε. Έπαιρνε θηλυπρεπείς στάσεις, κουνούσε τον κώλο του, ήξερε πως τώρα θα τον έβλεπε ο διευθυντής από τις κάμερες αλλά δεν τον ένοιαζε. Έκανε λίγο εμετό σε μία γωνία. Ζαλιζόταν πολύ. Ίσως να έφταιγε το έψιλον.
    Με το λεκιασμένο του τζιν, τα ξεσκισμένα του αθλητικά παπούτσια και την πορτοκαλί μπλούζα του Περέτ περιτριγύριζε μέσα στην αποθήκη σαν χαμένος – βαριόταν να κατέβει κάτω και να κάνει πάλι ξενάγηση στα βιβλία. Οι μοδάτες νοικοκυρές, αυτή την ώρα, ήταν όλες μαζεμένες στο εστιατόριο με τα ψητά κουνάβια - τα ψητά κουνάβια ήταν πολύ σικ τελευταία και τα τρώγανε όλοι με κόκκινη σως από κολίανδρο και τρούφα. Άναψε τσιγάρο και άρχισε να ψάχνει μέσα σε εσοχές και λόφους από πλαστικά σκουπίδια-προϊόντα μπας και βρει κάποιο στοιχείο για το που μπορεί να έχει κρύψει εκείνο το αρχίδι ο διευθυντής το μυστηριώδες χρηματοκιβώτιο μουνί. Δεν βρήκε τίποτα πέρα από παλιά CD του Σαβιδάκη και κάτι χρησιμοποιημένες καπότες. Έφτιαξε μακαρόνια στιγμής στο κουζινάκι του Γκονζάλες, έριξε ένα ολόκληρο μπουκάλι με κέτσαπ, ένα σακουλάκι κεφαλοτύρι που είχε κλέψει από το τμήμα των τροφίμων, έφαγε, και άναψε για άλλη μία φορά τσιγάρο. Πήρε τηλέφωνο ο Σοζ.
    «Έλα μαλάκα...ο Άριελ Πινκ σκότωσε τη μαϊμού με το φτυάρι».
    «Πάρε τηλέφωνο τον Λούμπρικαντ».
    «Γαμήθηκε ο υπολογιστής μου».
    «Δεν βγάζεις νόημα αρχίδι».
    «Η γκόμενα σου είναι μοδάτη νοικοκυρά».
    «Η μάνα σου τι είναι;».
    «Τελικά που είναι;».
    «Ποιο;».
    «Το χρηματοκιβώτιο».
    «Δεν ξέρω...τώρα τρώω μακαρόνια...άσε με».
     Ο Πινακούλης με τα μακαρόνια που περισσέψανε έφτιαξε έναν πίνακα, νόμιζε πως ήταν κάτι σαν  ο εικαστικός του Περέτ, βαριόταν αφόρητα εκεί μέσα και κάτι έπρεπε να κάνει για να περάσει η ώρα – έκλεψε έναν καμβά από το τμήμα με τα χαρτικά, κόλλησε τα μακαρόνια με τις μύξες που έκρυβε μέσα στο συρτάρι με τα σπασμένα βινύλια, κούρεψε λίγο τα μαλλιά του και έριξε πάνω μερικές τρίχες, τις κόλλησε με λακ από το τμήμα της Καλλωπιστικής, τα πέρασε όλα με φιξατίφ και έκρυψε τον καμβά πίσω από κάτι στοίβες με ξεχασμένα βιβλία του Deree. Έκανε ένα τάμα στην αγαπημένη του Παναγία του Κομοδίνου να βρει σύντομα το μουνί χρηματοκιβώτιο του διευθυντή, να πάρει το χρήμα και να το μοιράσει στους φτωχούς ή κάτι τέτοιο που το είχε δει στην γνωστή ταινία του Έρολ Φλυν – φαντάσου πως όλο αυτό δεν ήταν καν δική του φαντασίωση, όλα μέσα του ήταν «ξαναζεσταμένα», νωθρά και κάπως ανάπηρα. Υπήρχε κρυμμένη άγνοια πίσω απ' όλο αυτό τον ορυμαγδό από εμπορεύματα, μία συνωμοσία τόσο καλοστημένη που οι τρίχες του εφηβαίου του σηκωνόντουσαν πιο πολύ απ' ότι είχε σηκωθεί ποτέ το πιπί του. Αυτός και οι φίλοι του, αδυνατούσαν ακόμη και να μιλήσουν κανονικά, έτσι είτε έβγαζαν άναρθρες κραυγές, είτε απλά έλεγαν ασυναρτησίες που έβγαζαν νόημα μόνο αν κάποιος ήξερε να διαβάζει τις στάσεις των σωμάτων τους.





















2.  
   
       Μία έντονη μυρωδιά γέμιζε το δωμάτιο, η μυρωδιά ενός χαλασμένου καρπουζιού πάνω στο τραπέζι. Ήταν τετράγωνο και δεν θυμόταν που το είχε βρει. Το κομμένο κομμάτι του είχε κιτρινίσει και σαπίσει τελείως, τα ζουμιά του είχαν ζαχαρώσει πάνω στο ξύλο. Μερικά λευκά, μικρά σκουλίκια είχαν βγει κι έκαναν σουλάτσο δίπλα από τα κίτρινα post it που είχαν χρησιμοποιηθεί από τους παράξενους συνδαιτημόνες σαν χαρτοπετσέτες.
    Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα ήταν έτοιμη να βαρέσει. Τα βλέφαρα της γυάλιζαν βαριά από τη μαστούρα. Όταν την είδε, σκέφτηκε πως πραγματικά είχε έρθει το καλοκαίρι κάπως πρόωρα – ήταν ακόμη Μάιος ρε πούστη μου, άλλωστε το είχε πει και η κυρία Σαπφώ. Η κυρία Σαπφώ ήταν κάτι σαν η ιέρεια της πρόγνωσης των εποχών και του καιρού για τον Σύλλογο των Αναψυκτικών. Η Πούτα κουνούσε το σώμα της πάνω στο στρώμα, ιδρωμένη, κάτισχνη, κι έλεγε συνέχεια – Εσύ δεν σκας; Κάνει τόσο πολύ ζέστη!
    «Και για να έχουμε και καλό ρώτημα, εσύ, Ιάκωβε, πόσα έδωσες για να πάρεις αυτή τη μαλακία σταφύλι;» ρώτησε η Πούτα, καθώς έβαζε να παίξει κάτι άλλο από το YouTube. Ο Πινακούλης απάντησε δεκαπέντε ευρώ και ο Σοζ είπε σχεδόν ουρλιάζοντας «Πω, πω, πιο φτηνά και από Τουρκία...την έχουμε πουτσίσει εντελώς...τα Ελληνόπουλα πνίγονται στην ηρωίνη». Έκαιγε την άκρη της βελόνας μ' ένα κερί, μετά την απολύμανε με λίγο ασετόν για τα νύχια, την έτριψε και την κούνησε για να είναι σίγουρη πως τρέχει – το οινόπνευμα είχε τελειώσει από καιρό.
    «Είσαι μπανάνα! Το πιπί σου βρωμάει!» είπε η Πούτα.
    «Στην φυλακή σου κάνουν ηλεκτροσόκ σαν τις ταινίες με τον Σταλόνε».
    «Θα πάω να ζήσω στο Λος Άντζελες μου φαίνεται με σας τους μαλάκες εδώ πέρα».
    Τα μάτια του Σοζ ήταν κίτρινα, έπινε μικρές γουλιές από ένα μικρό μπουκάλι ξυνισμένο γάλα Όλυμπος – από την ώρα που είχε έρθει στον Σύλλογο εκείνη την ημέρα ήταν τέρμα φτιαγμένος. Σίγουρα θα είχε ήδη βασανίσει κάποιο αδέσποτο ζώο στο δρόμο ή στο σπίτι του. Ήταν χαρούμενος σαν παιδούλα Χάιντι.  
    «Ναι...οκ...αλλά πως το κρύψανε; Δεν γίνεται να κρύψουν κάτι τόσο μεγάλο εκεί μέσα...» είπε ο Πινακούλης.
    «Ρε συ...εδώ ο γέρος μου με είχε πάει να κάνω ηλεκτροσόκ...τι μου λες τώρα. Και στην τελική εγώ θα μετακομίσω στο Μάντσεστερ...είναι όλοι πιο ανοιχτόμυαλοι εκεί» είπε ο Σοζ.
    «Την έχεις πουτσίσει απλά».
    Η Πούτα πετάχτηκε από τον υπολογιστή σαν ελατήριο.
    «Ναι...θα ήταν τρομερό να βρούμε εκείνο το χρηματοκιβώτιο και να είμαστε πλούσιοι και να χτυπάμε κάθε μέρα μορφίνη σε κάποιο νησάκι με φοίνικες και γυμνοκώληδες αράπηδες ψαράδες». Όλοι είχαν αφεθεί στον μύθο του χρηματοκιβωτίου-Μουνί. Μερικές φορές, όταν το ήθελε και είχε όρεξη, ο Πινακούλης μπορούσε να γίνει πολύ πειστικός. Αυτό του το είχε πει και ο γιατρός που τον κούραρε στο νοσοκομείο. Ο Σισί-Τιβί...έτσι τον έλεγε ο Πινακούλης τον γιατρό – ήταν ένα εσωτερικό αστείο τους.
    «Σκάσε χοντρή φάλαινα».
    «Τέρας κέτσαπ!».
    «Που χάθηκε εκείνος ο ρομαντισμός σου;».
    «Σκάσε».
    Ο Σοζ έγλυφε την ηρωίνη από τις άκρες του αλουμινόχαρτου, μετά με μία μπατονέτα πείραζε τον αφαλό του και μετά το μύριζε. Ένα τεράστιο κομμάτι από μαύρο, άγνωστο, χνουδωτό πράγμα κρεμόταν από την άκρη της μπατονέτας.
    «Δεν υπάρχει περίπτωση να σε δεχτούν εκεί...θέλουν μόνο τελειωμένους σαν κι εμένα» είπε ο Σοζ.
    «Τελειωμένο πρεζόνι».
    «Αράπη».
    Κάποιος (μάλλον η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα μιας και ήταν πιο κοντά στον υπολογιστή) έβαλε στο YouTube να παίζει το Cool For Cats των Squeeze. Κάποιος έκανε εμετό μέσα στο τασάκι.
    «Είσαι νοσοκόμα με ωραίο πιπί» είπε ο Πινακούλης.
    «Σου βαράει τσάμπα ενέσεις».
    «Ενώ βλέπεις αγώνα βόλεϊ από το παράθυρο».
    «Την έχουμε πουτσίσει και το ξέρεις».
    «Όταν πεθάνουν οι γονείς μας  θα την έχουμε πουτσίσει σίγουρα».
    «Θα κάνουμε πάρτι με νερό...σκέτο νερό».
    «Δαγκώνω το δάχτυλο μου μέχρι να ματώσει όταν κοιμάμαι».
    Η Πούτα έκανε έναν μορφασμό και άφησε μία πρωινή κλανίτσα – αυτό την έκανε να μοιάζει με κουνάβι στα μάτια του Πινακούλη, είπε πως ήθελε κάτι δροσερό να πιει και κάποιος της είπε να πιει κάτουρο νεκρού – ακούστηκε ένα γέλιο ύαινας. Πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Έκανε εμετό μέσα σ' ένα μισοάδειο κεσεδάκι με γιαούρτι.
    «Δεν έχεις πάει για ψώνια μου φαίνεται» είπε η Πούτα δυνατά για να την ακούσουν από το σαλόνι. Ο Σύλλογος των Αναψυκτικών ήταν πλήρης σήμερα – είχαν δώσει όλοι την παρουσία τους στη συνέλευση της Τετάρτης. Δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν με το χρηματοκιβώτιο μουνί. Ήταν πολλά τα λεφτά για να το αφήσουν να περάσει έτσι, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Πινακούλη – μία τέτοια πολύτιμη πληροφορία δεν έπρεπε να πάει στράφι. Εκείνος ο πούστης ο Ροδόλφος έφταιγε για όλα, εκείνος είχε πει στον Πινακούλη για το υποτιθέμενο χρηματοκιβώτιο κι είχε ανάψει τα αίματα στην φαντασία του Συλλόγου
    Ο Σοζ της πέταξε ένα κομμάτι από σάπιο καρπούζι όταν εκείνη εμφανίστηκε στην πόρτα του σαλονιού. Ήταν παγκοσμίως γνωστό πως ο Σοζ δεν είχε τρόπους και δεν ήξερε πως να συμπεριφερθεί σε μία κυρία του βεληνεκούς της Πούτα Ντε Λα Μουέρτα.
    «Φάε αυτό...είναι οργανικό».
    «Εσένα μαλάκα χοντρέ σου αρέσουν μόνο τα σάπια...έτσι;».
    «Βρωμάς».
    «Είμαι ο γαμιάς σου χοντρέ».
    Η Πούτα άρχισε να πίνει μία πολύ, πολύ παλιά Κόκα Κόλα που βρήκε στο ψυγείο. Έβγαλε τη γλώσσα της στον Σοζ. Εκείνος της έκανε κωλοδάχτυλο. Ο Άριελ Πινκ προσπαθούσε ακόμα να βάλει στον κώλο του το λεπτό, μικρό κινητό του Πινακούλη. Δεν είχε καν κάμερα αυτή η μαλακία, σκέφτηκε και του ήρθε στο μυαλό η λέξη κολονοσκόπηση. Η βαζελίνη πάνω στο κομοδίνο, δίπλα από το εικόνισμα της Παναγίας, γυάλιζε μέσα σε μία δόξα από ευθείες ακτίνες led, μίας πανδαισίας που ίσως να είχε μέσα της κάποια ρινίσματα ξεχασμένης ορθόδοξης πίστης.
    «Έχω μπλέξει με σας...σε λίγο θα γίνω κι εγώ κανονικό πρεζάκι...ευτυχώς όμως που θα παντρευτώ με την Πούτα...θα κάνουμε εξαιρετικό ζευγάρι...και οι δύο πρεζόνια...αν κολλήσουμε και καμία ασθένεια...θα μείνουμε για πάντα μαζί έτσι; Μετά μπορεί να πάρουμε και κανένα αυτοκινητάκι και να κάνουμε μπαντιλίκια μέσα στο σανατόριο» είπε ο Λούμπρικαντ.
    «Θα πάτε μήνα του μέλιτος σε κανένα σκουπιδότοπο....θα γαμάτε σκουπίδια όπως εκείνη την ταινία» είπε ο Άριελ Πινκ. Το χέρι του πάντα μέσα στον κώλο του.
    «Ακούς Λούμπι; Αυτό θα κάνουμε!» είπε η Πούτα.
    «Ναι...μπράβο...θα τουρλώνετε μαζί τις κωλάρες σας και θα σας κάνουν οι νοσοκόμες ενέσεις και θα κοιτάτε παιχνίδια βόλεϊ από το παράθυρο».
    «Θα σπάμε Game Boy με τις κωλάρες μας και το ξέρεις...είμαστε χομπίστες».
    «Κόψτε τις μαλακίες» είπε ο Σοζ και βούτηξε τη σύριγγα μέσα σε ζεστό νερό. Με την άκρη της μπατονέτας έβαλε λίγο ηρωίνη στην άκρη του κουταλιού με την κυρτή λαβή. Εκείνο το χνουδωτό πράγμα που προηγουμένως είχε δραπετεύσει από τον αφαλό του, τώρα κολυμπούσε μέσα στο νερό.
    «Ε Πούτα, κανόνισε τώρα να με κουνήσεις ή να κλάσεις ή να κάνεις καμία μαλακία και σε γάμησα ε;». Ο Σοζ έφτιαξε την βελόνα, η Πούτα άναψε ένα κερί κι εκείνος έσταξε προσεχτικά με τη σύριγγα νερό πάνω στην ηρωίνη.
    «Δεν μου λες Ιάκωβε, θα κάνουμε κανένα παρτάκι καλό; Να μαζέψουμε μερικά λεφτά για το ταμείο που πάει κατά διαόλου» είπε ο Λούμπρικαντ. Τα δάχτυλα του έτρεμαν ελαφρά και έριξε μερικές σφαλιάρες στο πρόσωπο του για να ηρεμήσει.
     «Μου το ζήτησαν εκείνοι οι μαλάκες από τους Ρομαντικούς...ξέρεις...θέλουν εκεχειρία και τα ρέστα λέει».
    «Και θα πας κι εσύ Πούτα στο πάρτι;» ρώτησε ο Σοζ.
    Εκείνη δίπλωσε το αλουμινόχαρτο με ότι είχε απομείνει. Κοίταξε πρώτα τον Πινακούλη και μετά είπε:
    «Ναι...αλλά μην τρελαίνεσαι...δεν τρέχει τίποτα μ' αυτούς».
    «Θα πας πάλι να χαμουρεύεσαι με όποιον βρεις εκεί μέσα...».
    «Όρκα φάλαινα Σοζ! Αμάν πια!».
    Κράτησε το κουτάλι κάτω από τη φλόγα του κεριού, η ουσία άρχισε να βράζει και να βγάζει ατμό, το κουτάλι από κάτω είχε μαυρίσει από την κάπνα. Ο Σοζ απομάκρυνε το κουτάλι από τη φλόγα και άρχισε να το φυσάει σαν χαζό παιδάκι που φυσάει το φαγητό του και δεν έχει δόντια – ο Σοζ όντως δεν είχε δόντια και είχε βάλει ψεύτικα...ασημένια...έμοιαζε μ' εκείνους τους ράπερ από την Αμερική ή κάτι τέτοιο ζοφερό αλλά και κάπως μακάβρια όμορφο την ίδια στιγμή. Φυσικά και δεν ήταν ασημένια, απλά έμοιαζαν ασημένια.
    «Μέσα στο νοσοκομείο με είχε πιάσει η χαρμάνα...ξέρεις...κι όλο έβλεπα κάτι νάνους να με τρώνε και να μου πετάνε τούρτες» είπε ο Λούμπρικαντ.
    «Ο πατέρας μου έχει να με δει από τη βάπτιση μου».
    «Ο πατέρας σου είναι μεγάλο αρχίδι και το ξέρεις».
    «Όλοι οι πατεράδες είναι λίγο αρχίδια μωρέ...έλα τώρα...δεν είναι κι εύκολο».
    «Είναι να μην είσαι πατέρας ρε πούστη μου δηλαδή ε;».
    «Τα κατάφερα..λαλά!» είπε ο Άριελ Πινκ που είχε καταφέρει να βάλει λίγο από το κινητό του Πινακούλη στον κώλο του...αν κάποιος τώρα τον έπαιρνε τηλέφωνο...γιούπιιιιι!
    «Στη δουλειά μου ζητήσανε σήμερα λουράκι για πύθωνες» είπε ο Πινακούλης.
    «Αφού είσαι στα βιβλία».
    «Τα κάνω όλα...είμαι σε όλα τα τμήματα στην ουσία...τις προάλλες πουλούσα μεταχειρισμένες κατσαρότατες γαλότσες σε κάτι γύφτους».
    «Τι στον πούτσο είναι το κατσαρότατες;».
    «Είναι γαλότσες που μοιάζουν με...κάτι κατσαρό...σαν το φύλλο του μπακλαβά που έχει παπαριάσει μέσα στο σιρόπι...αλλά...σε γαλότσες».
    Ο Σοζ βούτηξε το βαμβάκι μέσα στην ουσία, που είχε πλέον κρυώσει και όταν μούλιασε, βύθισε μέσα τη βελόνα. Η Πούτα είχε αρχίσει να βυζαίνει το πέος του Λούμπρικαντ από τη χαρά της – το έκανε συχνά αυτό κι έπρεπε να προσέχεις αν δεν ήθελες ξαφνικά να σου πιπώσει το πιπί η Πούτα εκεί που δεν το περίμενες και ήσουν χαρμάνης και το μόνο που ήθελες ήταν να χτυπήσεις με τη σειρά σου και να πας για ύπνο. Η ουσία ανέβαινε σιγά μέσα στο πλαστικό της σύριγγας. Η Πούτα έβγαλε το πιπί του Λούμπρικαντ από το στόμα της και είπε:
    «Θα στην κάνω εγώ Σοζ».
    «Ούτε να το σκέφτεσαι...την τελευταία φορά είχαμε χάσει έτσι εκατό ευρώ κοκό...να πας να τηγανίσεις καμία κροκέτα...ακούς εκεί να φτερνίζεσαι την ώρα που...».
    Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα έκανε κωλοδάχτυλο στον Σοζ και αμέσως μετά του πέταξε μία ξεραμένη φέτα με βούτυρο και μαρμελάδα που βρήκε στο κομοδίνο που πάνω της είχε μία ριγέ κάλτσα η οποία και τον βρήκε στο μάγουλο, η κάλτσα έπεσε αλλά η μαρμελάδα έμεινε πάνω στο χλωμό του δέρμα η οποία άρχισε σιγά και αηδιαστικά να στάζει με τις χοντρές της στάλες πάνω σ' ένα πιάτο με κελύφη από μπουμπουριστούς χοχλιούς που είχε στείλει σε τάπερ η μάνα του Πινακούλη από την Κρήτη. Πήρε εκείνη τη ζώνη που είχε σπάσει η αγκράφα και έδεσε το πουλί του Πινακούλη σφιχτά. Μία μεγάλη, γαλανή φλέβα πετάχτηκε στον κορμό του πιπί του. Ο Σοζ έτριψε μερικές φορές το σημείο εκείνο στο σώμα του Πινακούλη και μετά βύθισε τη βελόνα στη φλέβα. Σκούρο αίμα γέμισε το θάλαμο της σύριγγας και ο Σοζ πίεσε το έμβολο, η ηρωίνη μπήκε στο σώμα του αμέσως. Κανείς δεν ήξερε γιατί βαράγανε στα πιπί τους...ήταν κάτι σαν κανόνας του καταστατικού του Συλλόγου των Αναψυκτικών, μία ανεμοδαρμένη συνήθεια που πήγαζε μέσα από ένα κουβάρι αναλήψεων και οπισθοχωρήσεων μίας ανερχόμενης και ύπουλης ιδιοσυγκρασίας της γενιάς του '90. Βέβαια κανείς δεν θυμόταν πλέον σε ποια γενιά άνηκε στην ουσία, με το ζόρι ήξεραν την δεκαετία γέννησης τους και αυτό αυτομάτως τους μεταμόρφωνε σε εξαιρετικά δυσπιστούσες περιπτώσεις πρόωρα γερασμένων...γέρων.
    «Γιατί χτυπάμε στα καβλιά μας;» ρώτησε η Λορέττα που είχε ξαπλώσει στην αιώρα πάνω από την φορητή κεραία της τηλεόρασης που κάποιος είχε ενισχύσει με αλουμινόχαρτο γιατί δεν έπιανε καλά και τώρα έμοιαζε με κάτι εντελώς διαστημικό δίπλα από την τουαλέτα που θύμιζε βωμό σε κάποια τηλεοπτική περσόνα-θεότητα. Ήταν τόσο όμορφη – παρόλο που ήταν κάπως κοντούλα, τα μαλλιά της σε σχήμα «μπολ» και χρώματος πράσινα, τα μάτια της το ίδιο, μικρά στήθη που κοιτούσαν το ταβάνι όποτε κι αν τα κοίταζες ή τουλάχιστον έτσι φαντασιωνόντουσαν όλοι. Δεν υπήρχε κανείς από τους παρευρισκόμενους που να μην θέλει να πάει μαζί της στο κρεβάτι – συμπεριλαμβανομένης της Πούτα Ντε Λα Μουέρτα που καμιά φορά πήγαινε και με γυναίκες αν είχε κέφια...εκτός δηλαδή από ζώα, άντρες, φίδια, φρούτα, κομοδίνα, μπλέντερ κτλπ.
    «Γιατί είμαστε πρωτοπόροι» είπε ο Λούμπρικαντ κι έτριψε λίγο το δικό του πέος.
    «Τέρατα μπέικον είμαστε».
    «Μοδάτες νοικοκυρές που κάνουνε εμετούλη πάνω στα μοδάτα παιδιά τους».
    «Ναι...όντως...αφού έχουμε φλέβες».
    «Σκατά...πως δεν το είχαμε σκεφτεί».
    «Γαμιέστε...Πυγμαίοι!» είπε η Λορέττα και γέλασε.
    «Τι λες;» είπε ο Σοζ στον Πινακούλη. Τράβηξε τη βελόνα από το πιπί του. Η βελόνα βγήκε από το δέρμα, η φίφα του Πινακούλη είχε γίνει σαν γαριδάκι, οι τρίχες του εφηβαίου του είχαν ανατριχιάσει και την ίδια στιγμή η ηρωίνη είχε φτάσει μέχρι τις πατούσες του – τώρα εισχωρούσε μέσα στην καρδιά του μ' ένα υπόκωφο συριγμό που μόνο εκείνος άκουγε, μία μυστική μελωδία που ερχόταν μέσα από μία παραδεισένια ζούγκλα πίσω από κάτι που έμοιαζε με...ποιος μπορεί να το εξηγήσει τώρα αυτό; Μπροστά στα μάτια του έβλεπε τώρα μία λευκή ομίχλη από παράσιτα όπως εκείνα της τηλεόρασης, μετά εμφανίστηκε εκείνο το χρηματοκιβώτιο μουνί και άρχισε να τον χαιρετάει, φορούσε το βρακί του Ταρζάν, έμοιαζε κάπως με τον Ταϊρόν Πάουερ και κρατούσε με το ένα του χείλος ένα σχοινί από κάποιο τροπικό δέντρο – το σώμα του ήταν σαν κουτάκι σόδας Tuborg, τα στήθη του ήταν από εξογκωμένο αλουμίνιο και τα χείλη του αιδοίου ανοιγόκλειναν σαν κάτι να έλεγαν – ήταν τόσο όμορφο, ακόμα και σαν κουτάκι αναψυκτικού ντυμένο ταρζάν που στην ουσία ήταν ένα...χρηματοκιβώτιο μουνί. Μία κυκλική λούπα σαν εφέ wah wah, ένας κύκλος που δεν σταματούσε να κυκλίζεται. Ο Πινακούλης πίεσε το στήθος του και προσπάθησε να σηκωθεί από το κασόνι που καθόταν. Ήθελε να πάρει βαθιά ανάσα αλλά δεν τα κατάφερνε καλά. Το κρανίο του ήταν εντελώς μουδιασμένο και ήταν λες και τον είχαν πλακώσει στο ξύλο μία αγριεμένη παρέα από αρκούδες Γκρίζλι με τη μούρη του ΝτιΚάπριο χαρακωμένη πάνω στις κοιλιές τους, το στόμα του ήταν στεγνό, στεγνό σαν παπούτσι στην έρημο του Βύρωνα. Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα τον βοήθησε να σηκωθεί πιάνοντας τον από το χέρι. Τον άρπαξε μία φοβερή ναυτία που κόχλαζε από τα νεφρά του καθώς ανέβαινε στο λαρύγγι του. Έπεσε σαν σακί γεμάτο με ακατέργαστο μόλυβδο πάνω στο κρεβάτι. Το δέρμα του έμεινε να αιωρείται σαν κάποια παλιά παντιέρα ενός βυθισμένου πλοίου στον ωκεανό με το όνομα Cherry-Cock. Άλλο ένα νεράντζι έσκασε με γδούπο πάνω στο παμπρίζ του κόκκινου Άλφα Ρομέο που του είχαν πάρει τις πινακίδες και όλοι οι γείτονες έψαχναν να βρουν ποιανού είναι – έπιανε μία ολόκληρη θέση πάρκινγκ και αυτό ήταν κάτι το ασυγχώρητο σε αυτή τη γειτονιά.
    Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα ανησύχησε και έπιασε να τον ταρακουνάει από τον ώμο σαν πάνινη κούκλα.
    «Ρε μαλάκα Σοζ...μήπως του έβαλες πολύ; Έχει γίνει κίτρινος σαν λεμόνι. Δεν είναι συνηθισμένος ο Ιάκωβος...παλιόπουστα χοντρέ..γαμώ την Παναγία μου!».
    «Δεν παθαίνει τίποτα βρε...είναι σκύλος αυτός...έτσι κι αλλιώς δεν του έβαλα πολύ για ν' ανησυχήσουμε...απλά είναι καλό σταφύλι...από Τυνησία...».
    «Νομίζω πως κάνει εμετό».
    «Φέρε τη λεκάνη και σκάσε».
    Ο Πινακούλης βύθισε το κεφάλι του στο μαξιλάρι, τα σάλια του τρέχανε χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, όταν πήγε να γυρίσει από την άλλη μεριά, άλλη μία τρομερή ναυτία τον έπιασε. Μετά βίας έπαιρνε ανάσα, ήταν λες και κάποιος απλά είχε κάνει μία μικροσκοπική τρυπούλα στο κέντρο του στήθους του - δεν είχε μύτη ούτε και στόμα. Τα πόδια του ήταν εντελώς μουδιασμένα και δεν υπήρχε περίπτωση να κουνηθεί για τα επόμενα δέκα χρόνια. Κάθε μερικά δευτερόλεπτα ένας οξύς πόνος κεντούσε τα πλευρά του. Τα αγγεία στο μέτωπο του είχαν φουσκώσει και πάλλονταν σε κάποιο άγνωστο φοξτρότ ρυθμό. Γιατί όμως φοξτρότ; Κάτι τέτοιες χαζές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του ετούτη εδώ την κρίσιμη ώρα που το σώμα του αποφάσιζε αν θα πάθει υπερβολική δόση ή όχι. Ίσως και να ήθελε να πεθάνει, δεν τον ένοιαζε και πολύ. Με το που έκλεινε τα μάτια του τον γράπωνε ένας κόκκινος πανικός και τα πάντα στροβιλίζανε. Χανόταν μέσα σ' ένα πηγάδι από γάλα, διάφορες περιοχές του σώματος του κατείχαν διαφορετικές θερμοκρασίες. Κύματα απελπισίας μετακινούνταν από το κρανίο του, στον πούτσο του και μετά στην καρδιά του...εκεί εγκαθιστούσαν ολόκληρες αποικίες από μυρμήγκια, σταυρούς, σημάδια στο μάρμαρο, πατατάκια και υπολείμματα από πλαστικά βήματα κάποια μοιραίας συνάντησης μέσα σε μία όξινη, τροπική καταιγίδα στην άκρη ενός άγνωστου λιμανιού του μυαλού του που είχε αράξει τώρα και μερικές πενταετίες δίπλα από το εφημερεύον φαρμακείο της κυρίας Τίρνι στην οδό Δαμάρεως.
    Προσπάθησε να φωνάξει την Πούτα Ντε Λα Μουέρτα αλλά εκείνη ήταν χαμένη μέσα στη δική της μαστούρα, χαμογελούσε και κουνούσε το σώμα της πάνω στην γεμάτη με άπλυτα ρούχα αιώρα, με το χέρι της έπαιζε με την κεραία της φορητής συσκευής-βωμό, φαντασιωνόταν πως ήταν μία ακόμη προέκταση της, ένα ενσταντανέ της υποχθόνιας εξουσίας της πάνω στον Ιάκωβο, μία «κανονική» αγάπη που είναι διανθισμένη με πράσινες μούμιες, φοινικιές, ανδρόγυνες οπτασίες, γοργόνες του χαλικιού και απαστράπτουσες έλξεις πάνω στο συμπαντικό μονόζυγο, η οποία δοκιμαζόταν από το στόμα της σε δόσεις, πατημένη μέσα από ένα σωληνάριο – κάτι σαν οδοντόκρεμα αλλά κάπως πιο περίπλοκο, ας το πούμε.
    Καμία φωνή δεν βγήκε από το στόμα του Πινακούλη. Σκεφτόταν πως ήθελε ένα τσιγάρο αλλά όταν άνοιξε το στόμα του το μόνο που βγήκε ήταν ένας συριγμός σαν υγρή πρωινή κλανίτσα μίας παχύδερμης θαλάσσιας Αλοννησιακής παρουσίας από την μεριά των «καλών». Οι φωνητικές του χορδές είχανε διπλωθεί μέσα στο λαιμό του. Μπορούσε ν' ακούσει τον ήχο που έκαναν εκείνα τα λευκά, μικρά σκουλικάκια που σερνόντουσαν πάνω στο ξύλο του τραπεζιού μέσα από την σάπια σάρκα του καρπουζιού. Σχεδόν τα άκουγε να μιλάνε. Ήταν σαν να αφουγκραζόταν τη φωνή του Θεού ή κάτι τέτοιο κάπως δραματικό και ουτοπικό. Δεν έβλεπε καλά. Το δεξί του μάτι επέπλεε μέσα σε μία πράσινη, μονοφωνική θολούρα που τρεμόπαιζε πάνω σε άγνωστα νερά. Πάνω που ήταν έτοιμος να βρει από που προερχόταν εκείνη η αντανάκλαση, η Πούτα έπιασε τον καρπό του και τσέκαρε τον σφυγμό του.
    «Δεν ψοφάει...εντάξει...είναι αρκούδα σίγουρα...με τη μούρη του Λεονάρντο...χεχε».
    «Στο είπα πως είναι σκυλί».
    «Θα σε γαμήσω...αρκούδα ή σκυλί...αποφάσισε...».
    Ο Πινακούλης έγλυψε τα χείλη του με μανία. Μετά από πολύ προσπάθεια κατάφερε να κουνήσει το χέρι του, το οποίο και ήταν βαρύ και μουδιασμένο, άγγιξε την Πούτα στον ώμο και είπε σιγανά: «Δώσε μου ένα τσιγάρο». Εκείνη του έβαλε ένα αναμμένο λευκό δάχτυλο στο στόμα, η άκρη του οποίου ήταν βρεγμένη από τα σάλια της. Γύρισε στον Σοζ και είπε: «Κοίτα τα μάτια του...είναι σαν φοβισμένο ζωάκι, ε; Κοίτα τον πως τρέμει, είναι σαν σκατά ο μαλάκας, κοντεύει να κλάψει».
    Ο καπνός του έξυνε τα πνευμόνια σαν να ήταν κάποιο πλάσμα με αιχμηρά νύχια. Ο Σοζ χαμογέλασε και μονομιάς εκείνη η Αλπική ορθοδοντική ασημένια οροσειρά εμφανίστηκε μέσα από το στραβό του στόμα, τσέκαρε την κόρη των ματιών του Πινακούλη και μετά είπε στην Πούτα: «Παραλίγο...την έχει ακούσει πολύ άσχημα, λίγο πιο αδυνατούλης να ήταν και θα είχε δει τα ραδίκια ανάποδα». Κάποιος έβαλε στο YouTube Television Personalities το Happy All The Time, ο Πινακούλης χαμογέλασε σαν σκιουράκι με καφέ γούνα και τράβηξε άλλη μία τζούρα από το τσιγάρο του. Οι ακανόνιστες γραμμές του προσώπου του Σοζ έμοιαζαν με την επιφάνεια του φεγγαριού όταν την βλέπεις μέσα από το φίλτρο μίας διάφανης στρώσης από νάιλον, αραχτός σε κάποια παραλία αμμωνίας του πλανήτη Ουρανού ή κάτι τέτοιο, σκέφτηκε ο Πινακούλης – του άρεσε να κάνει περίπλοκες, αισθητικά μιλώντας, σκέψεις. Αισθανόταν σαν φυτό. Μία υβριδική, σαρκοβόρα, ορχιδέα-φτέρη που μαζεύει το άνθος της το σούρουπο, και που δεν κάνει όμως ποτέ άλλο λουλούδι, παρά μόνο κάτι τερατώδης τριχωτούς σπόρους που τους παίρνει ο αέρας, ένα τέτοιο πράγμα, που δεν το προσέχει κανείς εκτός κι αν κοιτάει με πολύ προσοχή...και τσουπ...κολλάνε στο κρουασάν σου...
    Κάποιος έσβησε το φως. Άκουγε την Πούτα Ντε Λα Μουέρτα και τον Σοζ που έβγαζαν τα ρούχα τους σιγανά, το φθηνό ύφασμα που έπεφτε στο ξύλινο πάτωμα απαλά σαν χάδι. Η μουσική δυνάμωσε κι ανάμεσα από τους ήχους ήταν ικανός να τους ακούσει να τρίβουν τη σάρκα τους πάνω στο λερωμένο χαλί και να μετράει αντίστροφα τα πνιγμένα βογκητά της Πούτα.
    Μέσα στο μυαλό του κολυμπούσε η οπτασία μίας θηλυκής φάλαινας που κάνει ανάποδη βουτιά έξω από το νερό και πλανιέται ελεύθερη στον αέρα. Το βλέμμα της ήταν συγκεντρωμένο στα σύννεφα που χάνονταν με το ύψος, το τεράστιο, γκρίζο της κεφάλι παραμορφωμένο από τον τρόμο της πτήσης. Κουνούσε τα πτερύγια της καθώς πετούσε, προσπαθούσε να ξαναβουτήξει στο νερό αλλά η βαρύτητα είχε πλέον αναστραφεί από κάποιον αόρατο μαγνήτη σάρκας. Είχε μακρυά μαλλιά – σαν γυναίκας – τα οποία είχαν λυθεί και κυμάτιζαν όπως τα πατατάκια Ράφλες κάτω από τον χοντρό της λαιμό σαν τηγανισμένα φύκια. Πετούσε τώρα πάνω από μία άγνωστη πόλη, έβλεπε τα δέντρα και τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους που την έδειχναν με το δάχτυλο, η μουσούδα της είχε πατικωθεί από την πίεση του αέρα – αυτή η σκηνή στο μυαλό του ήταν ακριβώς σαν εκείνους τους εφιάλτες που σε κάνουν να γίνεσαι μούσκεμα στον ιδρώτα μέσα στη νύχτα. Ήταν σαν μία παλιά, ασπρόμαυρη, πειραματική ταινία σε πολύ αργή κίνηση – η κίνηση μίας γυναίκας-όρκας που «πέφτει» ανάποδα από το νερό στον ουρανό.
    Σηκώθηκαν από το χαλί και μ' ένα πανί, σκούπισαν ο ένας τα υγρά από το σώμα του άλλου. Άναψαν ένα κερί πάνω στο τραπέζι. Ο Πινακούλης γύρισε το κεφάλι του για να μην βλέπει το φως γιατί πονούσαν τα μάτια του. Μιλούσαν πολύ ψιθυριστά και δεν μπορούσε να διακρίνει τα λεγόμενα τους. Κάθε μερικά λεπτά τον έπιαναν ζαλάδες και ρίγη. Η ναυτία τον χτυπούσε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Δάγκωσε τη γλώσσα του γιατί φοβόταν πως θα την κατάπινε, έσφιξε με δύναμη το σεντόνι, μόλις η ζαλάδα πέρασε, ξανακύλησε πάλι πίσω στο στρώμα, παρατηρώντας μία πολύ γλυκειά αίσθηση πάνω του, κάτι σαν εξωτικό, συσκευασμένο οργασμό από την Ζιμπάμπουε, γεμάτο με ελονοσία, κρεβάτια με κουνουπιέρα, κορμιά γεμάτα βουναλάκια από πύον.
    «Μουνόπανο Σοζ!».
    Η φωνή που αντήχησε μέσα στο δωμάτιο ήταν της Πούτα, ταυτόχρονα ακούστηκε και ο θόρυβος μίας ξύλινης καρέκλας που σπάει. Κάποιος έπεσε με δύναμη στο κρεβάτι και το στρώμα βούλιαξε. Ο Σοζ ξεστόμισε μία βρισιά και μετά η πόρτα έκλεισε. Φύσηξε δυνατό ρεύμα από το παράθυρο και άρχισε να κρυώνει. Μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να ακούσει την ανάσα της Πούτα δίπλα του, μετά από λίγο άρχισε να λιποθυμά καθώς η ζαλάδα γιγαντωνόταν. Στον αέρα κυριαρχούσε η σάπια μυρωδιά του καρπουζιού ανακατεμένη με τον ιδρώτα και τους χυμούς της γλυκειάς τραβεστί δίπλα του. Θυμήθηκε, πριν από χρόνια, την σκηνή μίας ταινίας, την γυναίκα που έπιανε το λαιμό της, το κολιέ από μαργαριτάρια, μέσα σε κάποιο αχανές ξενοδοχείο, ακουμπισμένη πάνω σ' ένα τοίχο από ψευδοροφή, τα πράσινα της μάτια να τον κοιτάνε έντονα και να χάνονται στο βάθος ενός καθρέπτη – μία παλιά του φίλη, μία άγνωστη.

   
   
   
       


















3.


     Εκείνος ο τύπος που προχωρούσε μπροστά γύρισε το λαιμό του και κοίταξε προς το μέρος τους. Μετά πέταξε ένα τσιγάρο μέσα στα νερά που τρέχανε μέσα στον υπόνομο. Συνέχισε την πορεία του, με το ένα του χέρι να σπρώχνει το αναπηρικό του καροτσάκι. Στο πίσω μέρος του κεφαλιού μπορούσες να διακρίνεις τον ιδρώτα που γυάλιζε, κι έτσι όπως έσπρωχνε τη ρόδα με το χέρι του, ήξερες πως ήταν εκνευρισμένος με κάτι ή κάποιον. Το δεξί του χέρι κρεμόταν σαν νεκρό. Καθώς προχωρούσε με το αναπηρικό του καροτσάκι, άφηνε στο οδόστρωμα μία λεπτή γραμμή από λασπόνερα.
    Ο ήλιος τους ζέσταινε τις καράφλες. Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα, δίπλα του, άφησε να πέσει στην πλάτη της εκείνο το αδιάβροχο που κουβαλούσε από το σπίτι – αποτέλεσμα του μόνιμου φόβου της για βροχή...κι αν έπιανε βροχή τι θα γινόταν με το μέικ απ μου; Λεκέδες από ιδρώτα κάλυπταν το κολλητό της τιγρέ μπλουζάκι και το έκαναν να κολλάει πάνω στο λεπτό της κορμί.
    Έμοιαζε κουρασμένη, σαν να είχε να κοιμηθεί καμία εβδομάδα. Μπροστά από τα MacDonalds ο Πινακούλης είπε: «Πάμε να φάμε πατάτες». Εκείνη ένευσε θετικά χωρίς να μιλήσει.
    «Δεν μπορώ να καταλάβω...πόσο μαλάκας είναι αυτός ο Σοζ...θέλω πω...αφού έχει μηχανάκι...γιατί το άφησε στο σπίτι;» είπε η Πούτα.
    «Βαριέμαι» είπε ο Πινακούλης. Άρχισε να γλύφει ένα φύλλο από μία νερατζιά του δρόμου.
    «Τρώγεται;».
    «Είναι πικρό αλλά μ' αρέσει κάπως».
    «Είσαι κάπως μολόχα ε;».
    «Μαζόχα μήπως εννοείς;»
    Στο σχολείο ο Πινακούλης ήταν καλός μαθητής και πάντα του άρεσε η βιολογία. Θυμόταν που πετούσαν φύλλα από διάφορα φυτά μέσα σε χημικά κι εκείνα άλλαζαν χρώμα. Έτσι ήταν και η διάθεση του – άλλαζε συνεχώς. Τον είχε κουράσει αυτό λίγο. Ο άνθρωπος με το αναπηρικό καροτσάκι είχε σταματήσει δίπλα από τη στάση του λεωφορείου και άρχισε να χαζεύει το κενό. Η ταμπέλα στη στάση έγραφε: Νοσοκομείο Αλεξάνδρα. Μέσα στον κεντρικό περίβολο του νοσοκομείου μερικοί ασθενείς έκαναν βόλτες με τις λευκές τους ρόμπες. Είχαν όλοι κάποιο μέλος τους δεμένο με επίδεσμο. Ο κόσμος που επισκεπτόταν το νοσοκομείο τους χάζευε.
    «Το βράδυ μπορεί να φανώ από το περίπτερο...θέλω να βρω τη Λορέττα και τη Λοάνα για το πάρτι. Θα έρθουν απόψε...έτσι δεν είναι;».
     «Δεν θα το χάσουν με τίποτα οι όρκες».
    «Πότε θα μου δείξεις το φυτολόγιο σου;».
    «Δείχνει ποτέ ο Μπάτμαν τη στολή του;».
    «Πούστη».
    «Αρχίδι».
    «Οι πιο πολλοί κρατάνε από το σχολείο τις φωτογραφίες...εγώ κράτησα εκείνο το φυτολόγιο...θα στο δείξω σε κάποια φάση» είπε ο Πινακούλης.
    Φτάσανε στη στάση της Πανόρμου, η Πούτα πέταξε ένα πετραδάκι σ' ένα γατί. Το γατί εξαφανίστηκε τρέχοντας ανατριχιασμένο. Οι τζαμαρίες από τα μαγαζιά αντανακλούσαν ενοχλητικά στα μάτια του κι έτσι φόρεσε τα γυαλιά ηλίου που είχε στο τσεπάκι του πουκαμίσου.
    «Γαμημένο καλοκαίρι...εμένα μου αρέσει μόνο η άνοιξη».
    «Μα...ακόμα άνοιξη είναι».
    Ο Πινακούλης έριξε μία ματιά στις ράγες του τρένου και δεν είπε τίποτα.
   
   
   


      O Άριελ Πινκ έσβησε όλα τα σπαμ από το gmail, έφτιαξε το βαμμένο, πλατινέ του μαλλί και έβαλε λίγο δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα του, μετά το μύρισε. Μύριζε τέλεια! Τον είχε πιάσει δύσπνοια και μόνο το να βάζει δάχτυλο στο κώλο του τον χαλάρωνε κάπως. Κοιτούσε από το παράθυρο έναν τύπο να γαμάει τον προφυλακτήρα ενός αυτοκινήτου – ο τύπος ήταν ηλικιωμένος και φορούσε ένα ψαράδικο, πλατύγυρο καπέλο, η φάτσα του ήταν εντελώς κατεστραμμένη από τις ρυτίδες – ο μεγαλύτερος φόβος του Άριελ Πινκ ήταν να πεθάνει από τις πολλές ρυτίδες – το σώμα του να συρρικνωθεί τόσο που η καρδιά του να σταματήσει να χτυπάει, γι' αυτό έκανε μπότοξ από τα 38 του, όλα του τα λεφτά πήγαιναν στα Χόντος και σ' αυτές τις μαλακίες, τα μαγαζιά με τα ρούχα και τα καλλυντικά. Έκανε σήμα στον άνθρωπο που συνουσιαζόταν με τον προφυλακτήρα να φύγει γιατί του χαλούσε τον πρωινό του καφέ. Άνοιξε ένα παράθυρο και του πέταξε μία κανάτα με προχθεσινή πατζαροπορτοκαλάδα που του είχε στείλει εκείνη η τρελή η Λορέττα. Έβαλε στη μάπα του δύο ωμές πανσέτες – αυτό το έκανε για καλή και σφιχτή επιδερμίδα αλλά και για να φοβίζει τους γείτονες που του τη σπάγανε γιατί καθόντουσαν όλη μέρα στο μπαλκόνι και τον κάρφωναν με τα αδιάκριτα, μικροαστικά μάτια τους. Έσκισε άλλη μία φωτογραφία του Βαγγέλη – τον απατούσε με τη Ροζαλία (τους έπιασε να πηδιούνται πίσω από μία νερατζιά προχθές το βράδυ στην Κόνωνος), άρχισε να ψάχνει στο ίντερνετ πρακτικές βουντού αλλά δεν είχε τα μισὰ από τα υλικά που απαιτούνταν, κάτι μαύρα κεριά, κάτι μαλακίες, που να τρέχεις τώρα να ψάχνεις, κάτι κωλότριχες του αντίζηλου, κάτι κερί αυτιών από άρκαλο, νύχια νυφίτσας κτλπ. Δύσκολα πράγματα. Άναψε τσιγάρο. Έβηξε, πήρε μερικές εισπνοές από το ειδικό του σπρέι για τη δύσπνοια, έριξε μερικές ακόμα πρωινές Χριστοπαναγίες, κοίταξε το Facebook, έβαλε στο κώλο του ένα αγγούρι που του είχε φέρει η Λοάνα από τη λαϊκή - κλεψιμέικο, έφτιαξε κι άλλο καφέ, ελληνικό, ναι και όχι.
    Έπρεπε να σκεφτεί αν ήθελε να μοιράζεται τον Βαγγέλη του με κείνο το υποκείμενο, εκείνο το βρωμοτράβελο την Ροζαλία. Η Ροζαλία δεν ήταν άσχημη – από τα περισσότερα τραβέλια που ήξερε, η Ροζαλία ήταν η πιο εμφανίσιμη, από την άλλη όμως δεν μπορούσε έτσι εύκολα να το καταδεχτεί. Εκείνο το κουνάβι η Ροζαλία είχε ένα πολύ σπαστικό τρόπο να τραβάει την προσοχή, το έπαιζε κουλτουριάρα και συνέχεια έλεγε εξυπνάδες – μία φορά της είχε βγάλει την περούκα ο Άριελ Πινκ από τα νεύρα του. Περούκα ναι. Η ξεφτιλισμένη. Οι σωστές κυρίες δεν φόραγαν περούκες, είπε από μέσα του και χαμογέλασε πίσω από τις πανσέτες που κρεμόντουσαν από τη μάπα του σαν αιμορροΐδες γίγαντα. Σήμερα του είχε ερεθιστεί το πιπί του πολύ – είχε να το πάθει καιρό – αλλά οι ψεύτικες ρώγες του δεν ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα της φύσης. Τράβηξε μία μαλακία κοιτώντας κάτι υπερφυσικές ψωλές στο Pornhub, έχυσε πάνω σε κάτι διαφημιστικά σούπερ μάρκετ Βασιλόπουλος. Τον πούστη τον Βασιλόπουλο δεν ήταν εύκολο να τον ψειρίσεις, είχανε παντού κάμερες και έβαζαν και μυστικούς μπάτσους που ντυνόντουσαν σαν πελάτες – άσχετο αλλά το θυμήθηκε τώρα γιατί τις προάλλες τον είχαν τσακώσει να κλέβει κάτι αντικουνουπικά. Του την είχαν στημένη έξω από το σούπερ μάρκετ. Τον κοιτούσαν σαν να ήταν κάτι το πολύ βρώμικο, του είπαν να μην ξαναπατήσει εκεί μέσα.
    Η φάση με τη μαϊμού του Συλλόγου ήταν σκέτο χάλι. Της είχε σπάσει το κεφάλι με το σφυρί – και όχι με το φτυάρι που είχε πει ο ηλίθιος ο χοντρός ο Σοζ – γιατί δεν τον άφηνε να κοιμηθεί στον καναπέ, εκείνη η κατάρα του Φαραώ η μαϊμού ο Ντίνος, δεν τον άφηνε σε ησυχία. Ποιος πούστης την είχε κάνει δώρο στον Λούμπρικαντ ιδέα δεν είχε. Οι φήμες έλεγαν πως την είχε κλέψει από το Αττικό Πάρκο. Σηκώθηκε από τον καναπέ και της διέλυσε το κρανίο την ώρα που έτρωγε τα παπούτσια του, αίματα παντού, το μαλλί του γαμήθηκε, έκανε μπάνιο, μάζεψε τα αίματα με τα χίλια ζόρια και μετά το είπε στον Λούμπρικαντ. Την είχε βαρεθεί κι ο ίδιος απλά δεν το παραδεχόταν.
    «Γαμώτο ρε Άριελ» είπε ο Λούμπρικαντ.
    «Συγνώμη αλλά δεν άντεξα...όταν την είδα να μου τρώει τα παπούτσια...δεν ξέρω...θόλωσα» είπε ο Άριελ Πινκ. Μα είναι δυνατόν κανείς να έχει για κατοικίδιο μία μαϊμού; Ντάξει οι γάτες αλλά αυτό πήγαινε πολύ...Εκείνος ο Λούμπρικαντ ήταν τρομερά φιλόζωος σε σημείο βλακείας – συνέχεια έπαιζαν ξύλο με τον Σοζ που ήταν βασανιστής ζώων και καθίκι από τα λίγα.
    «Γαμώτο, γαμώτο...».
    «Τι στον πούτσο το τάιζες; Δεν άντεχα άλλο να μυ τρώει τα παπούτσια ρε Λούμπι».
    «Ξηρά τροφή για γάτες...οι γάτες δεν την γουστάρανε καθόλου..είχαμε προβλήματα...συνεχώς της γρατζουνούσαν την ουρά».
    «Τουλάχιστον οι γάτες δεν σπάνε όλα τα ποτήρια και τα πιάτα επίτηδες και δεν χέζουν ολόκληρα βουνά από βρωμερά σκατά στο σαλόνι...τα οποία αναγκαζόταν να μαζεύει η κακομοίρα η μάνα σου...ούτε κρεμόντουσαν από τον πολυέλαιο όλη την ώρα». Ο Άριελ Πινκ είχε αδυναμία στην μαμά του Λούμπρικαντ γιατί ο ίδιος ήταν ορφανό από τα 16 του. Είχε μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο. Του άρεσαν οι ψωλές, πως να το κάνουμε; Το μουτζό το απεχθανόταν και το φοβόταν και τώρα με εκείνη την υπόθεση του Πινακούλη με το χρηματοκιβώτιο μουνί...έτρεμε σύγκορμος, είχε δει την φωτογραφία, πραγματικά έμοιαζε με μουνί, ο Πινακούλης τον είχε βάλει να ορκιστεί στην αγαπημένη του Παναγία και το βρέφος με το μουστάκι – ειδική παραγγελία στον Αγιογράφο Πουστόνεο – που είχε πάντα προσκεφάλι στο κομοδίνο του, πως δεν θα λάκιζε και πως θα τον βοηθούσε να βρούνε το Safe Pussy – ναι έτσι το λέγανε οι αθεόφοβοι, ν' αρπάξουν το χρήμα και να πάνε κάπου ωραία διακοπές φέτος όλοι μαζί με τον Σύλλογο Αναψυκτικών, στην Αντίπαρο ίσως, ποιος ξέρει...Τώρα ήταν Μάης, έπρεπε να βρούνε εκείνο το βρωμερό μουνί χρηματοκιβώτιο σύντομα αν θέλανε να κλείσουν κανένα καλό δωμάτιο σε κανένα νησί τον Αύγουστο. Έπρεπε να πάει στο μαγαζί – δούλευε σ' ένα πεταμένο κομμωτήριο στην οδό Δαμάρεως, εκεί κούρευε, χτένιζε, ξύριζε και πάστωνε κάτι ραμολιμέντα, κάτι γριές, κάτι μισοπεθαμένες οπτασίες της γειτονιάς, η μυρωδιά από το καμμένο μαλλί, τη λακ, τον έκαναν να κάνει εμετό πάνω σε γέρικες καράφλες, να τις σκουπίζει με λίγο χαρτομάντηλο, να τους λέει ψέματα πως είναι μόνο ζελέ και τίποτε παραπάνω, τίποτε το αηδιαστικό. Το υπόγειο που νοίκιαζε εκεί κοντά ήταν το βασίλειο του, καμιά φορά έπιανε τα πόδια που περνούσαν το πεζοδρόμιο, τους έριχνε κάτω, ειδικά τις νύχτες, αν ήταν ηλικιωμένοι λιποθυμούσαν πιο εύκολα, τους έκλεβε το πορτοφόλι ή τη σύνταξη και τους άφηνε λίγο πιο πέρα – είχε πάντα πάνω του το αγαπημένο μικρό γκλοπ που του είχε κάνει δώρο ένας μπάτσος που τον είχε ερωτευτεί παράφορα, τότε το 2012, όταν πρωτοέκανε πιάτσα στην οδό Καβάλας. Γενικά είχε μία αδυναμία στους ηλικιωμένους. Τον έκαναν να αισθάνεται ζεστασιά, τους έβαζε κωλοδάχτυλο και εκείνοι δεν μιλούσαν, ήταν πάντα καλόβολοι – εκεί στο τέλος της ζωής τους, αδύναμοι, λυσσασμένοι για έρωτα και αγάπη. Μερικοί βέβαια δεν έκαναν μπάνιο.
    Σήμερα είδανε με τον Βαγγέλη πορνό με γυναίκες νάνους στο ίντερνετ, εκείνος ήθελε να δουν λεσβιακά γιατί λέει τον ερέθιζαν. Ο Άριελ Πινκ είχε ερεθιστεί πολύ με τα κοντά μουτζά – πράγμα περίεργο μιας και δεν γαμούσε ποτέ μουτζό, είχε να πάει με γυναίκα από τότε που ήταν έφηβος, σ' εκείνη την παιδική χαρά στο σχολείο κάπου στη Νίκαια. Τελικά καταλήξανε να γαμιέται με τον Βαγγέλη και να τσακώνονται γιατί ο Βαγγέλης πάλι λέρωσε τα καθαρά μαξιλαράκια του καναπέ. Ο Βαγγέλης είχε ένα πιπί σαν γάντζο, χοντρό και άσχημο και μπλε σαν μελιτζάνα. Το λάτρευε.
    Άρχισε να μιλάει με τον Πινακούλη στο Facebook.
    «Θα σε γαμήσω αρχίδι...δεν μου έφερες εκείνη τη κρέμα που σου είπα...» είπε ο Άριελ.
    «Θα την κλέψω σήμερα».
    «Τι έγινε με το άλλο; Είχαμε καμία εξέλιξη;».
    «Αρχίδια...δεν μπορώ να βρω τίποτα...ούτε καν έναν στοιχειώδη χάρτη».
    «Μπας και το έχει στο σπίτι του ο διευθυντής;».
    «Αποκλείεται...δεν είναι δικά του του τα λεφτά...είναι της Εταιρίας».
    «Πάει ο Ντίνος» είπε ο Άριελ.
    «Χεχε...στ' αρχίδια σου...ήταν βάσανο το πούστικο».
    «Πότε θα κάνουμε καμιά μπούκα ρε αρχίδι;».
    «Είσαι καρπούζι».
    «Θα τον γαμήσω το Βαγγέλη...με απατάει με τη πουτάνα τη Ροζαλία».
    «Σπάσιμο γόνατου».
    «Πυροβολισμό στο αρχίδι».
    «Είδα το Trash Humpers».
    «Μεγάλη μαλακία».
    «Θυμίζει τις ζωές μας».
    «Μαλακία είναι».
    Ο Βαγγέλης δεν του τον ακουμπούσε τελευταία πολύ. Η Ροζαλία του είχε πάρει τα μυαλά. Έσπασε ένα μπουκάλι μπύρας στο κεφάλι του και τον μαζεύανε. Είχε νεύρα σήμερα. Πήγε σπίτι όταν ήρθε το ασθενοφόρο. Τριάντα ράμματα ο Βαγγέλης. Έψαξε λίγο στο ίντερνετ για το Safe Pussy. Ήταν φτιαγμένο από διπλό ατσάλι, ηλεκτρονικό σύστημα κλειδώματος, συναγερμό, διατηρούσε με σύστημα ψύξης τα λεφτά φρέσκα και φυσικά έμοιαζε όντως με μουνί. Άναψε τσιγάρο, έβαλε μία ρακή – ήταν ακόμη πρωί αλλά δεν γαμιέται. Έφαγε ένα κρουασάν βερίκοκο. Πέταξε στο τηγάνι τις πανσέτες που πιο πριν είχε βάλει στο πρόσωπο του. Έφαγε. Έριξε ένα καλό χέσιμο και έκανε ντουζ με μπόλικο και πηχτό Dove. Το λάτρευε το Dove. Έβαλε άλλο ένα αγγούρι στον κώλο του κι έχυσε πάνω στα άπλυτα πιάτα, μέσα στον νεροχύτη της κουζίνας. Έστριψε έναν μπάφο και κάπνισε. Safe Pussy. Είχε κατασκευαστεί από τους κατασκευαστές του χρηματοκιβωτίου της Federal Reserve Bank of New York. Η κατάσταση ήταν Γαμημένη Πέρα από Κάθε Αναγνώριση που έλεγε και ο Τομ Χανκς. ΓΑ.ΠΕ.ΚΑ.ΑΝ. FUBAR. Πως στον πούτσο θα το άνοιγαν ακόμα και αν το έβρισκαν; Δεν υπήρχε σωτηρία. Ο Πινακούλης ήταν ηλίθιος, ονειροπόλος, χαζός. Μίλησε πάλι στο Facebook.
    «FUBAR» είπε ο Άριελ.
    «Γαμημένε πούστη».
    «Δεν πρόκειται να το ανοίξουμε ποτέ ακόμα κι αν το βρούμε».
    «Ανοίγει...το έχω τσεκάρει...είναι ένα ειδικό μίγμα σόδας που πρέπει να βρούμε...μόνο με αυτό ανοίγει».
    «Γαμημένε».
    «Πρέπει να το βρούμε».
    «Γιατί δεν γαμάς λίγο να χαλαρώσεις;».
    «Δεν βάζω αγγούρια στον κώλο μου εγώ».
    «Ναι αλλά λίγο δαχτυλάκι;».
    «Άλλο αυτό αδερφή».
    «Εκείνο το βρωμόμουνο από τα ΒΠ που νταλαβερίζεσαι είναι η ντροπή της φύσης».
    «Τι να κάνουμε...ο καιρός έχει γυρίσματα αρχίδι...ο Βαγγελάκης; Τι κάνει; Ακόμα γαμάει τη Ροζαλία κάτω από τις νερατζιές;».
    «Θα σου γαμήσω το  χρηματοκιβώτιο!».
    «Γάμα καμιά μαϊμού ρε».
    «Έφτιαξα κριθαράκι...έλα να φάμε».
    «Με ντομάτα είναι;».
    «Ναι...έβαλα και κοτόπουλο».
    «Ο.Κ. ψήθηκα...μόλις σχολάσω θα έρθω».
    Στο σπίτι του Άριελ τον περίμενε ένα πολύ ωραίο πιάτο φαγητό – και αυτό ήταν θαύμα γιατί η κατάσταση στο σπίτι ήταν τραγική, εκείνος δεν μαγείρευε ποτέ σοβαρά φαγητά και όλο έτρωγε μακαρόνια με κέτσαπ - από τα νεύρα του ο Πινακούλης έβαζε το κινητό τηλέφωνο του στον κώλο του, το άλειφε με βαζελίνη και το έσπρωχνε στο έντερο του – αυτό του το είχε μάθει ο Άριελ. Έτσι του έφευγαν τα νεύρα. Το σπίτι του Άριελ Πινκ ήταν σαν υπόγειο κοτέτσι. Μύριζε πατσουλί και σπέρμα. Μετά το φαγητό ο Πινακούλης έβαλε δάχτυλο στον Άριελ κι εκείνος του πήρε μία πίπα – τελείωσε στο στόμα του. Είχε κάπως ηρεμήσει τώρα. Έπρεπε να καταστρώσουν ένα σχέδιο για το Safe Pussy. Που στον πούτσο το είχε καταχωνιάσει εκείνο το αρχίδι ο διευθυντής; Κανείς δεν ήξερε. Ανάψανε τσιγάρα. Καπνίσανε λίγο κρακ και πήρανε μερικά χάπια – τα είχε καβατζώσει ο Άριελ από έναν ηλικιωμένο πούστη που είχε πάρει χτες για 50 ευρώ. Ο Πινακούλης έκανε εμετό πάνω στο σεμεδάκι της τηλεόρασης. Είδανε τηλεοράση για 5 ώρες κοκαλωμένοι στον καναπέ. Το είχε συνηθίσει. Έκανε μία μικρή λίστα με το τι έπρεπε να ψειρίσει από το σούπερ μάρκετ. Γύρισε σπίτι τα ξημερώματα.
    Ξύπνησε το πρωί με στομαχόπονο, έκανε εμετό. Έφτιαξε καφέ και άναψε τσιγάρο. Τάισε το σκύλο του την Μπρίτνι – ένα μικρό κανίς 10 χρονών, πολύ χαριτωμένο κάποτε αλλά τώρα με κείνη την ασθένεια έμοιαζε σαν καμμένο τέρας από την κόλαση. Όλο του το τρίχωμα είχε πέσει και στη θέση του υπήρχε ένα κόκκινοκαφετί δέρμα γεμάτο με σπυριά. Η Μπρίτνι έπασχε από Alabama rot και το δέρμα του σάπιζε αργά και βασανιστικά, η αιτίες ήταν άγνωστες και δεν υπήρχε θεραπεία. Το μόνο που ανακούφιζε το σκυλί ήταν η ηρωίνη. Ο Πινακούλης το λυπόταν και του έκανε ενέσεις σε μικρές δόσεις, καμιά φορά μορφίνη αν έβρισκε από εκείνο το τραβέλι τη φίλη του τη Λοάνα που δούλευε στο Γεννηματάς σαν νοσοκόμος, και άλλες φορές από τη δική του καβάτζα που είχε για τις γιορτές.
    Σήμερα θα ερχόντουσαν στο σπίτι του οι αλβανοί Μπογιατζήδες, ο Μέισον και ο Ντίξον. Ο ένας ήταν πιο αλκοολικός από τον άλλο. Τον περιμένανε στις σκάλες. Του είχε πει η σπιτονοικοκυρά να μονώσει την ταράτσα κι επίσης πως έπρεπε επιτέλους να βάλουν τηλεόραση. Του έλεγε πως ο Σπανιέλ είχε τηλεόραση και πως περνούσε ωραία όταν έβλεπαν – ο Σπανιέλ ήταν το νέο της αμόρε, ένας ζιγκολό από τους Ρομαντικούς των Αμπελοκήπων. Ο ηλεκτρολόγος του είχε πει πως έπρεπε να πληρώσει 120 ευρώ για να του βάλει κεραία. Ο Πινακούλης έκλεψε μία φορητή κεραία από το Περέτ. Δεν έπιανε καλά. Την έσπασε από τα νεύρα του. Ο Μέισον και ο Ντίξον φόραγαν ψαράδικα καπέλα, κόκκινα, παντόφλες, το δέρμα τους ήταν από τώρα μαύρο λόγω εργασίας στον ήλιο. Δεν είχαν δόντια. Γελούσαν εναλλάξ και ο ένας συμπλήρωνε τις προτάσεις του άλλου. Παστώσανε την ταράτσα με κάτι ασβέστες που βρωμούσαν χειρότερα κι από σκατά.
    «Μαλάκα...το μουνί της γυναίκας μου είναι πλέον απύθμενο».
    «Πάλι την γαμούσε ο Σπύρος;».
    «Σκάσε ρε αρχίδι».
    «Αφού δεν σου σηκώνεται ρε μαλάκα...με τόσο που πίνεις».
    «Προχθές γαμούσα τη γιαγιά σου...το ξέχασες; Μπήκα στο τάφο της...με περίμενε». Γελάσανε και οι δύο σαν ύαινες. Ο Πινακούλης έφτυσε πάνω στον φρέσκο ασβέστη. Κούνησε λίγο τον κώλο του αλλά τίποτα...το κινητό δεν χτυπούσε. Δεν τον ένοιαζε όμως. Είχε την ηρωίνη του και τους μπάφους του και γινότανε κόκαλο και δεν σκεφτόταν τίποτα. Ήθελε να μεταμορφωθεί σε ζόμπι που τρώει παιδάκια. Α ρε πούστη, σκέφτηκε, να έβρισκα εκείνο το χρηματοκιβώτιο! Ο Πινακούλης παρακάλεσε τη κυρία Σαπφώ να του την παίξει τουλάχιστον αλλά εκείνη αρνήθηκε και τον μαστίγωσε. Εκείνος άρχισε να κλαίει και η κυρία Σαπφώ τον έφτυσε στη μούρη, γύρισε πλευρό και κοιμήθηκε σαν πέτρα. Ο Ιάκωβος τον έπαιξε μόνος του, προσεχτικά, πάνω σ' ένα χαρτομάντηλο, δίπλα της, έχυσε κλαίγοντας. Το πρωί σηκώθηκε από τα κομπρεσέρ. Κάτι φτιάχνανε στη γειτονιά τώρα και δέκα μήνες. Έδειρε τη Μπρίτνι για να του περάσουν τα νεύρα, μετά όμως το μετάνοιωσε και άρχισε πάλι να κλαίει μόνος του στο μπάνιο με τον σκύλο να τον κοιτάει λυπημένος και άσχημος με κείνο το σάπιο του δέρμα.
    Ο Πινακούλης αισθανόταν μοναξιά κι έτσι κάπνιζε κρακ για να ξεχαστεί. Ακόμα δεν του είχαν πέσει τα δόντια. Είχε καλή οδοντοστοιχία – το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του που αν είχε κάτι καλό πάνω του αυτό ήταν τα δόντια του. 
   Με τα πολλά ο Άριελ Πινκ έψησε την άλλη μέρα τον Πινακούλη να σπάσουνε τα γόνατα της Ροζαλίας με το γκλοπ του Άριελ. Της την πέσανε πίσω από τον Εθνικό Κήπο – εκεί έκανε πιάτσα η Ροζαλία – αλλά δεν καταφέρανε και πολλά, πέρα από μερικές σφαλιάρες και κάτι κλωτσιές – και οι δύο κόκαλα από τους μπάφους και τις ρακές που είχαν πιει πιο πριν και καλά για να προετοιμαστούν ψυχολογικά. Τελικά η Ροζαλία την έκανε τρέχοντας αλλά δεν τους αναγνώρισε μιας και φορούσαν αποκριάτικες μάσκες γέρων – φόρος τιμής στο trash humpers.
    «Είμαστε άχρηστοι ρε πούστη» είπε ο Άριελ Πινκ καθώς άραζε κάτω στο παγκάκι.
    «Δεν πειράζει...του ρίξαμε μερικές καλές πάντως...θα τις θυμάται».
    «Γουρούνι».
    «Σκατά».
    «Είμαστε άθλιοι».
    «Έτσι είναι όταν παίζεις ροκ εντ ρολ».
    «Δεν έχεις κι άδικο».
    «Πρέπει να πεθάνεις γι' αυτό».
    «Εδώ πεθαίνεις γι' άλλα κι άλλα σκατά».
    «Αυτό το είχε πει ο Λου Ριντ...αρχίδι».
    Γυρίσανε στο σπίτι του Άριελ και πιποθήκανε, μετά κοιμηθήκανε σαν πουλάκια, ήτανε καλοί φίλοι ρε πούστη.




















4.

  
     Ο Πινακούλης είχε αράξει για τα καλά στο μπαρ κι έπινε ρακή. Από δίπλα του μπορούσε να δει έναν άντρα που μασουλούσε ένα χοντρουλό Stedon. Η Πούτα είχε από νωρίς τελειώσει το καθάρισμα στο κομμωτήριο του Άριελ Πινκ και τώρα θαύμαζε καμιά εκατοσταριά χάπια Vicodin πάνω στο γυάλινο μπουντουάρ της. Τα είχε, όπως είπε η ίδια, καβατζώσει ο Τσιν Τσίν από ένα νοσοκομείο στον Πειραιά...κάπου. Η Πούτα φώναξε μιας και ήθελε να την ακούσουν όλοι εκεί μέσα: «Σήμερα θα γίνει της πουτάνας!».
    Ανέβηκε πάνω στο μπαρ, κατέβασε το βρακί της καθώς κουνούσε τον κώλο της στο ρυθμό της μουσικής, αγκάλιασε τον Πινακούλη, έχωσε την γλώσσα της μέσα στο στόμα του, η οποία γλώσσα βρωμοκόπαγε αλκοόλ, χαλασμένα δόντια και φάρμακα. Στο τέλος την έπιασε μία ξαφνική κρίση βήχα κι έφτυσε σάλια και λίγο κίτρινο εμετό με ίχνη κόκκινης σάλτσας, σωριάστηκε στον καναπέ κι έμεινε ακίνητη για πολλή ώρα. Ο Ντατούρα μιλούσε με την Λοάνα, ίσιωνε με το χέρι τα λαδωμένα του μαλλιά και από το μουστάκι του πεταγόντουσαν σταγόνες ιδρώτα. Η Λοάνα κοίταξε για μία στιγμή τον Πινακούλη και του έβγαλε τη γλώσσα κοροϊδευτικά κάπως.
    «Που σκατά είσαι μωρή όρκα;» του είπε. «Καιρό έχω να σε δω».
    «Έχω δωράκι για σένα».
  «Πάλι έφερες κανένα άθλιο αλβανό;» είπε εννοώντας το χόρτο που κουβαλούσε μέσα στη ζελατίνα.
    Ο Πινακούλης ακούμπησε στη μπάρα με τους αγκώνες και άφησε τα πόδια του να κρέμονται σαν έντερα από το σκαμπό. Η γλώσσα του ήταν μουδιασμένη από τα πολλά τσιγάρα και η ρακή που έπινε του καθόταν στο λαρύγγι σαν γλίτσα. Νωρίτερα είχε φάει ένα ολόκληρο μπισκότο lsd – του το είχε προτείνει ο γιατρός του από το Αλεξάνδρα...εμπιστευτικά...έκανε καλό στην κατάθλιψη είπε. Το γαμημένο το lsd αργούσε λίγο να σε πιάσει και ο Πινακούλης είχε αρχίσει να ξεμεθάει. Είχε σχεδόν ξεχάσει πως το είχε φάει.
    «Αυτό το ζουμί είναι σαν πολτοποιημένη μάζα Ντιβάιν από το Πινκ Φλαμίνγκος όταν τρώει τα κακάκια του σκύλου και κοιτάει την κάμερα, μέσα σε μπουκάλι, κι εσύ το πίνεις και κάνεις εμετό».
    «Χουχού...δεν κατάλαβα τίποτα».
    Η Λορέττα έλεγε στον Ντατούρα πως είχε πάει πρόσφατα στην Θεσσαλονίκη για να κάνει κάτι γυμνές φωτογραφήσεις, εκείνος όμως ήταν κόκαλο από τα Vicodin και το μόνο που έκανε ήταν να αφήνει το σάλιο του να τρέχει στο πιγούνι του. Η Λορέττα όμως δεν πτοούνταν και συνέχιζε να του μιλάει, έπινε ένα μαύρο ζουμί από ένα μεγάλο γυάλινο μπουκάλι – πιθανότατα κάποιο πολύ κακό κρασί, που και που έβαζε κανένα ξηρό καρπό στο στόμα της και μετά τον έφτυνε στα μούτρα του Ντατούρα. Γυρίσανε όλοι στο σπίτι γιατί κάποιος τους έδιωξε από το μπαρ – απρεπής συμπεριφορά είπαν και καλά επειδή η Πούτα έδειχνε το κώλο της στους θαμώνες. 
    «Με είχαν αλυσοδέσει εκεί πέρα...σαν σαλάμι» είπε πάλι η Λορέττα καθώς μπαίνανε στο σπίτι.
    «Θέλω  να πεθάνει ο Κέβιν Μπέικον».
    «Εκείνο το πράμα με τσιμπούσε».
    «Οι ωκεανοί πεθαίνουν κι εμείς λέμε μαλακίες».
    «Η μάνα σου είναι όρκα και τέρας μπέικον».
     Ο Ντατούρα έφτυνε παντού τα σάλια του και γελούσε σαν μανιακός. Η Λορέττα του έριξε μία κλωτσιά στην πλάτη κι εκείνος έσκασε με κρότο στο πάτωμα. 
    «Παραλίγο να μου σπάσει το καλό μου νύχι μωρή!».
    Η Λορέττα γέλασε, έβγαλε τη μπλούζα της και άρχισε να χαμουρεύεται με όποιον έβρισκε μπροστά της.
    Ίσως να έφταιγε η χτεσινή ηρωίνη αλλά ο Πινακούλης δεν είχε καμία όρεξη να χαπακωθεί με Vicodin. Τον πλησίασε η Λοάνα.
    «Θέλεις να με γαμήσεις; Με χαμούρευε τόση ώρα ο Ντατούρα κι έχω ανάψει».
    Φορούσε ένα κόκκινο, λεκιασμένο κολάν και ασορτί καπέλο τζόκεϊ των Σικάγο Μπουλς.
     «Θυμάσαι τότε που με γάμησες στο πάρκο;».
    Τα μάτια της ήταν θολά, το βλέμμα της έμοιαζε να μην μπορεί να εστιάσει πουθενά. Η γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα της και η φωνή της ήταν πολύ παιδική.
    «Θυμάσαι ρε μαλάκα; Μου είχες πει ψέματα πως σε έψαχναν οι μπάτσοι και πως έπρεπε να πάμε στο πάρκο για να μην μας βρουν κι εκεί με πασπάτευες...ωραία ήταν δεν λέω».
    «Είσαι θάμνος».
    «Είσαι μεγάλος γαμιάς».
    «Οι χελώνες είναι οι γαμιάδες σου».
    Ο Ντάτουρα άρχισε να φωνάζει. Κάποιος έβαλε μουσική στον υπολογιστή.
    «Δεν έχω δει ποτέ μουνί» είπε ο Πινακούλης.
    Η Λοάνα πέρασε το ένα της πόδι πάνω στα γόνατα του – ήταν τραβέλι αλλά όμορφο τραβέλι.
    «Ψεύτη...αφού σε πίποσα».
    «Δεν θυμάμαι τίποτα σχετικό».
    «Με πήρες τέσσερις φορές στο θάμνο».
    «Έχω να χύσω τέσσερις φορές σερί από τότε που ήμουν στο δημοτικό».
    «Πλέον δεν σου σηκώνεται καν ε; Βρωμοόρκα, πρεζόνι, αριβίστα».
    Η Πούτα σηκώθηκε και το πρόσωπο της ήταν σχεδόν πράσινο, μουρμούριζε κάτι ασυναρτησίες, τρέκλισε μέχρι το μπαρ, πήρε το κρασί από το χέρι της Λορέττα, έριξε μία γερή δόση μέσα στο λαιμό της και μετά άρχισε πάλι να βήχει.
    «Αυτή εδώ ψοφάει».
    Η Λορέττα άρπαξε το μπουκάλι από το χέρι της Πούτα, το σκούπισε από τα σάλια της και ήπιε. Η Λορέττα την έσπρωξε και η Πούτα έπεσε στο κρεβάτι σαν φτερό.
     «Κλείστε τη μουσική...οι γείτονες μου είναι γαμιάδες με κιλοτίνες».
     «Κιλότες είναι».
    «Θα σου σκίσω την σούφρα».
    Ο Πινακούλης πήγε να χαμηλώσει την ένταση αλλά εκείνη τη στιγμή η Λοάνα έριξε ένα σάλτο και προσγειώθηκε πάνω στην πλάτη του. Τα ξυρισμένα της πόδια του έσφιγγαν τώρα το λαιμό.
    «Πιάσε εμένα Λοάνα...άσε αυτό το σκατό» είπε ο Ντατούρα.
    «Μαλάκα Ιάκωβε! Μόνο με Ρομαντικούς πας...παλιαδερφή...μόνο να τον τρως θέλεις...δεν σου σηκώνεται πλέον» είπε η Λοάνα.
    «Δεν έχει αίμα αυτός μέσα στις φλέβες...έχει πρέζα».
    Η Λοάνα έριξε μία γερή κλωτσιά στο καλάμι του Πινακούλη κι εκείνος έπεσε κάτω από τον πόνο.
    «Νομίζω πως παθαίνω καρδιακή προσβολή» είπε η Πούτα σιγανά.
    «Λίγο σύντομα...πούστρα Τομ Κρουζ».
    «Πούστρα Κέβιν Μπέικον».
    «Παρακαλώ όποιος είναι για ψόφο να πάει στην τουαλέτα».
    Ο Ντατούρα άρχισε πάλι να πετάει τα σάλια του παντού.
    «Θα σε σκίσω...κόψε με τα σάλια» είπε η Λοάνα.
    Η Πούτα βόγκηξε και μετά από λίγο άρχισε να ξερνάει κάτι πράσινες ρουκέτες εμετού. Η Λορέττα πήγε κοντά της, σκούπισε με κάτι παλιά περιοδικά τον εμετό, την αγκάλιασε και την φίλησε στο λαιμό. Ο εμετός ήταν γεμάτος με ντομάτα και καλαμπόκι. Είχανε φάει πίτσα εκείνο το βράδυ. Τα ξερατά πάνω στο πάτωμα αντανακλούσαν μέσω του φωτός στο ταβάνι.
    «Θέλω να μετακομίσω στο σπίτι της Κρίστεν Στούαρτ και να κάνω μακελειό με τηγανόλαδο στον κωλαρίκο του Σπίλμπεργκ» είπε η Πούτα.
    Ο Ντατούρα άρχισε να γδύνει τη Λοάνα και ταυτόχρονα μιλούσε στην Πούτα. Το μικρό πουλί της Λοάνα έκανε την εμφάνιση του κι έμοιαζε με γαριδάκι που κάποιος είχε βουτήξει μέσα σε χλωρίνη. Ήταν κάπως χαριτωμένο.
   «Καλά θα κάνεις. Είναι όλοι φονιάδες χοτ ντογκ».
    Τα ψεύτικα βυζιά της Λοάνα ήταν τώρα μέσα στις αδύναμες παλάμες του Ντατούρα. Εκείνη δεν ένιωθε τίποτα και στο πρόσωπο της διαγραφόταν μόνο ένα χαμόγελο ζόμπι.
    «Με έχουν φωτογραφήσει και στο Βογκ αν θες να ξέρεις...για κάτι σανδάλια από Μαλαισιανό Ινγκουάνα».
    Η Λορέττα σκούπιζε τα σάλια της Πούτα πάνω στο παντελόνι της και ταυτόχρονα προσπαθούσε να βάλει κάτι καλό ν' ακούσουν στον υπολογιστή.
    «Η Πούτα μας κοροϊδεύει και είναι τέρας Ριάνα».
    «Είναι χοντρή Ριάνα με βυζάρες και κωλάρα που κάνει γουόρκ γουόρκ γουόρκ».
    Ο Ντατούρα είχε αράξει στον καναπέ και πετούσε τα σάλια του στο χαλί.
    «Θα πάθεις αφυδάτωση ρε αρχίδι».
    Ο Πινακούλης χρειάστηκε να βάλει την κουκούλα του αδιάβροχου του για να καλυφθεί από τα σάλια.
    Ο Τσιν Tσίν προσπάθησε να πιάσει τα βυζιά της Λορέττα αλλά εκείνη τον έσπρωξε.
    «Είσαι η Ριάνα μου».
    «Μυρίζεις σκατά».
    «Μα είπες πως είχες κάψες».
    «Κουνάς τον κώλο σου σε βιντεάκια».
    «Είσαι ο Μουστάκας».
    «Το μαγαζί λες ή τον ηθοποιό;»
    «Θα σου σπάσω τα πόδια με σφυρί».
    Η Λορέττα συνέχισε να πίνει το κρασί από το μπουκάλι. Το μαύρο υγρό έτρεχε ανάμεσα από τα στήθη της. Η Λοάνα είχε ανοίξει το στόμα της και έτρωγε τα σάλια του Ντατούρα.
    «Τι είναι αυτά;».
    «Κάνε μου τουέρκ χοντρή».
    «Μόνο που βλέπω τη φάτσα σου παθαίνω καρκίνο».
    «Τρως κροκέτες με γέμιση κακάκια».
    Η Λοάνα κοίταξε τον Πινακούλη και του είπε πως τον σιχαίνεται.
    «Ανώμαλε».
    Ο Πινακούλης πήγε να βάλει παγάκι στο ποτό του αλλά τελικά κατάφερε να τσακιστεί στο πάτωμα της κουζίνας. Αίμα έτρεχε από το κούτελο του.
     H Λοάνα ήρθε κοντά του, χορεύοντας το Baby One More Time της Britney Spears - το οποίο ακουγόταν από τα άθλια ηχεία του φορητού υπολογιστή, και του έγλυψε από το κούτελο το αίμα που ξεπηδούσε από την πληγή του.
    «Είσαι Oasis fun και όλο είσαι καθυστερημένος στα ραντεβού σου».
    «Παλιόπουστα θα πάθεις ανεμοβλογιά έτσι που γλύφεις τα αίματα».
    Η Πούτα άρχισε να ουρλιάζει να χαμηλώσουν τη μουσική. Κανείς δεν της έδωσε σημασία. Με το    μικρό της πιπί να ταλαντεύεται στον πηχτό αέρα του δωματίου, είπε:
    «Πόσα φράγκα λες να βγάλουμε από εκείνους τους αρχιδαράδες τους Ρομαντικούς;».
    «Τι λες;».
    «Λέω...πες πως καθόμαστε να μας γαμήσουν οι Ρομαντικοί...πόσα θα βγάλουμε;».
    «Σκάσε μωρή όρκα Μπρίτνεϊ...το πάρτι είναι για διασκέδαση...» είπε η Λορέττα από το μπαρ.
    Η Λοάνα άρχισε να παίζει με το καπέλο του Πινακούλη το οποίο έγραφε Fujitsu.
    «Είσαι τρόλεϊ».
    «Είσαι Φουκουσίμα».
    «Είσαι χοντρή νοικοκυρά με πάρκινσον».
    «Είσαι μεγιστάνας ξυλείας».
    «Και μην πεις καμία μαλακία στο πάρτι με τους Ρομαντικούς...θα το καταλάβουν και θα μας πυροβολήσουν».
    «Θα έχω μαζί το φλομπεράκι μου».
    Η Λοάνα πήγε να πάρει πίπα το πιπί του Πινακούλη αλλά εκείνος δεν είχε όρεξη. Ο Ντατούρα άρχισε να του πετάει σάλια στη μούρη. Τα μάτια του είχαν κλείσει από τις χλέπες. Δεν έβλεπε τίποτα. Η Λορέττα του έδωσε λίγο μαύρο κρασί με το στόμα της. Φορούσε ένα πολύ λιπαρό κραγιόν που έμοιαζε με λίπος φάλαινας. Το κρασί είχε απαίσια, γλυκερή γεύση.
    Κάποιος πυροβόλησε προς το μέρος του Νταντούρα. Ήταν ο Τσιν Τσιν με το αεροβόλο του. Ευτυχώς δεν τον είχε πετύχει. Ο Πινακούλης έπεσε από τον φόβο του πάνω στο γυάλινο τραπέζι και το έκανε θρύψαλα. Η Πούτα άρχισε να ρίχνει Χριστοπαναγίες.
    «Δρόμο πούστηδες!».
    «Ηρέμησε Πούτα».
    «Έξω όλοι!».
    «Καλά...φεύγουμε».
    «Εσύ Ιάκωβε αν θες μείνε».
    Η Πούτα του έσφιξε το χέρι.
    Ο Ντατούρα και η Λοάνα έριχναν μούτζες ο ένας στον άλλο.
    «Τώρα γαμιέσαι και με τον Ιάκωβο μωρή;».
    «Με όποιον θέλω θα γαμιέμαι».
    «Μαστούρωσα με το σάλιο».
    «Είμαστε ηλίθιοι».
   «Πουστάκια είμαστε».
    Η Λοάνα άρχισε να παίζει με τα τακούνια της. Η Πούτα άρχισε να κλαίει και ζήτησε από τον Πινακούλη να της φέρει λίγο νερό. Εκείνος το έκανε. Ο Ντατούρα άρχισε να ρίχνει σάλια στον Τσιν Τσιν κι εκείνος παραλίγο να τον πυροβολήσει ξανά. Η Λορέττα χαχάνιζε.
    «Πάμε να ψειρίσουμε κανέναν;».
    «Πάμε να κολυμπήσουμε στα σκουπίδια του ΧΥΤΑ Φυλής».
    Ο Πινακούλης προσπαθούσε να ηρεμήσει την Πούτα.
    «Και πιάσε να μαζευτείς...θα σε βιάσει κανείς έτσι πως κυκλοφορείς» είπε ο Ντατούρα στην Λοάνα.
     «Σε δέκα λεπτά στην Πανόρμου».
     «Εντάξει ανώμαλε».
    Η Πούτα έτρεμε.
    «Δεν είμαι υποχρεωμένη να πηδιέμαι μόνο μαζί σου».
    «Αυτό είναι το μακελειό πριν από το μακελειό».
    Σάλια έτρεχαν από το στόμα της Πούτα, σάλια τα οποία μύριζαν πολύ άσχημα.
    Η Λορέττα κουνούσε τα γυμνά της πόδια πάνω στο σκαμπό.
    «Δεν δίνω δεκάρα...απλά μου τη σπάει που μιλάς σαν νταλικέρης όλη την ώρα» είπε ο Ντατούρα.
    «Είμαι νταλικέρης».
    Ο Ντατούρα έπιασε το πόδι της Λορέττα κι εκείνη τον πυροβόλησε με το αεροβόλο της.
    «Έτσι είμαι εγώ κι άμα γουστάρεις».
    Ο Ντατούρα ζήτησε τσιγάρο από τον Πινακούλη, εκείνος του πέταξε ένα αλλά δεν πρόλαβε να το πιάσει και το τσιγάρο έπεσε μέσα σε μία λίμνη με εμετό.
    «Εσύ θα έρθεις στο πάρτι;» ρώτησε ο Πινακούλης τον Ντατούρα.
    «Που να έρθει μωρέ η γριέτζω...αυτή δεν μπορεί να κουνήσει, δεν τη βλέπεις;» είπε η Λοάνα.
    «Μαλακίες...την έχουμε πουτσίσει...το στομάχι μου συνέχεια πονάει».
    «Πάρε λίγο κοκό».
    «Κανένα Ζαντάκ».
    «Αυτά τα καταργήσανε».
    «Σκατά...καταλήγω να κλαίω τις νύχτες, να ακούω Μπρίτνεϊ και να πίνω μπάφους και κρακ».
    «Δεν θα γυρίσω σπίτι απόψε...θα πάω στου Μάρκου» είπε η Λοάνα.
    «Το ίδιο μου κάνει».
    «Πότε θα βρούμε εκείνο το μπουρδέλο το χρηματοκιβώτιο;».
    «Όταν το μουνί γίνει κώλος».
    Ο Ντατούρα άρχισε να κάνει εμετό και μετά πήγε στο ψυγείο και άρχισε να πίνει μία παλιά Κόκα Κόλα. Υπήρχε λίγο ακόμη ξερατό στο μουστάκι του. Όλοι είχαν μουστάκια – άλλοι ψεύτικα, άλλοι αληθινά. Ήταν παρανοϊκό κάπως.
    «Έλα αύριο στο πάρτυ».
    «Να έρθω να δω τι; Να γαμιέσαι με τους αράπηδες του Ρομαντικούς; Να μου λείπει!».
    «Η Πούτα τι έπαθε;».
    «Δεν την άφηνε να βαρέσει...ο Σοζ...τσακωθήκανε...επειδή είναι λίγο χοντρή...δεν έβρισκε φλέβα και ο Σοζ τη χτύπησε και τώρα είναι χαρμάνα».
    «Και δεν έκανες τίποτα;».
    «Τι να κάνω ρε; Δεν ξέρεις πως είναι ο Σοζ;».
    «Είμαι σίγουρος πως το μόνο που έκανες ήταν να βαρέσεις και να κοιμηθείς στο κρεβάτι».
    Ο Ντατούρα πήρε άλλα δύο Vicodin με μία γουλιά από τη ρακή του Πινακούλη. Το δωμάτιο βρώμαγε ψαρόσουπα και εμετό. Ο Πινακούλης ψόφαγε για λίγο καφέ. Πήγε στη κουζίνα κι έφτιαξε έναν ελληνικό ναι και όχι και για τους δύο.
    Ο Ντατούρα γέμισε με ξινισμένο γάλα το δικό του φλιτζάνι, το κράτησε σφιχτά και με τα δύο χέρια και το έφερε στο στόμα του. Κάηκε σαν μαλάκας. Ξαφνικά άρχισε να κάνει εμετό παντού, το ξερατό πεταγόταν από το λαρύγγι του σαν νεροπίστολο, χοντρά κομμάτια πίτσας έπεσαν πάνω στο μπαρ του σαλονιού.
    «Είμαι τέρας μπέικον».
    Άρχισε να πίνει λίγο ρακή από το ποτήρι του Πινακούλη. Τον έπιασε κρίση βήχα και ο Πινακούλης του έκανε μασάζ στη πλάτη.
    «Είσαι νοσοκόμα» είπε ο Ντατούρα. Έκανε μία αστεία γκριμάτσα. Η πλάτη του ήταν ιδρωμένη και μύριζε ιδρώτα.
    «Πέθανε η μάνα μου» είπε ο Ντατούρα. «Δεν σου είπε η Πούτα;».
    Ο Πινακούλης έκανε ναι με το κεφάλι. Ο Ντατούρα γέμισε το ποτήρι με ρακή. Ο Πινακούλης συνέχιζε να πίνει τον καφέ του, ήταν καφτός και του έκαιγε τη γλώσσα.
    «Την πάτησε μία γουρούνα».
    «Σκατά».
    «Οι γέροι σου ζούνε;».
    «Ναι, αλλά ντάξει...έχω να τους δω καιρό».
    Κάποιος έβαλε A$AP Rocky στο YouTube.
    «Μείναμε με τη Λορέττα σ' ένα σκατένιο Hostel στη πούτσας...τρώγαμε μόνο κορν φλέικς όλη μέρα».
    «Που είναι το πατρικό σου;».
    «Τρίκαλα».
    Ο Πινακούλης πήγε και χαμήλωσε τη μουσική κι άλλο, κοίταξε τα μαυρισμένα από τη βρώμα πόδια της Πούτα που ξεπρόβαλαν μέσα από τα σεντόνια.
    «Οι κηδείες είναι μόνο για μοδάτες νοικοκυρές...εγώ ήθελα να την κάψω με το παλιό φλογοβόλο του θείου μου που είχε κάνει μισθοφόρος στο Ιράκ αλλά δεν με αφήσανε...η Λορέττα ήταν μόνη της στο hostel γιατί τη φρικάρουν οι κηδείες και τελικά μου έστελνε συνέχεια μηνύματα να πάω γρήγορα γιατί ήθελε ν' αυτοκτονήσει...εγώ έτρεξα σαν μαλάκας να τη βρω...κι αυτή μετά γέλαγε κι έλεγε πως ήμουν ηλίθιος...σκατά».
    «Πούτσα».
    «Ένιωθε τέρας μπέικον μάλλον».
    «Ούρλιαζε».
    Η ζάχαρη μέσα στον καφέ είχε κολλήσει στον πάτο του ποτηριού. Ο Πινακούλης άρχισε να πίνει το κατακάθι, το στόμα του γέμισε με καφέ και του ήρθε αναγούλα.
    «Κι εκεί που όλα ήταν σκατά κι εγώ έκλαιγα για τη μάνα μου που τη πάτησε η γουρούνα...αυτή άρχισε να γδύνεται και να τραγουδάει 2pac και να μου λέει πως θέλει να τη γαμήσω κι εγώ της είπα πως είναι γαϊδούρα και πως μόλις είχα θάψει τη μάνα μου και μετά αυτή άρχισε να ουρλιάζει και τελικά κατέληξα να πηδιέμαι σαν ηλίθιος μέσα στην ντουλάπα του hostel».
    «Κρεβάτι δεν είχε;».
    «Δεν ξέρω γιατί μπήκαμε στη ντουλάπα...είμαστε πουστιστάν».
    «Αράπηδες».
    «Σαπουνόπερα με κουβάδες».
    «Αυτό είναι η ζωή μου».
    «Αράπη...τα μπαλάκια στο στόμα σου».
    Το μοναδικό πράγμα που ακουγόταν ήταν η ανάσα της Πούτα που κοιμόταν σαν ξύλο μέσα από τα σεντόνια.
    «Και ναι...από τότε είμαστε κάπως περίεργα...ξέρεις».
    «Να πάμε σε κανά νησί...να τρώμε σάλτσα μπάρμπεκιου».
    «Δεν κάνω πλέον σεξ...είμαι μολοσσός».
    «Τι γουρούνα ήταν;».
    «Δεν ξέρω τι μάρκα ήταν».
    «Τι έγινε;».
    «Πουλούσε ματζούνια στην αγορά, πήγε να περάσει το φανάρι και...τσουπ...την έκανε λιώμα η γουρούνα...πέρασε με κόκκινο η μάνα μου».
    «Μια φορά η μάνα μου με είχε ξεχάσει μέσα σ' ένα ντουλάπι στα ΚΤΕΛ».
    Ακούστηκε η μηχανή ενός αυτοκινήτου έξω στο δρόμο. Κάθε λίγο και λιγάκι η Πούτα κάτι μουρμούριζε μέσα στον ύπνο της. Ο Ντατούρα βγήκε έξω. Πήγε και ο Πινακούλης μαζί του. Ξεράσανε και οι δύο σε μία γωνία του πεζοδρομίου. Ο Πινακούλης άπλωσε το ένα του χέρι για να κρατηθεί από τον τοίχο ενός φαρμακείου, μετά έχωσε πάλι ένα δάχτυλο στο λαιμό του. Οι μυς του στομαχιού του άρχισαν να συσπώνται και αισθάνθηκε εκείνο το ζεστό υγρό ν' ανεβαίνει. Πλοπ, πλοπ, πλοπ, πάνω στο κάγκελο του υπονόμου του δρόμου.
    «Τώρα πραγματικά θέλω μία γυναίκα...μόνο όταν είμαι έτσι θέλω πραγματικά μία γυναίκα...κανονική γυναίκα ξέρεις...με μουνί και τα ρέστα» είπε ο Ντατούρα. «Δηλαδή, θέλω να πω, ακόμα κι αν υπήρχε καμία γκόμενα διαθέσιμη...εμένα δεν υπήρχε περίπτωση να μου σηκωνόταν...δεν θα ήμουν ικανός καν να της γλύψω τα βυζιά...αλλά, όπως και να είναι, εγώ θέλω γυναίκα. Πως να σου πω, όχι με τον πούτσο μου ακριβώς, ή με το νου μου, αλλά με ολόκληρη την ύπαρξη μου, όλο μου το είναι σφαδάζει από την ανάγκη του για γυναίκα. Εσύ το παθαίνεις αυτό; Καταλαβαίνεις;».
    «Ναι...θες...δεν θες να τη πηδήσεις...θες να...θες να την ξεκοιλιάσεις...να της κάνεις μακελειό με όπλα».
    «Ναι, περίπου δηλαδή...αυτό είναι...να της σφίξεις τον λαιμό, να της σπάσεις τα πλευρά, να της στρίψεις το λαρύγγι, να της χώσεις κανένα καυτό σίδερο στο κώλο, ξέρεις, καμία από εκείνες των ΒΠ, καμία κυρίλε γκόμενα, από εκείνες που σουλατσάρουν στη Φιλοθέη».
    Η Πούτα ξεπρόβαλε από την τουαλέτα, είπε ένα ξεθυμασμένο γεια. Το κολάν της ήταν σκισμένο. Φαινόντουσαν οι τρίχες από το πέος της. Κόντεψε να πέσει και ο Πινακούλης έτρεξε και την έπιασε στο τσακ.
    «Ευχαριστώ καβλιάρη...είμαι καλά τώρα...μπορείς να μου φέρεις κάτι να πιω; Το στόμα μου έχει κολλήσει». Το κεφάλι της έπεσε πίσω. Καθώς ο Πινακούλης προσπαθούσε να βάλει ένα ποτήρι νερό από τη βρύση, ο Ντατούρα έβγαζε το κολάν της Πούτα.
   
   



    Ο Σοζ ήταν ένας ευτραφής τύπος που του άρεσε να τρώει κρέπες με μανιτάρια, μπέικον, σοκολάτα, σιρόπι φράουλας και χοχλιούς πάνω σε βάφλα. Το αγαπημένο του χόμπι ήταν να βασανίζει γάτες, σκύλους και κότες – τους έκοβε τα πόδια μ' ένα κοφτερό πριόνι που του είχε χαρίσει ο πατέρας του ο οποίος ήταν πρώην μπάτσος. Ήταν καλό παιδί αν εξαιρέσεις πως ήταν μαλάκας, ο κώλος του πάντα μύριζε ιδρώτα όσα μπάνια και να έκανε. Έβλεπε πάντα πορνό στο ίντερνετ με νάνους και ηλικιωμένους. Είχε ασημένια δόντια. Είχε να βρει κανονική δουλειά από το 2008. δεν είχε σπουδάσει τίποτα, είχε παρατήσει το σχολείο στην δευτέρα λυκείου, είχε ένα μηχανάκι που του είχε βγάλει τα μάτια, έτρωγε μόνο σοβαρό junk food – δηλαδή κάτι Goodies, κάτι McDonalds, σουβλάκα, πίτσες κτλπ – μόνο. Παλιά έπαιζε μπάλα στον Απόλλων Αθηνών  - δεξί μπακ -  αλλά τα παράτησε γιατί ανακάλυψε την ηρωίνη.
    Τώρα καθόταν στον ξεσκισμένο του καναπέ, είχε ανάψει τον αναπτήρα του κάτω από το μαυρισμένο κουτάλι, η ουσία άρχισε να κοχλάζει, απολύμανε λίγο τη βελόνα με μπαμπάκι και οινόπνευμα, τράβηξε το υγρό με τη σύριγγα κι έβγαλε τον αέρα μ' ένα ελαφρύ πάτημα της αντλίας. Χτύπησε το απάνω μέρος της παλάμης του και μερικές παχιές, γαλάζιες φλέβες φάνηκαν μέσα σε μία χλωμή δόξα, έδεσε τον καρπό του μ' ένα σχοινάκι και πίεσε τη μύτη της βελόνας στην πιο χοντρή φλέβα, τράβηξε αίμα μέσα στο θάλαμο και άφησε το μίγμα να μπει μέσα του. Στην αρχή άρχισε να βλέπει θολά, μετά υπήρχε παγωνιά και ζεστασιά ταυτόχρονα σε όλο του το κορμί, την καρδιά, τα νεφρά, τα πνευμόνια, μετά ήρθε η κλασική του αναγούλα, έκανε λίγο εμετό μέσα στο μεγάλο τασάκι που έγραφε Marlboro, ξάπλωσε το σώμα του πίσω στα ξεσκισμένα καρώ μαξιλάρια που μύριζαν ιδρώτα και σπέρμα, αποσύνθεση και καπνό, η ζεστασιά κυριάρχησε και η ευδαιμονία τον κοίμησε αμέσως. Μετά από λίγο ξύπνησε και άναψε τσιγάρο.
    Πήγε στο φούρνο και πήρε ένα παγωτό από τη μηχανή – ανάμικτο κρέμα και σοκολάτα.
    «Πω, πω, μαλάκα Σπύρο...θα βρέχει αύριο είπανε» είπε ο Σοζ στον φούρναρη.
    «Δεν πα να γαμηθεί...ο κωλόκαιρος μας έχει γαμήσει φέτος».
    «Ρε συ...αυτό που φτιάχνεις πάντως δεν είναι ψωμί».
    «Στ' αρχίδια μου ρε φίλε...εγώ υπάλληλος είμαι».
    «Ο δίπλα έχει και μουνάκια που δουλεύουν».
    «Σιγά ρε μαλάκα Σοζ...τις χοντρές λες;».
    «Είναι ωραίο να βλέπεις μία γυναικεία παρουσία παρά να βλέπω τη φάτσα σου».
    «Το τρως όμως το παγωτάκι ε; Πουστόνι».
    «Σε γαμάω...είδες τον τελικό;».
    «Ναι ρε...αίσχος».
    «Να πάνε να γαμηθούνε...όλα γίνονται για τα φράγκα».
    «Όλο κλισέ μαλακίες λέμε».
    «Και τι να πούμε;».
    «Δεν ξέρω...ας πούμε κάτι άλλο».
    «Ας πούμε για τη μάνα σου...ας πούμε».
    «Χοντρέ θα σε γαμήσω».
    «Πιάσε κι ένα κριτσινάκι με τυρί».
    Τον πήρε τηλέφωνο ο Πινακούλης. Πω πω, τι ήθελε τώρα ο πρίξας; Πάλι για εκείνο το χρηματοκιβώτιο θα του έλεγε, τον είχε βαρεθεί, όλο λόγια ήταν και καθόλου αποτελέσματα.
    «Τι θες;».
    «Έχεις κανένα νέο;» είπε ο Πινακούλης αναφερόμενος στην έρευνα που υποτίθεται θα είχε κάνει ο Σοζ για το Safe Pussy.
    «Είναι αδύνατον να το ανοίξεις. Αυτό ξέρω σίγουρα...α και μοιάζει με μουνί».



    Ήταν όλοι στο σαλόνι του Συλλόγου Αναψυκτικών, ο Πινακούλης άραζε σε μία πολυθρόνα κι έτριβε το πουλί του, ο Σοζ με μία οδοντογλυφίδα προσπαθούσε να βγάλει ένα κομμάτι μπιφτέκι που του είχε κάτσει στα δόντια και ταυτόχρονα άφηνε αθόρυβες, υγρές πρωινές κλανίτσες – το μπιφτέκι μάλλον δεν ήταν καλό, ο Άριελ Πινκ προσπαθούσε να βάλει στον κώλο του το κινητό του Πινακούλη ως συνήθως – το έκανε σιγά, σιγά αλλά η συσκευή συνέχεια γλιστρούσε ανάμεσα από την κωλοσχισμή του, ο Λούμπρικαντ έκανε εμετό μέσα σ' ένα κουτί με εργολάβους, η Λορέττα κοιμόταν στην τουαλέτα με το περιοδικό της και η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα κάπνιζε ότι είχε απομείνει από την πίπα του κρακ που μόλις είχαν καταναλώσει. Κάθε φορά το ίδιο γινόταν, δεν μπορούσαν να κάνουν μία συνέλευση της προκοπής – είτε θα γινόντουσαν λιώμα από το κρακ είτε όλοι θα καταλήγανε να εξηγούν στον Λούμπρικαντ πως όντως ο σύλλογος τους δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μία σκουλικότρυπα από σάπιους διαρρήκτες-πρεζόνια και τίποτε παραπάνω. Ο Λούμπρικαντ όμως ήταν πιο ρομαντικός, νόμιζε πως ήταν εκεί για έναν σκοπό – να πάρουν τα ηνία από τις άλλες, χαζές και ηλίθιες συμμορίες του κέντρου της Αθήνας. Κι όταν λέμε ηνία, εννοούμε την Δόξα και όχι το Χρήμα. Ο Λούμπρικαντ ήταν αυτό που λέμε ο πιο καθυστερημένος πρόεδρος σωματείου όλων των εποχών και των συγκυριών.
   
   
   

















 
   
   5.


    Μέσα από τη λιμνούλα από τα σάλια του Ντατούρα καθρεπτιζόταν ένας σκούρος ουρανός κι ένας μικροσκοπικός ήλιος. Όταν ο Πινακούλης έγειρε μπροστά για να δει τη φάτσα του, έπεσε πάνω στη Λορέττα.
    «Είσαι μοδάτη νοικοκυρά και το ξέρεις».
    «Πάλι έσπαγες πράγματα με τον κώλο σου έτσι;».
    «Δεν είναι δικό μου το λάθος που καθυστέρησα, ένας γέρος έκανε κακάκια μέσα στο λεωφορείο και ο οδηγός έγινε μπαρούτι, μέχρι που κάποιος έπρεπε να καθαρίσει εκεί μέσα...φυσικά δεν το έκανα εγώ...όλοι άρχισαν να ουρλιάζουν...που σκατά είναι όλοι;».
    Ο Ντατούρα καθόταν νυσταγμένος στην άκρη του δρόμου κι έξυνε με το νύχι του μία τσίχλα από το πεζοδρόμιο. Η Λορέττα του έριξε μία κλωτσιά. Ο Άριελ Πινκ άφησε μία κλανίτσα και όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν ασυναίσθητα.
    «Πάλι δεν είσαι στο κομμωτήριο;».
    «Δεν θα βρούμε ποτέ εκείνο το χρηματοκιβώτιο μουνί».
    Η Πούτα φορούσε ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα που το είχε πάρει από ένα Πακιστανικό μαγαζί με μεταχειρισμένα – ήταν καλυμμένο μέχρι κάτω με αλογότριχες.
    «Είναι πραγματικά τρομερό αυτό που φοράς» είπε ο Άριελ Πινκ.
    «Ο Σύλλογος Αναψυκτικών είναι για τον πούτσο».
    Ο Ντατούρα την έφτυσε. Η Λορέττα έσκυψε και κάτι είπε στο αυτί του Πινακούλη, το άρωμα της ήταν εξαίσιο.
    «Τα χοντρά μπέικον δεν πρέπει να αγοράζουν τέτοια φορέματα» είπε η Λορέττα.
    «Μην είσαι μοδάτη νοικοκυρά...γίνε λίγο πιο...λίγο πιο...».
    Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα κοίταξε γύρω της συνωμοτικά και μετά είπε:
    «Το ψειρίσαμε από τα H&M...ο μαλάκας ο Λούμπρικαντ βρήκε την ώρα...όλοι μας είχαν πάρει χαμπάρι...που να κωλώσει αυτός...το έχωσε στη τσάντα της».
    «Τι λες μωρή; Αυτό δεν το πήρες από τα Πακιστάνια;».
    «Θα σου γαμήσω».
    «Πάλι σούφρωνες Λούμπρικαντ;».
    «Άστονε...είναι τίγκα στη κόκα».
    «Μπορεί να σε βάλουν μέσα».
    Ο Λούμπρικαντ γύρισε και το πρόσωπο του ήταν μαύρο από την εξάτμιση ενός τεράστιου λεωφορείου που μόλις τους είχε θάψει όλους μέσα στο καυσαέριο.
    «Ωραία δεν μυρίζουν οι μασχάλες μου σήμερα;» είπε ο Λούμπρικαντ που είχε ψειρίσει ένα άρωμα μαζί με το φόρεμα.
    «Ναι...είναι μούρλια».
    «Θα μπλέξουμε με αυτές τις μαλακίες».
    Ο Άριελ Πινκ και ο Λούμπρικαντ σύρθηκαν μέχρι τα Έβερεστ για να αγοράσουν φαγητό, οι άλλοι άρχισαν να ανταλλάσουν κραγιόν και πούδρες, πασάλειβαν τα πρόσωπα τους, με τις πλάτες στον τοίχο, κοντά στο σταθμό Μοναστηράκι, στην οδό Αθηνάς. Όλοι έκαναν αστείες μούρες μπροστά από τα καθρεφτάκια τους. Κανείς δεν είχε ιδέα που ήταν εκείνο το χρηματοκιβώτιο μουνί και στην ουσία δεν ενδιέφερε κανέναν όλη αυτή η υπόθεση – απλά ήθελαν να περνάνε καλά. Οι περαστικοί τους κοιτούσαν με αηδία, σούφρωναν τις μύτες τους και έκαναν τσκ τσκ τσκ με το στόμα και τη γλώσσα σε ένδειξη αποδοκιμασίας.
    Ένας χοντρός σεκιούριτι του μετρό είπε στην Πούτα:
    «Φοβερό ντύσιμο κοπελιά».
    Η Πούτα, με τρομερά σοβαρό ύφος του απάντησε:
    «Φχαριστώ παλικάρι μου...πάμε σε σημαντικό πάρτι».



   
    Ακριβώς στο κέντρο του δωματίου του κεντρικού σαλονιού της Λέσχης του Διαβάσματος, εκεί στο άντρο των Ρομαντικών στους Αμπελόκηπους, μία γαβάθα από πυρότουβλο έκαιγε και λιβάνιζε το χώρο με ένα τέταρτο του κιλού χασίς. Δεν μπορούσες να ξεφύγεις από τη μαστούρα, όποιος κι αν ήσουν, ο καπνός κάλυπτε τα πάντα, έμπαινε μέσα στο σώμα σου με κάθε ανάσα. Δεν πέρασε ένα λεπτό και ο Πινακούλης είχε γίνει κόκαλο. Ένιωθε τα έντερα του να φέγγουν μέσα από κάθε πόρο του σώματος του και αντιστρόφως, να κατακλύζεται από τη γλίτσα του ιδρώτα και από τον αχό των αναπνοών των άλλων.
    Στο κάτω μέρος του κορμιού του αισθανόταν βαρύς, καρφωμένος σε κάποιο αόρατο τσιμεντόλιθο, σαν να ήταν βουτηγμένος μέσε σε πηχτή μύξα, και το στόμα του ήθελε απεγνωσμένα ν' αρπάξει το πιπί κάποιου και να το ξεζουμίσει. Ήταν όλοι καθιστοί και τρώγανε γιγαντιαία καλτσούνια με αυγό τα οποία και ήταν στοιβαγμένα μέσα σε πιατέλες από πορσελάνη, πίνανε μπύρα και ρακή, ενώ ολόκληρο το μέρος ήταν σαν φούρνος από τη ζέστη. Ο Πινακούλης είχε την ανάγκη να βγάλει το πετσί του και να κρεμάσει κάπου. Ήθελε απεγνωσμένα να πάρει μέσα του εκείνα τα κορμιά των όμορφων Ρομαντικών, να τους αφήσει να εισχωρήσουν στις οπές του. Ακόμη και ο Λούμπρικαντ είχε ενδώσει και είχε δεχτεί να παρευρεθεί. Κάποιος έφερε μία πιατέλα με χρωματιστά ντόνατ και τρούφες. Τα καλοσχηματισμένα χέρια τους άδραχναν γλυκά, φρούτα, τσιγάρα, καβουρόψηχα, κάποιος ρουφούσε ένα ολόκληρο κέλυφος από ένα μυστήριο είδος χελώνας, πίκλες που θύμιζαν μαύρα δάχτυλα ιθαγενών γεμάτα με σύφιλη και καρούμπαλα, στρείδια βαμμένα με κραγιόν έτσι ώστε να θυμίζουν γυναικεία στόματα, λαχανικά βουτηγμένα μέσα σε καραμέλα και ροζ σάλτσα.
    Το τεράστιο πιπί του Ονορέ ήταν όλο χωμένο μέσα στο στόμα της Λορέττα.
    «Μμμ...μπορείς να το βουτήξεις μέσα στην Κόκα Κόλα;» είπε η Λορέττα.
    Ήθελε να δει ποιος έχει το πιο στραβό πιπί. Μπουσουλούσε σαν μωρό και πήγαινε από τον έναν στον άλλο. Όταν διαπίστωσε πως το πιο στραβό πιπί το είχε ένας Πακιστανός που τον λέγανε Σβατζενάιτζερ, πήρε ένα κομμάτι πίτσας και του καπέλωσε την ουρήθρα, σαν καπέλο για κυρίες.
    «Δεν πρόκειται να αναφερθεί στην ετήσια αναφορά μου» είπε ο Σβάτζι.
    Ο Σβάτζι σήκωσε το πλακουτσωτό του κεφάλι και άρχισε να ουρλιάζει σαν κουνάβι, την ώρα που η Λορέττα έπιασε να τρώει κομμάτια από την πίτσα-καπέλο. Αμέσως μετά πήδηξε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να χορεύει σαν μπανάνα.
    Κάποιος είχε ντύσει τους τοίχους με αλουμινόχαρτο, προβολείς αναβόσβηναν παντού και από κάποια πολύ κακά ηχεία ακουγόταν μία ρούμπα της Ίμα Σούμακ παιγμένη από το YouTube. Η Λορέττα άρχισε να χορεύει εκτός ρυθμού, πιο μανιασμένα τώρα που είχε ερεθιστεί με τη μυρωδιά από το πιπί του Σβάτζι σε συνδυασμό με το πεπερόνι της πίτσας.
    «Είμαστε νοικιασμένα κακάκια!» ούρλιαξε η Λορέττα. Αμέτρητα χέρια Ρομαντικών προσπάθησαν να την αδράξουν και να της σκίσουν το βρακί. Μικρά κομματάκια από ποπ κορν αιωρούνταν παντού – σαν κομφετί, η Πούτα άρπαξε ένα από αυτά καθώς άλειφε με φυστικοβούτυρο το πιπί του Φρανσουά. Μόλις ο Ονορέ ούρλιαξε και άρπαξε τη Λορέττα ανάμεσα από τα μπούτια, το δωμάτιο γέμισε με στριγκλιές και χάχανα.
    Ο Πινακούλης έριξε μία ματιά στο δωμάτιο, παρακολουθώντας τις φίλες του, τραβεστί και μη, να λυγίζουν και να συστρέφουν τα κορμιά τους, και συνέχισε να πίνει Καμπάρι και να μασουλάει απαθέστατα κάτι κράκερ με μπέικον σε σχήμα ψαράκι που κάποιος άξεστος είχε αλείψει με πατέ συκωτιού.
    Τα πιπί των ρομαντικών ήταν τόσο μακρουλά και λεπτά σαν μακαρόνια που νόμιζες πως είχες πέσει μέσα σε κάποιο χοντρό αστείο γαστρονομικού συνδέσμου ζυμαρικών. Ακόμα και τέρμα ερεθισμένο, το πιπί του Φρανσουά στράβωνε διαγράφοντας μία έντονη καμπύλη καθώς το πείραζε η Πούτα. Τα επίσης λεπτά του πόδια άρχισαν ξαφνικά να τρέμουν κι έτσι έχυσε, απρόσμενα και άδοξα, όλοι άρχισαν να γελάνε καθώς παρακολουθούσαν τα κιτρινιάρικα φλόκια να προσγειώνονται στα μούτρα της Πούτα. Εκείνη γελούσε καθώς ανοιγόκλεινε τα μάτια της που ήταν κολλημένα με την κρεμούλα του Φρανσουά. Μετά άρχισε να ψάχνει κανένα κομμάτι παλιάς εφημερίδας για να σκουπιστεί αλλά ο Σβάτζι την άρπαξε με εκείνα τα χέρια που θύμιζαν τόσο έντονα πλοκάμια εν εξάψει, την τοποθέτησε πάνω στο σκληρό του πιπί, με το αριστερό του πλοκάμι της έπιασε το κεφάλι (και μιλάμε πως η Πούτα είναι δυνατή, όχι κανένα αδύναμο τραβέλι) και την κάρφωσε σαν βούτυρο. Τώρα όλο της το βάρος κρεμόταν από το πιπί του. Η Πούτα ούρλιαξε, προσπαθώντας να ξεφύγει.
    «Είμαστε μύξες».
    Ο Σβάτζι ξάπλωσε στον καναπέ και άρχισε να στριφογυρνάει την Πούτα πάνω στο πιπί του. Το σώμα της συσπάστηκε και σίγουρα την έπιασε πανικός. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει και έβαλε τα χέρια της πάνω στα μάγουλα της από την απελπισία. Ήταν σαν να βλέπεις κάποια ηρωίδα από ταινία τρόμου.
    Ο Σβάτζι γελούσε σαν αρκούδα, την ώρα που η Πούτα γραπωνόταν από το στήθος του. Άρχισε να τη στριφογυρνάει σαν παιδικό παιχνίδι. Ο Μπαλαούρας, ο οποίος έγλυφε με σθένος τα βυζιά της Λοάνα, ο Φρανσουά, που είχε σκεπάσει με μία κρύα πετσέτα το μαραμένο του πιπί, ο Ονορέ, που ακόμη ήταν ντυμένος, ένας άγνωστος που ήταν καβάλα πάνω στη Λορέττα – όλοι χάζευαν υπνωτισμένοι  την περιστροφή της Πούτα. Χριστέ μου! Ήταν απίστευτο!
    «Την έχει πουτσίσει».
    «Είναι σαν λούνα παρκ».
    Ο Φρανσουά και ο Ονορέ έπιασαν τη Πούτα από τα πόδια και την έκαναν να περιστραφεί ακόμα πιο γρήγορα πάνω στο πιπί του Σβάτζι. Εκείνος, δείχνοντας τα σαν πλοκάμια χέρια του, χαμογέλασε και πέταξε μπροστά τον κορμό του, έτσι ώστε να χώσει ακόμα πιο βαθιά μέσα της το πιπί του. Ξαφνικά η Πούτα άρχισε να κλαίει και να σφαδάζει, Τραβούσε τα μαλλιά της και δάγκωνε τα χέρια της σε ένδειξη απελπισίας. Ο Λούμπρικαντ καθόταν σε μία γωνία και κάπνιζε μία πίπα κρακ, μία άγνωστη γυναίκα του αυνάνιζε το πιπί. Σχεδόν δεν αισθανόταν τίποτα. Τα δάκρυα της Πούτα πεταγόντουσαν στα μούτρα των παρευρισκόμενων. Ποτέ δεν είχαν ξαναγελάσει τόσο πολύ. Η Λορέττα κρατούσε μία παντιέρα από χοιρινό κρέας, τυρί και ροζ σάλτσα και πήγαινε πάνω κάτω γυμνή. Η Λοάνα έχωσε τα νύχια της στα κωλομέρια του Μπαλαούρα. Ο κώλος της Πούτα είχε ματώσει και τα πόδια της έτρεμαν από την ένταση. Ο Σβάτζι άρχισε να συντονίζεται με το ρυθμό της ρούμπας. Η Λορέττα άρχισε να γλύφει τα δάχτυλα των ποδιών του Πινακούλη. Η Πούτα με το ξεραμένο σπέρμα του Φρανσουά στο πρόσωπο της, έκλαιγε και δάγκωνε τα δάχτυλα του Σβάτζι τα οποία είχαν ματώσει.
    «Ωωωχχχχ...είσαι μοδάτη νοικοκυρά».
    Ο Σβάτζι δεν άντεξε άλλο, έριξε μία δυνατή σπρωξιά στην Πούτα και άρχισε να χύνει παντού σαν συντριβάνι – τόσο πολύ που όλοι έπεσαν πίσω από τον καναπέ για να καλυφθούν από τη «βροχή». 
    Η Πούτα έχυσε κι αυτή, με το καβλί της πάνω στο χαλί. Η Λορέττα, που εκείνη την ώρα έτριβε τα βυζιά της με γιαούρτι, έτρεξε και έβαλε ένα παλιό περιοδικό πάνω από την Πούτα.
    «Είσαι όρκα».
    Όλοι γυρνούσαν μέσα στο δωμάτιο κι έπαιρναν όποιο πιπί ήθελαν, το έβαζαν μέσα τους, έχωναν το δικό τους μέσα σε άλλα πιπί ή ποπούς. Ο Πινακούλης συνεχώς αναρωτιόταν για το που βρίσκεται. Έβαλε στο στόμα του μερικές ρώγες από σταφύλι που τις είχε βρει κάτω από το σκρίνιο. Καθώς έφτυνε τα κουκούτσια, αισθάνθηκε στο χέρι του ένα μουνί. Ξαφνικά του πέρασε από το μυαλό πως ίσως να υπήρχε εδώ μέσα κάποιος ύποπτος, βρώμικος κωλαρίκος αλλά μετά θυμήθηκε την επιγραφή στην είσοδο του πάρτι που έλεγε ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΘΑΡΟΥ ΠΟΠΟΥ και από κάτω τον τύπο με το γάντι που σου έβαζε δάχτυλο για να δει αν είχες πλυθεί καλά. Ο Πινακούλης σήκωσε τα μάτια του και είδε την Λορέττα να τον κοιτάει κάνοντας γκριμάτσες. Ο Ονορέ έβγαλε τα ρούχα του. Την πλησίασε και της έχυσε στον ποπό ένα ολόκληρο μπουκαλάκι κόκκινου μανό που μύριζε πολύ όμορφα. Έσβησε το τσιγάρο του και γύρισε προς τη Λοάνα που κουνιόταν μπροστά από τον Μπαλαούρα.
    «Πιάσε το σωληνάριο».
    Ο Ονορέ άλειψε τον ποπό της με το μανό και η Λοάνα ούρλιαξε γιατί ήταν παγωμένο. Έριξε μία σπρωξιά στον Μπαλαούρα και έχωσε εκείνος το πιπί του στον ποπό της, αφού πρώτα είχε πασαλείψει το πιπί του με το μανό. Η Λοάνα καμπούριασε και βόγκηξε.
    «Είμαστε μοδάτα μπέικον!» είπε η Λορέττα.
    Η Λοάνα έκλαιγε. Η Λορέττα της άρπαξε τα μαλλιά και την χαστούκησε.
    «Μην είσαι όρκα».
    Έδωσε ένα δυνατό φιλί στον Μπαλαούρα και άρχισε να ουρλιάζει και να γελάει σαν τρελή. Ο Πινακούλης άρχισε να φτύνει παντού και κυρίως πάνω στο παραμορφωμένο πρόσωπο της Λοάνα. Τα ρουθούνια της ανοιγόκλειναν σαν τα ρουθούνια κάποιου αθλητή που προσπαθεί να φτάσει πρώτος στον τερματισμό. Η Πούτα άνοιξε επιτέλους τα μάτια της και συνειδητοποίησε πως ήταν καλυμμένη με χύσια. Το στόμα της είχε στραβώσει και το βλέμμα της θύμιζε ζόμπι. Ο Πινακούλης την έπιασε από τους ώμους κι εκείνη κόλλησε το πρόσωπο της στο δικό του.
    «Την έχουμε πουτσίσει!» του είπε.
    Το κορμί της μύριζε σαν πεθαμένο ζώο, ο Πινακούλης έτρεξε γρήγορα στην τουαλέτα κι έκανε εμετό. Η Πούτα ήρθε κι έκατσε δίπλα του στην μπανιέρα. Εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει που είχε εστιάσει. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα.
    «Πούτα είσαι τόσο χοντρή που κοντεύεις να πνιγείς από το ίδιο σου το προγούλι» είπε η Λορέττα.
    Της χούφτωσε τον πούτσο κι άφησε ένα μικρό γελάκι όταν είδε πως εκείνη νευρίασε. Ο Πινακούλης κάθισε στο κάθισμα της τουαλέτας. Η Πούτα αγκάλιασε τη Λορέττα και τη φίλησε στο στόμα.
    «Το πιπί σου είναι χαριτωμένο» είπε η Λορέττα στον Πινακούλη.
    Η Λορέττα το πήρε στο στόμα της καθώς η Πούτα του τραβούσε τα μαλλιά, άρχισε να τον φιλάει με πάθος μωρού που ψάχνει τη ρώγα της μητέρας του. Η Λορέττα τούρλωσε τον ποπό της και ακούμπησε με τα χέρια της στον τοίχο. Μετά οδήγησε τον Πινακούλη να βυθιστεί μέσα της. Το μουνί της ήταν καθαρό γιατί μόλις είχε ξεπλυθεί στην μπανιέρα. Μπήκε μέσα στο μπάνιο ο Ονορέ.
    «Αρχιδάκι Ιάκωβε...είσαι μπέικον από τα λίγα».
    Ο Ονορέ τους έπιασε και τους δύο, έτσι όπως ήταν ενωμένοι, και τους πέταξε στο πάτωμα, χωρίς όμως το πιπί του Πινακούλη να βγει από μέσα της. Ο Πινακούλης βόγκηξε από τον πόνο γιατί ένιωσε το πιπί του να στραβώνει από την πτώση. Ο Ονορέ έδωσε μία και πέταξε την Λορέττα στη μπανιέρα. Την καβάλησε αλλά εκείνη τη στιγμή ο Σβάτζι την κρατούσε από τα χέρια. Κάποιος της γέμισε το στόμα μ' ένα τεράστιο κομμάτι μουσακά, που παραλίγο να την πνίξει για τα καλά. Η Πούτα έκανε μορφασμούς με το στόμα της καθώς σκούπιζε με λίγο χαρτί τον ποπό της που είχε λίγο αίμα. Το έδειξε με παράπονο στον Φρανσουά.
    «Είμαστε τέρατα».
    «Ο μουσακάς είναι τέλειος...τον έφτιαξε η μάνα μου» είπε η Λορέττα.
    «Ναι είχα να χαρώ τόσο από τότε που πήραμε το Ευρωπαϊκό το 2004».
    Ο Πινακούλης ανέβηκε στη μπανιέρα και άρχισε να ρίχνει σάλια σε όλους. Ο Φρανσουά του έριξε μία μπουνιά στο στήθος, εκείνος κύλησε στο πλακάκι και πάνω στην Πούτα.
    «Είμαι ο Γουίλι Γουόνκα».
    Η Πούτα ήταν καβάλα με τον Ονορέ που την πήδαγε καθώς ταυτόχρονα την τάιζε ένα τεράστιο κομμάτι ψητού κοτόπουλου. Η Πούτα άρχισε πάλι να κλαίει.
    Το κορμί της κουνιούταν σαν δαιμονισμένο στο ρυθμό της Ριάνα που ακουγόταν από τα ηχεία του υπολογιστή. Η Λορέττα κάθισε πάνω στον Φρανσουά, εκείνος την έτριψε μ' ένα κομμάτι παστίτσιο και την ράντισε με κρέμα μπαλσάμικου. Το χαλί ήταν γεμάτο με ένα σωρό φαγητά και υγρά αγνώστου ταυτότητος. Σκισμένα βρακιά, καπότες, αποτσίγαρα, τσιμπιδάκια, κουτιά από συσκευασίες κράκερ, σελοφάν από πατέ συκωτιού, δαγκάνες αστακού, μακαρόνια με κέτσαπ, μαρούλι, ψωμί, ένα μισό ψάρι, κουτάλια, άδεια κουτιά αναψυκτικών, φλούδες από πεπόνι, σπίρτα, μία μπατανόβουρτσα με άγνώστου ταυτότητος υγρό πάνω της, κεράσια. Η Πούτα στάθηκε όρθια. Πιάνοντας τον ποπό της με το χέρι είπε:
    «Λες να παραγγείλουμε κανά σουβλάκι;».
    Ο Φρανσουά της έδωσε ένα φιλί στο στόμα.
    Η Πούτα άρπαξε ένα πόδι αστακού και άρχισε να το ξεκοκαλίζει. Κάποιος Ρομαντικός της πέταξε το πιπί του στο πρόσωπο και η Πούτα το πήρε κι αυτό στο στόμα της. Για λίγο το έπαιξε με τη γλώσσα της και μετά το άφησε και αφοσιώθηκε στον αστακό της. Ρουφούσε την λευκή του σάρκα με έναν αηδιαστικό ήχο. Έβαλε το δάχτυλο της μέσα στο μπολ με τη ροζ σάλτσα και μετά το έβαλε στο στόμα της. Λίγο σάλτσα έπεσε στο σιλικονάτο της στήθος. Η μυρωδιά του βραστού αστακού γέμιζε το σαλόνι. Ο Φρανσουά έδωσε μία με τη λεκάνη του και τον έχωσε στον κώλο της Πούτα. Εκείνη, ατάραχη, συνέχισε να τρώει το φαγητό της. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της αλλά δεν σταμάτησε να τρώει, σήκωσε μάλιστα και το ποτήρι της που ήταν γεμάτο με κρασί και προσπάθησε να πιει. Το περισσότερο χύθηκε πάνω της. Η Λορέττα έβαλε τα γέλια. Τώρα ακούγανε Μπρίτνεϊ Σπίαρς. Η Πούτα μπουσούλησε μέχρι τον υπολογιστή, έριξε μία στην οθόνη μ' ένα σφυρί και είπε:
    «Σκάσε πια όρκα!».



    Το πρωινό στο κατάστημα Περέτ ήταν γεμάτο γλίτσα που έσταζε από τα κλιματιστικά του ταβανιού – ανέδιδαν μία φαρμακευτική οσμή η οποία απλωνόταν, εκτός από όλα τα τμήματα των διαφόρων, παρανοϊκών προϊόντων (όπως εκείνο το εξωφρενικό κουτί για τις αποξηραμένες μελιτζάνες νάνους) μέσα στο έλκος και τις γαστρίτιδες των υπαλλήλων, των οποίων τα μάτια ήταν πρησμένα και κόκκινα, πλαισιωμένα από μεγάλους, μελανούς κύκλους που τα έκαναν να φαίνονται σαν γνήσιες αρχιδοσακκούλες, χειρουργικά τοποθετημένες στα αποσβολωμένα τους πρόσωπα.
    Οι δουλειές που κανείς έπρεπε να φέρει σε πέρας ήταν τόσες πολλές και τόσο περίπλοκες που τελικά όλοι κατέληγαν να μην κάνουν τίποτε απολύτως σωστό. Οι πελάτες περίμεναν από τα ξημερώματα έξω από τα κάγκελα της εισόδου, άλλοι είχαν μείνει εκεί από χτες τη νύχτα, για χάριν της γρήγορης εξυπηρέτησης τους, όταν όμως οι πόρτες άνοιγαν στις 9, αυτό που αντίκριζαν  ήταν ένα μακελειό από πεταμένα προϊόντα και κάτι πρησμένες μούρες μέσα σε πορτοκαλί μπλουζάκια να προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από ράφια ή κολώνες.
    Το στομάχι του Πινακούλη έκανε τούμπες, οι αναθυμιάσεις από τα οξέα που έκρινε έκαναν τα πνευμόνια του να φουσκώνουν και να παθαίνει βρογχικό άσθμα. Πήρε λίγο Αερολίν, μετά κάπνισε ένα τσιγάρο στην τουαλέτα, έπαιξε λίγο το πουλί του, άκουσε λίγο  στο μουσική στο κινητό του, βγήκε έξω, έκλεψε ένα βιβλίο, το έβαλε στην τσάντα του – ήξερε πως δεν υπήρχε περίπτωση να το διαβάσει αλλά δεν μπορούσε ν' αντισταθεί. Τα πάντα εκεί μέσα ήταν τόσο φωτεινά που όλα έμοιαζαν σκοτεινά μετά από μία ώρα. Το δέρμα σου γινόταν κίτρινο από τα νέον φώτα, ο σεκιούριτι, καθώς σε προσπερνούσε, πάντα άφηνε πίσω του μία ιδρωτίλα που σε έκανε να θέλεις να κάνεις εμετό – εκείνο το αλεξίσφαιρο γιλέκο που τον ανάγκαζαν να φοράει πάνω από το πουκάμισο και τη γραβάτα ήταν πραγματικά ανυπόφορο. Κάποιοι πελάτες έπαιζαν ξύλο έξω στο πάρκινγκ, άκουγες τα ουρλιαχτά και τα χτυπήματα από τις μπουνιές. Αυτό ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό στο μαγαζί. Υπήρχαν πολλές διαβαθμίσεις στην διάθεση του Πινακούλη, από την στιγμή που έμπαινε μέσα στο τμήμα των βιβλίων μέχρι την ώρα που σχολούσε. Στην αρχή ήταν απλά γεμάτος με φλέγματα από το κακό του στομάχι, μετά η διάθεση του ισοπεδωνόταν από κάποια ηλίθια απαίτηση πελάτη που ήθελε να του βρει κάποιο παιδικό βιβλίο για κουνέλια, στην συνέχεια ίσως να χάζευε για καμία ώρα στον υπολογιστή, κάποιο νέο στο ίντερνετ, ένα καινούριο βιβλίο, ένα νέο underground πάθος για κάτι απροσδιόριστο, μία παραγγελία από την Αυστραλία ή από κάποιον εκδοτικό οίκο της Νέας Ορλεάνης.
    Όταν η ώρα έφτανε 11 ήταν η ώρα να αυνανιστεί. Πήγαινε στην τουαλέτα με κάποιο ερωτικό λεύκωμα και μαζί με τον δονητή που θα είχε κλέψει από το τμήμα με τα σεξουαλικά παιχνίδια, θα τον έπαιζε μέσα στην τουαλέτα μέχρι να τελειώσει πάνω στο λευκό πλακάκι υπό την συνοδεία του χαλασμένου καζανακίου. Μετά θα έπρεπε να φτιάξει τα χαλασμένα CD που κάποιος πελάτης τα είχε ανακατέψει – μερικοί πετούσαν τα CD ο ένας στο κεφάλι του άλλου, ειδικά οι νεαροί έφηβοι πελάτες. Μία φορά ένα κανίς ενός φιλόζωου πελάτη είχε ανέβει στο ράφι με τα βινύλια και μασουλούσε ένα εξώφυλλο από τον καινούριο δίσκο των Πινκ Φλόιντ οι οποίοι είχαν επανδρωθεί, όχι με τα κανονικά, αρχικά μέλη, αλλά από ρομπότ ζόμπι.
    Η αποθήκη ήταν ένας λαβύρινθος από πλαστικούς όγκους, χάρτινους πολτούς στοιβαγμένους σε τούβλα, κέρινα ομοιώματα παιχνιδιών, κούτες πασαλειμμένες με σπέρμα ελέφαντα, μαρκαδόρους σπασμένους και ανορθωμένους έτσι ώστε να εμποδίζουν τα ποντίκια να μπουν μέσα στις οθόνες των νέων τηλεοράσεων που κοιμόντουσαν δίπλα στις νεο-αποκτημένες ηλεκτρικές νοσοκόμες που θύμιζαν φούρνους μικροκυμάτων με ζαρτιέρες και παπιγιόν. Υπήρχαν ολόκληροι διάδρομοι από κινητές ψευδαισθήσεις που ήταν συνδεδεμένες με την ΓΑΔΑ, είχαν πόδια από σιλικόνη, επιγονατίδες πάνω σε μπλε ύφασμα, έστελναν σήματα PING και λάβαιναν σήματα PONG, μέσα σε μία υπόγεια μελωδία από τραγανιστά γαριδάκια που έβγαινε από τον χώρο αναψυχής των υπαλλήλων του Περέτ. Η καρέκλα του άρχοντα όλου αυτού του αποθηκευτικού λαβυρίνθου που δεν ήταν άλλος από τον Αποθηκάριο Α Γκονζάλες που μαζί με τον αρχιταμία Τουλούπα έπαιζαν αυτή την ώρα μία καταγεγραμμένη σειρά από χτυπήματα μπαρμπούτι πάνω σε κουβέρτα Τέρρα η οποία και είχε βγει ελαττωματική λόγω μίας ανερχόμενης ρατσιστικής κατηγοριοποίησης του ξεθεωμένου της πέλους.
    «Είναι παραδοσιακό εξάμβλωμα συζύγου» είπε ο Γκονζάλες.
    «Της έδωσαν αντιβίωση».
    «Εμένα δεν σταμάτανε να με πονάνε τα πλευρά μου».
    «Να μην τεντώνεσαι».
    Ο Αρχιξεναγός Βιβλίων Σιζούμε έφτανε πάντα στην ώρα του, δηλαδή στις 11 το πρωί και δεν έφευγε από εκεί μέσα παρά μόνο όταν νύχτωνε και τα κοτσύφια ροχάλιζαν μέσα στις φωλιές τους, μετά από μία κουραστική αναμέτρηση με τα δαιμονικά περιστέρια. Ήταν καμπούρης και ψηλός, τα χέρια του έμοιαζαν με δαγκάνες και αν σε έπιανε την είχες γαμήσει. Ήταν όμως πολύ καλός άνθρωπος και ποτέ δεν έλεγε τίποτα στον Πινακούλη που συνεχώς ήταν μέσα στην τουαλέτα κι έπαιζε το πουλί του ή έπαιρνε ναρκωτικά. Κάποιος είχε μόλις αμολήσει μία πρωινή κλανίτσα και όλο το παιδικό τμήμα μύριζε σάπιο λάχανο, ο Πινακούλης έκανε εμετό μέσα στις σελίδες μίας βιογραφίας του Αριστοτέλη Ωνάση, τα πλευρά του πονούσαν λόγω των οξέων που έκρινε το άρρωστο στομάχι του το οποίο και ήταν πονεμένο λόγω μίας λανθάνουσας σκέψης που συνεχιζόταν αέναα μέσα στην λούπα του λαβυρίνθου του μυαλού του και περιελάμβανε έναν κλόουν και πολύ κάτουρο. Είχε δύσπνοια και προσπαθούσε να φυσήξει μία γιγαντιαία μύξα από το δεξί του ρουθούνι. Η συνάδελφος του η Ντόλι είχε μόλις βγάλει στην πλάτη της ένα μεγάλο σπυρί από πύον και θύμιζε Κουασιμόδο. Η Ντόλι είχε πολύ όμορφα δάχτυλα ποδιών (ήταν γνωστός ποδολάγνος ο Πινακούλης) και τώρα που είχε μπει η άνοιξη η Ντόλι συνέχεια φορούσε σανδάλια που άφηναν γυμνά τα δάχτυλα της κι εκείνος αναγκαζόταν συνεχώς να κυκλοφορεί με σηκωμένο το πιπί του το οποίο κι έκανε το παντελόνι του να φουσκώνει και να αναδύει μία προσπερματική πανδαισία από ύπουλες οσμές.
    «Βρωμάς ψωλή» του είπε η Ντόλι. Πίσω της η Χουανίτα έκανε γκριμάτσες.
    «Έχεις ωραία δάχτυλα».
    «Μην τολμήσεις να τα κοιτάς».
    Η Ντόλι ήταν παθητικά ερωτευμένη με τον διευθυντή του Περέτ ο οποίος ήταν ο μοναδικός που ήξερε που είναι το χρηματοκιβώτιο μουνί. Ο Πινακούλης προσπαθούσε, με μία τεχνική που είχε δει σ' ένα βιντεάκι του YouTube, να μπει μέσα στο μυαλό της Ντόλι και να δει που είναι το χρηματοκιβώτιο αλλά το μόνο που κατέφερνε ήταν να μπαίνει μέσα στο πιπί της. Μετά σκεφτόταν γιατί δεν έμπαινε κατευθείαν μέσα στο μυαλό του ίδιου του διευθυντή αλλά συνέχεια ξέχναγε πως εκείνος είχε κάνει εκεί εγκατάσταση μίας αντι-τεχνικής διαβάσματος μυαλού, πράγμα που το είχε μάθει στην εκπαίδευση του σαν διευθυντής στα κεντρικά στην Κηφισιά.
    Η Νίγκρο ήταν μία πολύ όμορφη κοπέλα από το ταμείο με την οποία ο Πινακούλης αυνανιζόταν συχνά. Μέσα στην αποθήκη με τις παραγγελίες των πελατών, ο Πινακούλης είχε κάτσει με τα γυμνά του κωλομέρια πάνω σε μερικά παιχνίδια Fischer Price και τραβούσε παθητικά σχεδόν το πετσάκι από τον πούτσο του, χωρίς όμως να αισθάνεται ηδονή ή κάτι παρόμοιο  το μόνο που αισθανόταν ήταν φόβος, φόβος για το μήπως και είχε κολλήσει κανέναν ξόφαλτσο ρομαντισμό από τότε που είχε παρευρεθεί στο πάρτι των Ρομαντικών. Ήταν όντως ερωτευμένος με τη Νίγκρο; Γιατί δεν του σηκωνόταν; Μετά έβαλε λίγο το κινητό του στον κώλο του και ίσιωσε. Έχυσε πάνω σε μερικούς φορητούς σκληρούς δίσκους. Αισθάνθηκε καλύτερα. Η πόρτα άνοιξε και η Νίγκρο τον είδε με το πιπί του έξω. Εκείνη σκλήριξε δυνατά κι εκείνος τρόμαξε. Σήκωσε το παντελόνι και αναθεμάτισε τον εαυτό του που είχε παρασυρθεί και νόμιζε τόση ώρα πως ήταν στην τουαλέτα αντί για τον θάλαμο των παραγγελιών – ο υπερβολικός του σκεπτικισμός τον είχε κάνει να πάθει αμνησία, ίσως όμως να είχε παίξει το ρόλο του και το τριπάκι που είχε φάει πριν από μία ώρα, σκέφτηκε και χαμογέλασε στο κενό του θαλάμου.
    «Βρωμάει ψωλή εδώ μέσα!» ούρλιαξε η Νίγκρο που άρχισε να κλαίει.
    «Είναι μία καινούρια Waboba...με γεύση...λάμπας» είπε ο Πινακούλης προσπαθώντας να τα μπαλώσει.
    «Την βρήκες;».
    «Εμμμ...όχι...κάπου εδώ είναι...τη μυρίζω...χεχε».
    «Τελείωνε...πρέπει να βρω κάτι άλλο...ένα βιβλίο για τσιμπούρια στο όνομα Μπαγασάκου».
    «Αυτό είναι στο Μ ή στο Μπι;».
    «Θα σε γαμήσω...τελείωνε...βρωμάς».
    «Μα πως μιλάς έτσι; Χριστέ μου!» είπε ο Πινακούλης και αισθάνθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ίσως να είχε γίνει μάρτυρας μίας ξαφνικής αλλαγής σώματος. Είχε μπει για λίγο στο σώμα της Νίγκρο και η Νίγκρο στο σώμα του. Αυτό το βιντεάκι στο ίντερνετ ήταν ποοοολύ καλό!
    Ο Ροδόλφος  προσπαθούσε να κρύψει ένα σπασμένο χειριστήριο Playstation μέσα στο κενό ενός διαφημιστικού από συμπιεσμένο χαρτί για το Uncharted 5, όταν ο Πινακούλης του έπιασε τον ποπό. Εκείνος πετάχτηκε στον αέρα από την τρομάρα του.
    «Που είναι αυτό το μουνί;».
    «Κάποιοι λένε...πως...πως είναι μέσα σε μία γυναίκα...κρύβεται μέσα στην κόρη του διευθυντή».
    «Τι λες ρε μαλάκα; Αυτό δεν γίνεται».
    «Ζούμε ζωές Κρόνεμπεργκ και το ξέρεις».
    «Ναι αλλά...της κόρης του;».
    «Είναι το πιο ασφαλές μέρος...πίστεψε με».
    «Είναι το μουνί της κόρης του δηλαδή;».
    «Δεν ξέρω λεπτομέρειες».
    «Έχουμε σχέδιο;».
    «Όχι...μμμμ...από τότε που με έβγαλες στην απέξω».
    «Σε έβαλα στην απέξω εννοείς...δεν γίνεται να σε έβγαλα στην απέξω...θα μπορούσα ας πούμε να σε έβγαζα στην από μέσα ή να...όχι...αυτό δεν έχει νόημα...κάτσε».
    «Αυτό τέλος πάντων....από τότε».
    «Εντάξει, εντάξει, θα...θα πάρεις κι εσύ μερίδιο από το χρήμα ή απ' ότι άλλο υπάρχει μέσα στο μουνί αυτό».
    «Θα το ψάξω...θα σου πω...μπορεί να έχει μέσα μόνο βαμβάκι και μηχανόλαδο...ποιος ξέρει;».
    Ο Ροδόλφος άρχισε να πίνει γουλιές από μία μπουκάλα ξεθυμασμένης Κόκα Κόλας που κάποιος είχε ξεχάσει εκεί τώρα και κανένα δίμηνο. Ο Πινακούλης άναψε ένα μπάφο. Ο συναγερμός πυρκαγιάς άρχισε να χτυπάει και η οροφή ξέρναγε νερό και σοβάδες. Κρύφτηκαν κάτω από τα μεταχειρισμένα video games. Ο σεκιούριτι ήρθε τρέχοντας, μύρισε την μπαφίλα αλλά δεν μπόρεσε να τους βρει έτσι πως ήταν κρυμμένοι. Ο Πινακούλης άρχισε να καβλώνει και έτριβε το πουλί του στο μάγουλο του Ροδόλφου ο οποίος και προσπαθούσε να πάρει μία καλή τζούρα από τον μπάφο. Ένας πελάτης άρχισε να ουρλιάζει. Ο Πινακούλης και ο Ροδόλφος γελούσαν σαν ύαινες κάτω από την καταπακτή των μεταχειρισμένων – θύμιζαν διαβολικά καρτούν.  Ο Γκονζάλες και ο Τουλούπας πετάχτηκαν έξω από την αποθήκη και έριχναν πλαστικές σφαίρες με τα ολοκαίνουρια Νερφ Ούζι τους που μόλις είχαν κάνει παραλαβή για το τμήμα των Όπλων. Ένας πελάτης έπεσε λιπόθυμος, ο σεκιούριτι κοίταξε γύρω του και τον έσυρε μέσα στα γραφεία της administrator,  προσπάθησε να τον συνεφέρει περιλούζοντας τον με Red Bull, κάλεσε ασθενοφόρο. Έδωσε τα χέρια με τον Γκονζάλες και τον Τουλούπα και ορκίστηκαν να μην μιλήσουν ποτέ γι' αυτό στον διευθυντή, ακόμα κι αν βρίσκονταν μόνοι και ναυαγοί σε κάποιο νότιο τμήμα κάποιου ερημικού πολυκαταστήματος τραβώντας την τελευταία τους πνοή κάτω από κάποιο άγνωστο, μυρωδάτο, αχνιστό ποδόγυρο από άχυρο.
    «Κάποιος θέλει τον καινούριο χάρτη για την δισκογραφία του Μίκη Θεοδωράκη» ούρλιαξε ο Σιζούμε από το ισόγειο.
    «Δεν έχουμε...μόνο με παραγγελία» είπε ο Πινακούλης μέσα από το γουόκι τόκι του. Ο μπάφος δεν είχε τελειώσει ακόμα και το τριπάκι είχε αρχίσει να τον πιάνει για τα καλά. Πιπίλιζε το πέος του Ροδόλφου ενώ εκείνος χαχάνιζε σαν χήνα.
    «Θα σε γαμήσω...είδες το SAP; Τι κάνετε εκεί πάνω με τον Ροδόλφο; Σας έχω πει να μην μιλάτε...».
    «Ναι» είπε αόριστα ο Πινακούλης.
    «Οκ, οκ!».
    Όλοι είχαν προμηθευτεί τα πορτοκαλί τους αδιάβροχα – ήταν συχνό φαινόμενο να ανοίγουν οι βάνες της οροφής, όλο και κάποιος ανίδεος θα άναβε τσιγάρο εκεί μέσα, 5.098 τετραγωνικά μέτρα κατάστημα, δεν ήταν εύκολο να τα ελέγχεις όλα, όλη την ώρα.
     «Δεν φαντάζεσαι ποιος ήρθε τις προάλλες και τον εξυπηρέτησα» είπε ο Ροδόλφος.
    «Ο Λουίζ Μπονφά;».
    «Η Ελένη Μενεγάκη».
    «Αρχίδια βλέπεις».
    «Χοντρή όρκα είσαι...άντε να βγούμε...στέγνωσε νομίζω».








6.
   


       «Είσαι όρκα. Δεν πρέπει να μπλέκεις με τον Φρανσουά» είπε η κυρία Σαπφώ. Οι μπάτσοι τον έχουν βάλει στο μάτι και όπου να' ναι θα τον δέσουν, του είπε. Έκλεισε απότομα την τηλεόραση. Η εικόνα ενός γυμνοσάλιαγκα που σέρνεται πάνω σ' ένα γυμνό πόδι εξαφανίστηκε μονομιάς.
    Ο Ονορέ τους είχε πει πως το πάρτι είχε μόλις τελειώσει, ώρα να φύγουμε, άνοιξε τις πόρτες της Λέσχης του Διαβάσματος. Αμέσως μπήκε ένας παγωμένος, πρωινός αέρας που έκανε τα κόκαλα σου να σπάνε – ο Πινακούλης ακόμη τον αισθανόταν στο πετσί του.
    Ακόμα όμως όλοι είναι γυμνοί, πεταμένοι αριστερά και δεξιά, μπήκε μέσα η κυρία Τούλα, η γυναίκα του Ονορέ, και άρχισε να παίζει ξύλο μέσα στην φουσκωτή πισίνα που ήταν γεμισμένη με γκαζόζα, με την Λορέττα, γιατί εκείνη πήγε να την εμποδίσει να τον χαστουκίσει. Ο αδερφός της κυρίας Τούλας ήταν γνωστός Αλβανός μαφιόζος κι εκείνη ούρλιαζε σε όλους πως θα πήγαινε τρέχοντας να του τα ξεράσει όλα. Ο Πινακούλης δεν είχε άλλη επιλογή από το να καλμάρει την κυρία Τούλα και να τη φέρει μαζί της εδώ στης κυρίας Σαπφώς. Ήξερε πως η κυρίας Σαπφώ ήταν φίλη της και πως ίσως να την κάλμαρε καλύτερα. Λίγα λεπτά πριν, η κυρία Τούλα καθόταν στον καναπέ και ούρλιαζε – ΘΑ ΤΟΥΣ ΓΑΜΗΣΩ! Στο πρόσωπο της υπήρχαν γρατζουνιές από τα νύχια της Λορέττα.
    «Είστε όλοι τέρατα μπέικον!».
    «Την έχετε πουτσίσει...ο αδερφός της είναι ο ντόκτορ Κανγκαρού!».
    Ήπιε μία γουλιά από την Κόκα Κόλα της, μέσα στο ποτήρι έπλεε μία φέτα λεμόνι, έδωσε λίγο και στον Πινακούλη. Η κυρία Σαπφώ έδειχνε ακόμη νευριασμένη, άρχισε να φτιάχνει τα μαλλιά της και να βάζει μέσα της τον αγαπημένο της κολοκυθένιο δονητή. Αυτό την ηρεμούσε. Η κυρία Τούλα είχε φύγει κάπως πιο ήρεμη επίσης. Έπλυνε το πρόσωπο της και μετά άρχισε να να βρίζει γιατί δεν ήθελε να χαλάσει το μέικ απ της. Πήρε ένα Stedon, με την οδοντόβουρτσα ακόμα μέσα στο στόμα της.
    «Δεν πρέπει να κάνεις μακελειό με Αλβανούς».
    «Ένα γκαρσόνι από το Μεγάλη Βρετάνια μου είπε πως μπορεί να μου βρει μεσκαλίνη με δέκα ευρώ» είπε η κυρία Σαπφώ.
    Ακόμα και οι τρίχες του πιπί της ήταν βαμμένες πράσινες όπως τα μαλλάκια της. Ήταν μία ειδική βαφή που την είχε παραγγείλει από το ίντερνετ και έκανε τις τρίχες σου να αλλάζουν χρώμα, κάτι σαν το δέρμα της σαλαμάνδρας. Μέσα από το θάμνο των μαλλιών του Πινακούλη, μπορούσε να διακρίνει το νέον φως στο ταβάνι που έβγαινε από έναν κλασικό πολυέλαιο που είχαν βρει μαζί στα σκουπίδια.
    «Σε είδα στο όνειρο μου και ήσουν γαμιάς με πριόνι» είπε η κυρία Σαπφώ.
    Της έγλυψε τα φρύδια με τη γλώσσα του.
    «Ήμασταν στη θάλασσα αλλά η θάλασσα ήταν όλη από σόδα, κάναμε μπάνιο και ξαφνικά μία τεράστια Παναγία, μεγάλη σαν τον Κινγκ Κονγκ, αναδύθηκε από τον βυθό και σε άρπαξε με το χέρι της, σε έβαλε στην αγκαλιά της κι εσύ ξαφνικά έβγαλες ένα τεράστιο φωτοστέφανο από δηλητηριῶδες λουλούδια, τα οποία βέβαια ήταν πολύ όμορφα και σε υπνωτίζανε κάπως. Μετά από λίγο ξέσπασε πόλεμος και γινόταν της πουτάνας, η Παναγία έτρωγε ολόκληρα αεροπλάνα που προσπαθούσαν να την βομβαρδίσουν, μπαμ, μπουμ, κανονικός πόλεμος με αίματα και τα ρέστα, βλέπαμε τους στρατιώτες και τα τανκς αλλά ήταν όλα λέει φτιαγμένα από ζαχαρωτά. Κι εμείς καθόμασταν εκεί, η Παναγία σου είχε δώσει ένα ρουφηχτό φιλί, και κοιτούσαμε τον πόλεμο και γελούσαμε και τρώγαμε ποπ κορν και εγώ είπα έτσι είναι ο πόλεμος ρε πούστη μου;».
    «Τι σκατά βλέπεις...ωραίο».
    Το κρεβάτι ήταν νοτισμένο με ιδρώτα, πούπουλα από το μαξιλάρι πετούσαν παντού και καθόντουσαν στο σβέρκο τους. Ο Πινακούλης έπιασε ένα μικρό πούπουλο και άρχισε να χαϊδεύει τα πολύ λευκά μπούτια της κυρίας Σαπφώς.



     Είχανε καταναλώσει αρκετή μεσκαλίνη και τώρα το δωμάτιο ήταν βυθισμένο σ' ένα χλωμό, γκρίζο ημίφως. Μόνο λίγο κίτρινο φως έμπαινε από την κουζίνα. Η κυρία Σαπφώ ακόμη κοιμόταν, το μικρό της χέρι, με τα νύχια ξεβαμμένα, ακουμπούσε, σαν ζωάκι νεκρό, στο στήθος του Πινακούλη. Η δροσερή της ανάσα του γαργαλούσε τη μασχάλη. Ο καθρέπτης στο ταβάνι αντανακλούσε τα γυμνά τους κορμιά.
    Την προηγούμενη νύχτα, αφού του είχε ρίξει μερικές βουρδουλιές, η κυρία Σαπφώ είχε ξαναβαρέσει ηρωίνη και γουργούριζε σαν γατούλα, μ' ένα βαθύ γουργουρητό που έβγαινε από τον λευκό της λαιμό.
    «Έχω γίνει όρκα της πρέζας» είπε εκείνη. «Πρέπει να το κόψω πριν κολλήσω για τα καλά».
    Την ώρα που η κυρία Σαπφώ κουνούσε το σώμα της πάνω στο σώμα του Πινακούλη, εκείνος θυμόταν το όνειρο που είχε δει με το πρόσωπο της Παναγίας, καθώς η κυρία Σαπφώ λίκνιζε το μαστίγιο της πάνω στη λεκάνη του.
    Το πρόσωπο μίας Παναγίας που ήταν ταυτόχρονα και χρηματοκιβώτιο και μουνί, να σκάβει τα χέρια της μία τρύπα στην ζεστή πίσσα, δίπλα από την συρμάτινη περίφραξη ενός μεγάλου πλαστικού αεροδιαδρόμου μέσα στο πολυκατάστημα Περέτ. Η ήλιος έπεφτε. Το πρόσωπο της Παναγίας μόρφαζε καθώς βύθιζε το φτυάρι στην ζεστή πίσσα, δίπλα από έναν κάδο με κουκούτσια από ραδιενεργά σταφύλια, ενώ ένας στρατιώτης από ζαχαρωτό την απειλούσε με το όπλο του που είχε τη μορφή πέους. Η Παναγία σκούπιζε με την ανάστροφη του χεριού της το στόμα της που ήταν γεμάτο με ιδρώτα από την προσπάθεια, και τα μαλλιά της να πέφτουν έξω από το φωτεινό της φωτοστέφανο. Καθώς η κυρία Σαπφώ αγκομαχούσε πάνω του, το πρόσωπο της Παναγίας πλανιόταν στο μυαλό του.
    Από την κουζίνα έμπαινε μπαγιάτικος αέρας.
    Αναρωτήθηκε αν έβρεχε. Έξω από το παράθυρο έβλεπε μόνο μία μαύρη θολούρα φτιαγμένη, θαρρείς, από μολυσμένο γάλα. Η μπροστινή πόρτα του δωματίου ήταν ανοιχτή. Και οι δύο ήταν μεθυσμένοι από χτες, και μάλλον είχαν πέσει για ύπνο χωρίς να την κλείσουν. Μία γόβα ήταν πεσμένη δίπλα από το παντελόνι του. Το μυτερό τακούνι γυάλιζε και η καμπύλη του δέρματος έμοιαζε με το κορμί γυναίκας.
    Έξω, μέσα από το μικρό άνοιγμα της πόρτας, διέκρινε το σκουτεράκι της Σαπφώς, κίτρινο σαν καναρίνι σκονισμένο. Οι σταγόνες από τη βροχή του έδιναν μία όψη ξεπουπουλιασμένου κοτόπουλου. Οι πιο βαριές σταγόνες κυλούσαν πάνω στο πλαστικό σαν έντομα μέσα σε τσουλήθρα.
    Οι περαστικοί περνούσαν και ήταν σαν σκιές που πήγαιναν στο πουθενά, ερχόμενοι από το πουθενά. Ένας τύπος με καπέλο και πολλά φυλλάδια στα χέρια έσπρωχνε μία καγκελόπορτα στο απέναντι σπίτι, παιδιά με τις σχολικές τους τσάντες φώναζαν, ένας ψηλόλιγνος τύπος έκανε βόλτα ένα μπουλντόγκ – όλοι περνούσαν από εκείνο το μικρό άνοιγμα της πόρτας.
    Η κυρία Σαπφώ πήρε βαθιά ανάσα και γύρισε πλευρό. Αναστέναξε και το σεντόνι έπεσε στο πάτωμα. Τα μαλλιά της κολλούσαν στο μέτωπο της, κάτω χαμηλά στη μέση ήταν ιδρωμένη και ανέδιδε μία γλυκειά μυρωδιά. Τα εσώρουχα της κυρίας Σαπφώς ήταν πεσμένα στο πάτωμα από χτες. Έμοιαζαν με μαύρες τρύπες που κάποιος είχε πρόσφατα ανοίξει πρόσφατα στο ξύλινο πάτωμα.
    Ένα κορίτσι, έκανε να μπει μέσα στο δωμάτιο, κοντοστάθηκε και κοίταξε το δωμάτιο. Φορούσε ένα αδιάβροχο και κουκούλα. Ο Πινακούλης δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Ίσως να ήταν από εκείνες τις κοπέλες που μοίραζαν φυλλάδια. Τον πρόσεξε μόνο όταν τα μάτια της είχαν πλέον συνηθίσει το μισοσκόταδο – πήγε να πει κάτι αλλά το μετάνοιωσε και απλά γύρισε την πλάτη της και βγήκε έξω.  Γύρισε και κοίταξε άλλη μία φορά τον γυμνό Πινακούλη που καθόταν σε μία καρέκλα και κάπνιζε ένα τσιγάρο, έπειτα έφυγε προς τα δεξιά, με το κεφάλι της σκυμμένο.
    Δύο μαθήτριες λυκείου πέρασαν τώρα, φορούσαν κόκκινα αδιάβροχα και μιλούσαν δυνατά για κάτι που πιθανότατα τους είχε συμβεί στο σχολείο – κάτι αστείο. Ένας Πακιστανός με μαύρη φόρμα περνούσε γρήγορα, πηδώντας τις λακκούβες με τις λάσπες, σαν παίχτης κάποιου παράξενου σπορ.
    Πίσω από το σκουτεράκι της κυρίας Σαπφώς, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, ήταν ένα μεγάλο μαύρο κτίριο. Κατά τόπους ο σοβάς είχε πέσει και πάνω στην είσοδο είχε γραμμένο έναν παράξενο κωδικό που έγραφε: V2-0000 με έντονα κίτρινα γράμματα.
    Με φόντο εκείνο το μαύρο από την υγρασία και το καυσαέριο κτίριο, ήταν ικανός να διακρίνει τη βροχή που έπεφτε σιωπηλή και ίσια. Πάνω στη στέγη έβλεπες βαριά σύννεφα, σαν κάποιος να είχε πασαλείψει τον ουρανό με γκρίζα μπογιά σε παχιά στρώματα. Μπορούσε να δει μόνο ένα τετράγωνο κομμάτι ουρανού.
    Τα σύννεφα ήταν βαριά από τη ζέστη. Γέμιζαν τον κόσμο με υγρασία, έκαναν τον Πινακούλη και τη Σαπφώ να ιδρώνουν, κολλούσαν πάνω στα σεντόνια σαν κουβάρια από μαλλί.
    Τη στενή λωρίδα ουρανού τη διαπερνούσε τώρα μία ακρυλική γραμμή από φως.
    Οι διαβάτες άνοιξαν όλοι τις ομπρέλες τους και άρχισαν να τρέχουν βιαστικοί.
    Μπροστά από το πρόσωπο του, άρχισαν να σχηματίζονται λίμνες από λάσπες οι οποίες μεγάλωναν λεπτό προς λεπτό. Ένα μεγάλο λευκό αυτοκίνητο γέμισε τον στενό δρόμο. Μέσα υπήρχαν δύο γυναίκες που έφτιαχναν τα μαλλιά τους στον καθρέπτη του οδηγού. Οδηγούσαν πολύ σιγά. Και οι δύο φορούσαν πολύ βαρύ μακιγιάζ. Η ξερή τους επιδερμίδα ήταν σκασμένη και πατικωμένη με πούδρα.
    Ένα κορίτσι πέρασε και κρατούσε στο χέρι της ένα χωνάκι με παγωτό, έχωσε το κεφάλι της μέσα στο άνοιγμα και κοίταξε. Τα ξανθά της μαλλιά είχαν κολλήσει στο κεφάλι της από τη βροχή. Μπήκε μέσα στο σπίτι και κατέβασε το παντελόνι της – έμοιαζε κάπως με την Χάιντι από το γνωστό παραμύθι της Ντίσνει. Ο Πινακούλης την κοιτούσε κρυμμένος πίσω από την μωβ κουρτίνα. Δεν ήθελε να την ενοχλήσει. Εκείνη άρχισε να κάνει κακάκια και να μουρμουράει κάτι ακαταλαβίστικο σαν παιδικό ρυθμό από τραγουδάκι. Έκανε ένα μικρό, καφετί βουνό από κακάκια. Έγλυψε το παγωτό με τη γλώσσα της και σαν να μην έτρεχε τίποτα, σηκώθηκε, τράβηξε το παντελόνι της, έκλεισε το μάτι στον Πινακούλη – τον οποίο και είχε δει τελικά πίσω από την κουρτίνα. Εκείνος της χαμογέλασε σαν ηλίθιος και έβαλε το δάχτυλο του στο στόμα. Της έλεγε να κάνει ησυχία για να μην ξυπνήσει την κυρία Σαπφώ που κοιμόταν. Το κορίτσι τίναξε τα βρεγμένα του μαλλιά κι έριξε το παγωτό πάνω στην φρέσκια της κουράδα. Τώρα έμοιαζε σαν κάποιο μυστήριο γλυπτό. Το κορίτσι έκανε μεταβολή και έφυγε από εκεί που είχε φανεί.
    Τρίβοντας τα μάτια της, η κυρία Σαπφώ ξύπνησε. Ανασηκώθηκε.
    «Κάτι βρωμάει».
    Ο Πινακούλης έβαλε τα γέλια όταν το βλέμμα της έπεσε πάνω στο δικό του – εκείνος της έδειχνε το παράξενο γλυπτό που είχε αφήσει το κορίτσι.



7.
   

    Περιδιαβαίνανε χαμένοι μέσα στους σκονισμένους διαδρόμους από εβένινο ματ πλακάκι, το μυαλό γεμάτο με τις απολήξεις του γιγαντωμένου αμαγάλματος πολτικής προοπτικής, βύθιζαν τα βήματα τους μέσα σε οροσειρές από προϊόντα, στοιβάδες από φωσφοριζέ πάχνη που είχε μείνει από τις παραλαβές των Χριστουγέννων, τρήμα από χαρτόκουτες που γέμιζε μεγάλα δωμάτια, ολόκληρες ταπετσαρίες από κολλημένα χαρτάκια παραγγελιών, σκορπισμένα εξαρτήματα από χαλασμένα σεσουάρ, πλυντήρια, μηχανήματα αναμονής, μπλοκάκια αποδείξεων, χαρτομάντηλα με ξεραμένα δάκρυα, σπασμένα παιχνίδια κολλημένα με την κόλλα από υγρό μπαταρίας πάνω σε φρούτα από το οπωροπωλείο.
    Από τα μανίκια του κρέμονταν κομμάτια βρωμιάς που από απόσταση έμοιαζαν με μικρά ανθρωπάκια που παλεύουν με τον άνεμο, η ιδρωμένη του πλάτη ήταν αποτέλεσμα αρνητικών σκέψεων και εκείνου του αμαρτωλού δακτύλου που συνεχώς έκλεινε κρυφά τον κλιματισμό του πολυκαταστήματος – πιθανότατα για λόγους οικονομίας ή για κάποιο προσωπικό του βίτσιο σαδισμού. Το παντελόνι του ανέδιδε μία μυρωδιά σάπιου μήλου σε συνδυασμό με φέτα, αυτό το πράγμα γέμιζε τα ρουθούνια των πελατών και συγκεκριμένα αυτών εδώ των δύο κοριτσιών που περίμεναν τον Πινακούλη να συγκεντρώσει τις πληροφορίες από τον υπολογιστή καθώς τα δάχτυλα του άφηναν σημάδια ιδρώτα πάνω στο ποντίκι. Όταν οι δύο κοπέλες κατέβαιναν πλέον τις σκάλες του παταριού, η καταπακτή πάνω από το κεφάλι του Πινακούλη άνοιξε και το γεμάτο καρούμπαλα χέρι του Αρχιξεναγού Βιβλίων Σιζούμε απλώθηκε δίνοντας του τις απογευματινές παραγγελίες του τμήματος Μουσικής.
    «Πρέπει να βρεις αυτά μέσα σε 50 δευτερόλεπτα...κάνε με περήφανο» είπε ο Σιζούμε. «Η Χουανίτα πρέπει να πάει για διάλειμμα...την έχει πιάσει κόψιμο την καημένη...εκείνο το ψητό κουνάβι...η παρτίδα ήταν σκάρτη».
    Η καταπακτή έκλεισε με θόρυβο. Ο Πινακούλης έκανε μία παράξενη επίκυψη για να μπορέσει να μυρίσει το ιδρωμένο του παντελόνι – ήθελε να διαπιστώσει πως η άσχημη μυρωδιά προερχόταν από τον ίδιο. Έκανε μία γκριμάτσα αηδίας.
    Στο πολυκατάστημα Περέτ τη μία στιγμή γινόταν χαμός - δεν ήξερες τι να πρωτοκάνεις, όλα έμοιαζαν εφιαλτικά και το άγχος κυριαρχούσε. Όμως, την επόμενη στιγμή – μιλάμε για ένα χρονικό διάστημα μερικών λεπτών – όλα ήταν και πάλι γαλήνια και μπορούσες ν' ακούσεις το κάτουρο που έπεφτε από την υδρορροή του πάνω ορόφου που φιλοξενούσε μία ιδιωτική κλινική για ασθενείς με καρκίνο του προστάτη. Ο Αρχιξεναγός κάτι έλεγε με τον διευθυντή πίσω από το ράφι με τα βιβλία της εγκυμοσύνης – ο ψίθυρος τους είχε μία πολύ σοβαρή χροιά από μία απόσταση, όταν όμως πλησίαζες πιο κοντά για να βάλεις εκείνη την ακυρωμένη παραγγελία στο ράφι, συνειδητοποιούσες πως μιλούσαν για είδη κάμπινγκ και για το που θα περνούσαν τις καλοκαιρινές τους διακοπές σε κανά δύο μήνες.
   


    Όταν ο Πινακούλης τράβηξε τη γάζα από τον ποπό της Λοάνα, εκείνη δεν άνοιξε τα βλέφαρα της. Η Πούτα ήταν στο πάτωμα, τυλιγμένη με μία κουβέρτα, η Λορέττα και ο Λούμπρικαντ είχαν αράξει στο κρεβάτι, ο Άριελ Πινκ βρισκόταν δίπλα από τον υπολογιστή, κρατώντας ακόμη εκείνο το γλυπτό από πολυουρεθάνη που είχε φτιάξει ο Αγιογράφος Πολ Πουστόνεο και που παρίστανε έναν νάνο (ένας από τους εφτά, πιθανότατα ο Γκράμπι) που κρατούσε μία μεγάλη και χοντρή ψωλή – όλα βαμμένα ροζ. Η Λοάνα ήταν μπρούμυτα πάνω στο χαλί και είχε πάρει αγκαλιά ένα ζευγάρι με κατσαροτές γαλότσες από το Περέτ που θύμιζαν μπακλαβάδες γκαγκανιασμένους. Η γάζα που έβγαλε ο Πινακούλης είχε πάνω της στάλες από αίμα. Η τρυπούλα του ποπού της ανοιγόκλεινε σαν κάτι να ήθελε να τους πει. Οι σταγόνες από τον ιδρώτα πάνω στη ράχη της μύριζε έρωτα. Η Λοάνα άνοιξε επιτέλους το ένα της μάτι, εκείνο που ακόμη είχε το βουνό από χρυσόσκονη πάνω του, κάνοντας μία γκριμάτσα στον Πινακούλη. Αναστέναξε ελαφριά όταν έβαλε το δάχτυλο του ανάμεσα από τα κωλομέρια της.
    «Πάλι καλά που δεν πονάς».
    «Πάλι βρέχει έξω».
    «Είμαι πουτσιστάν».
    Η Λοάνα ήταν γεμάτη υγρά ανάμεσα από τα μπούτια της. Ο Πινακούλης την σκούπισε μ' ένα στεγνό χαρτί από μεγάλα χαρτάκια στριψίματος και αμέσως της έχωσε το δάχτυλο του μέσα της. Ο ποπός της σκίρτησε.
    «Που σκατά γύριζες;» ρώτησε η Λορέττα.
    «Είχα πάει για ψαροντούφεκο».
    «Πάλι ήσουν μ' εκείνη τη πόρνη;».
    «Δεν είναι πόρνη».
    «Ελπίζω να μην έχεις κολλήσει τίποτα...κανένα σκουλαμέντο».
    «Ναι...το είπε και ο Φρανσουά...είναι πολλοί εκείνοι που άρπαξαν σύφιλη...σαπίζει το πουλί σου για τα καλά».
    Η Λορέττα σηκώθηκε, τέντωσε το κορμί της, φόρεσε την κιλότα της και πήγε να βάλει καφέ.
    «Πιάσε ένα τσιγάρο...όχι Κάμελ...θέλω ένα Καρέλια» είπε η Λοάνα.
    «Καπνός παίζει μόνο» είπε ο Ντατούρα.
    Καθώς έτριβε το πρόσωπο του, ο Λούμπρικαντ είπε στη Λορέττα να μην του βάλει γάλα στον καφέ του. Μετά γύρισε προς το μέρος του Πινακούλη – είχε ακόμη το δάχτυλο του στον ποπό της Λοάνα – και είπε πως χτες, ενώ όλοι μαλακίζονταν στη Λέσχη του Διαβάσματος με τους ηλίθιους τους Ρομαντικούς, εκείνος κέρδισε μερικά καλά λεφτά στη πρέφα.
    «Έτσι δεν είναι;» είπε στον Σοζ.
    Εκείνος δεν απάντησε παρά μόνο χασμουρήθηκε.
    «Ποιος μαλάκας έφερε εδώ μέσα αυτό το έκτρωμα;» είπε μετά από λίγο ο Σοζ αναφερόμενος στο γλυπτό του Πολ που κρατούσε ο Άριελ Πινκ στην αγκαλιά του και το έγλειφε σαν να ήταν από ζάχαρη.



    Ο Φρανσουά πρότεινε στον Πινακούλη να βάλει λίγο ακόμη κραγιόν – το είχε κάνει πλέον συνήθειο.
    «Σου πάει...έχεις πολύ όμορφα χείλη! Σκέτη Αντζελίνα Τζολί».
    Φόρεσε ένα χρυσό κομπινεζόν που είχε φέρει από το μαγαζί του ο Σβατζενάιτζερ – ήταν η πιο γνωστή μπουτίκ ανάμεσα στους Πακιστανούς – και είπε πως ήταν από μία δοξασμένη στρίπερ της Καμπούλ που πλέον είχε βγει στη σύνταξη. Το κέντημα του, όπως είπε ο Σβάτζι, ήταν από αληθινό χρυσό. Θύμιζε πολύ εκείνο που φορούσε η Ντέμπρα Πάτζετ στην γνωστή ταινία του Φριτζ Λανγκ.
    Οι άλλοι δεν είχαν έρθει ακόμη στη Λέσχη του Διαβάσματος, ένας τύπος που δεν ήξερε ο Πινακούλης, εκείνος ο μαύρος με το καπέλο των Σικάγο Μπουλς, είχε έρθει και είχε αφήσει καμιά πενηνταριά χάπια. Κανείς δεν ήξερε τι είδους χάπια ήταν. Ρώτησε τον Φρανσουά αν ήξερε περί τίνος πρόκειται και αν ήταν κανένας ρουφιάνος της ασφάλειας.
    «Όχι ρε...ο Σακίντ είναι».
    «Είναι πολύ όμορφος...μοιάζει λίγο με πρασινομάτα όρκα».
    «Κανείς δεν ξέρει πως τον λένε πραγματικά».
    «Λένε πως κάποτε έπαιζε μπάσκετ με τον Σκότι Πίπεν στην ίδια γειτονιά».
    «Δεν ξέρει κανείς που μένει, αν έχει οικογένεια, παιδιά, σκυλιά, τίποτα, είναι ένα μυστήριο».
    «Μοιάζει με τον Ράιαν Γκόσλινγκ».
    «Είναι αράπης όμως».
    «Οδηγάει μπατσικά και χαίρεται».
    Κάποιος άρχισε να ουρλιάζει στο κινητό του τηλέφωνο, έλεγε πως δεν ήξερε που βρισκόταν. Ο Σακίντ έδειχνε τόσο κουλ. Έριξε μία εξερευνητική ματιά στο σαλόνι και ήταν σαν να έψαχνε κάποια μυστική έξοδο διαφυγής. Το πρόσωπο του έμεινε εντελώς ανέκφραστο ακόμα κι όταν είδε πως η Λοάνα ήταν γυμνή.
    «Μαυρούλη...σου αρέσει το κοκό;» ρώτησε η Λορέττα τον Σακίντ.
    Εκείνος δεν είπε τίποτα, ανοιγόκλεισε μόνο λίγο τα βλέφαρα του.
    «Δεν φοράω ποτέ το κολιέ μου όταν πάω στο γιατρό» είπε ο Σακίντ.
    «Μμμ...κάθομαι σ' αυτή την καρέκλα πολύ πιο πολύ καιρό απ' ότι εσύ φυτεύεις ντομάτες».
    Ο Σακίντ έπιασε το χέρι της Λορέττα. Ο Ονορέ είπε πως ήταν επικίνδυνο να πάρεις κάποιο από αυτά τα χάπια γιατί μία φορά ο Σακίντ τους είχε φέρει χαλαρωτικά εντέρου και είχε γίνει χαμός. Κάποιος πρότεινε να τα πετάξουν στην τουαλέτα. Ο Φρανσουά έπιασε ν' αποστειρώνει μία βελόνα, από εκείνες τις μεγάλες που κρατάνε οι νοσοκόμες. Ήταν ειδικός στις ενέσεις μιας και η μαμά του δούλευε σαν νοσοκόμα παλιότερα και του είχε μάθει όλα τα κόλπα.
    Πρώτα βαρέσανε στον Πινακούλη ηρωίνη.
    «Γιατί ο Άλβι γλύφει το κρεβάτι; Επειδή ο Άλβι ξέρει να παρτάρει» είπε ο Φρανσουά και έριξε μία στον γυμνό ποπό του Πινακούλη. Όταν σηκώθηκε και κοίταξε τον μεγάλο καθρέπτη αντίκρισε ένα άλλο τελείως πρόσωπο, εντελώς μεταμορφωμένο από τα χέρια της Λοάνα. Ο Σβάτζι του έδωσε ένα τσιγάρο και κάτι που έμοιαζε με ξεραμένο κομμάτι τσιζκέικ.
    «Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως κάποιος απλά δεν κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά» είπε ο Τσιν Τσιν.
    Μπροστά από τα μάτια του Πινακούλη πλανιόταν μία παχιά ομίχλη. Αισθανόταν το κρανίο του χοντρό και μουδιασμένο. Κουνούσε πολύ αργά τα χέρια και τα πόδια του, του φαινόταν πως ήταν περασμένες όλες του οι αρθρώσεις με κάποιο λιπαντικό υλικό, σαν να μην είχε πλέον αίμα αλλά λάδι μέσα στις φλέβες. Αναστέναξε βαθιά. Σιγά, σιγά το ίδιο του το κορμί τον άδειαζε από το κέλυφος του. Έγινε ένας καινούριος χαρακτήρας της Ντίσνεϊ. Η ατμόσφαιρα του δωματίου ήταν ασφυκτικά υγρή, καπνός εισερχόταν σε όλες του τις οπές. Αισθανόταν πως ήταν ένα γλυκό κουνελάκι κάποιας διαφήμισης σόδας. Δεν ήξερε γιατί του είχε κάτσει η σόδα συγκεκριμένα – ούτε καν του άρεσε η σόδα τώρα που το ξανασκεφτόταν. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να κουνιέται όπως του λέγανε. Ήταν τώρα ένα ραμολιμέντο της Αγγλίας της εποχής της Ελισάβετ της Πρώτης, έπινε Αυτοκρατορικό Νερό με λεμόνι και ταρτάρ, νερό από τριαντάφυλλο, κανέλα, ένα τέλειο αστείο για το απογευματινό Manays Cryste της Λέσχης του Διαβάσματος, ήταν ένας κουβαλητής των Compagnie des Limonadiers, κουβαλούσε στην πλάτη του ολόκληρα κιβώτια με το ποτό των προνομιούχων Παριζιάνων του 1676.
    Είδε με τα μάτια του τον Γιόζεφ Πρίστλι να ανακατεύει το νερό με το διοξείδιο του άνθρακα και να φτιάχνει ανθρακούχο νερό, εκεί, μέσα στην απανθρακωμένη και ιδρωμένη αποθήκη του Λιντς, ο Πρίστλι ανακάλυψε πως η σόδα ήταν τόσο ανακουφιστική για το στομάχι, είχε ευχάριστη γεύση στο στόμα και κατέβαινε με μία γαργαλιστική συμπεριφορά μέσα από την τσουλήθρα του λαιμού. Όλοι πλέον ήξεραν για το πως να «γκαστρώσεις» λίγο νεράκι με ελεγχόμενο αέρα, καθώς στάζεις λάδι μέσα σε βιτριόλι ή θειικό οξύ, όπως το λένε τώρα, μέσα σε κιμωλία, για να φτιάξεις ανθρακικό, καθώς ουρλιάζεις μέσα στο μπολ με το νεράκι, ενθαρρύνοντας το μείγμα να κάνει τα δικά του κόλπα και να γίνει αδερφάκι με το νερό.
    Ο Πινακούλης ήταν πλέον ο πιο ευτυχισμένος σκλάβος του κόσμου. Έπρεπε απλά να «διαλυθεί» μέσα στο νερό από σάρκα, μέλη και αισθήσεις. Ο Ονορέ κάτι μουρμούρισε:
    «Τύφλα να' χει το συντριβάνι της Schweppes!».
    «Τι λες;».
    «Τρίψε μαγειρική σόδα στο κάτουρο της γάτας σου».
    «Όταν θέλω να πεθάνω πατάω pause και ακούω το Soda Pop της Μπρίτνι».
    «Μα πως...αφού πατάς pause...πρέπει να πατήσεις play...νομίζω ε;».
    «Πατάω pause στα ζωτικά μου όργανα βρε».
    «Δεν μπορώ να χωνέψω πως κάποιος μπορεί να οδηγήσει ελικόπτερο».
    «Η πίτσα είναι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί».
    Ο Τσιν Τσιν έσβησε όλα τα φώτα και έριξε πάνω στο γυμνό σώμα του Πινακούλη έναν ροζ προβολέα. Κάθε λίγο αισθανόταν το πρόσωπο του να συσπάται και τον έπιανε πανικός. Άνοιξε τα μάτια του διάπλατα και λίκνισε την κοιλιά του, άρχισε να ουρλιάζει και ξαφνικά του κόπηκε η ανάσα, έγλυψε το φυστικοβούτυρο από τα δάχτυλα του, ήπιε μία γουλιά σόδας με ουίσκι που κάποιος του έδωσε, ίσιωσε τα μαλλιά του, έκανε μία τρομερή γκριμάτσα, οι κόρες των ματιών του γύρισαν προς τα μέσα, άρχισε να απαγγέλει τα Λόγια:
    Το κρεβάτι δεν πάει στην κουζίνα, είπε η μαμά, ο Γουόλτ Ντίσνει έτρωγε σκυλοτροφή όταν ήταν έφηβος, γεννήθηκα για να σε κάνω χαρούμενο, σε πεντακόσια χρόνια οι άνθρωποι θα γράφουν κάπως έτσι: νφ οςε ξφος κδμς δςφεξ 0322  φςεξψ89σε8$%, τα σώματα θα έχουν τσέπες, όπως τώρα έχουμε φακίδες, θα βάζουμε τα πακέτα τα τσιγάρα μας σε μία σάρκινη τσέπη μας στο στήθος και θα μοιάζουμε όλοι με τον Τζέιμς Ντιν, επιτέλους, θα ηχογραφούμε το ίδιο μας το δέρμα, θα έχεις τόσες πολλές ερωτικές επιλογές, θεέ μου! Θα φωτογραφίζουμε με τα μάτια μας, θα τρώμε τα torrents που πλέον δεν έχουν seeds, θα είναι τόσο νόστιμα, οι οργασμοί θα μετριούνται σε μονάδα μέτρησης Όπρα και Μενεγάκη, στην οροφή του ουρανίσκου σου θα έχεις μία δεκάρα που θα κολλάει και θα τη γλύφεις και θα έχεις οργασμό, α ναι βέβαια, θα έχουμε ουρές, οι ουρές είναι τέλειες, θα έχουμε πισίνες μέσα στο αυτί μας και θα κολυμπάμε όποτε θέλουμε, τα κακάκια μας θα είναι φτιαγμένα σαν καρτούν και δεν θα βρωμάνε ποτέ, κτλπ, κτλπ, κτλπ.
    Ο Πινακούλης μάζεψε το σάλιο μέσα στο στόμα του – έμοιαζε με αφρό τόσο πηχτό που ήταν. Έγδαρε το στήθος του με τα νύχια, τα δάχτυλα των ποδιών του κολλούσαν γιατί τον είχαν λούσει με Tuborg. Όλο του το σώμα ανατρίχιασε, μία ριπή παγωμένου αέρα τον τύλιξε, όλη του η δύναμη χάθηκε μέσα σε μία στιγμή. Είχε πλέον εισχωρήσει για τα καλά μέσα στην μύηση της Σόδας.
    Να και η Μπόμπα, εκείνη η χοντρούλα, πλαδαρή γυναίκα που είχε φέρει μαζί του ο Σβάτζι - δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της πάνω από το γυμνό σώμα του Πινακούλη, ακόμα και τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα από τον πόθο της γι' αυτόν. Ο Φρανσουά έκανε μία ένεση ηρωίνης στην παλάμη της Λοάνα. Την πόνεσε σίγουρα, το πρόσωπο της μόρφασε. Η Βιράγκο, εκείνη η μαύρη αμαζόνα που είχαν ψωνίσει εκείνο το βράδυ από την Καβάλας, ήταν μαστουρωμένη από κάτι πολύ δυνατό. Δεν ήξερε από τι όμως. Πέρασε τα χέρια της στο στήθος του και τον έκανε να σταθεί ξανά όρθιος, άρχισαν να χορεύουν σαν ζόμπι που δεν έχουν θέληση. Ο Σοζ έβαλε κι άλλο χασίς στην ειδική συσκευή από πυρότουβλο που έκαιγε στο χώρο. Τεράστιες, μπλε και ροζ τουλούπες καπνού απογειώθηκαν αμέσως, η Λορέττα πήγε κοντά και άρχισε να εισπνέει με όλη της τη δύναμη. Η μυρωδιά της Βιράγκο ήταν πολύ έντονη, ο Πινακούλης κόντεψε να κάνει εμετό στο πάτωμα. Ήταν λες και μέσα στο σώμα της γινόταν μία παράξενη χημική αντίδραση που είχε ενεργοποιηθεί από την κάβλα της. Ήταν πολύ ψηλή, με μεγάλο ποπό και πολύ μακρουλά άκρα. Έβγαζε τα λιγοστά της ρούχα και χαμογελούσε με εκείνα τα ολόλευκα, μεγάλα δόντια. Τα βυζιά της ήταν βαμμένα ασημένια, οι ρώγες της ήταν τρομερά μυτερές και τόσο σφιχτές που ήταν σαν μεταλλικές. Του άρπαξε το κρανίο και σχεδόν βίασε το στόμα του με τη γλώσσα της. Του χούφτωσε τον ποπό, του έβγαλε τις ζαρτιέρες που φορούσε και άρχισε να του πασπατεύει την τριχωτή του κοιλίτσα με τις γεμάτες ιδρώτα παλάμες της. Η σκληρή της γλώσσα άρχισε να γλύφει το εσωτερικό μέρος του μάγουλου του, από παντού τον περικύκλωσε η μυρωδιά της και άλλη μία τάση αναγούλας έκανε την εμφάνιση της.
    Η Λορέττα τον πλησίασε και άρπαξε το πιπί του.
    «Δεν θα μπορέσεις να με ξαναπάρεις τηλέφωνο σ' αυτόν τον αριθμό».
    Από την άκρη του στόματος του άρχισε να τρέχει σάλιο, δεν έβλεπε τίποτα.
    Η Βιράγκο τον έγλυφε τώρα σε όλο του το σώμα, το κορμί της γυάλιζε μέσα στην ροζ φαντασμαγορία του προβολέα. Τον κοιτούσε ίσια μέσα στα μάτια και άρχισε να γλύφει τη σάλτσα καβουριού που κάποιος – μάλλον ο Λούμπρικαντ – είχε μόλις χύσει πάνω στην πλάτη του Πινακούλη. Η γλώσσα της μύριζε έντονα ζαμπόν και τυρί, έγλυφε τώρα τη σάρκα του ανάμεσα από τα πόδια, ανάμεσα από τα κωλομέρια του. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και υγρά. Το στόμα της συνεχώς χαμογελούσε.
    Κάποιος τον ξάπλωσε. Η Λοάνα είχε γαντζωθεί από ένα σιδερένιο Χριστουγεννιάτικο δέντρο που ήταν στολισμένο με ομοιώματα του Πινόκιο, κουνούσε τον ποπό της, καθώς ο Σβάτζι μπαινόβγαινε μέσα της με το άσχημο πουλί του. Με την άκρη του ματιού του είδε τον όχλο που ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα, συστρέφονταν, έγλυφε ο ένας τον άλλο, έβγαζε ήχους ηδονής και αηδίας. Ο Πινακούλης παρατήρησε πως η καρδιά του χτυπούσε πολύ αργά. Δεν το περίμενε αυτό εκείνη τη βραδιά. Ήταν σίγουρα η μέρα που εκείνος θα έπρεπε να θυσιαστεί για την Θεά του Ανθρακικού; Η Παναγία του Ανθρακικού ήταν δίπλα του, την αισθανόταν να του μιλάει γλυκά στο αυτί. Εκείνη τον προστάτευε. Συγχρονισμένα με τους χτύπους της καρδιάς του Πινακούλη, η Βιράγκο τρόμπαρε με τον ίδιο ρυθμό το πουλί του. Η καρδιά και το πιπί του ήταν τα μόνα όργανα που πλέον λειτουργούσαν μέσα του – και έξω του. Τα υπόλοιπα είχαν γίνει, θαρρείς, στάχτη.
    Η Βιράγκο έκατσε πάνω στο πιπί του και άρχισε να λικνίζεται με την λεκάνη της, να κουνιέται ρυθμικά και με φοβερή ταχύτητα. Άρχισε να ουρλιάζει σαν μία άλλη μαύρη Τζέην, ξεφυσούσε και χτυπιόταν πάνω του. Τράβηξε με δύναμη τον ποπό του και τότε ήταν που ο Πινακούλης ούρλιαξε σαν παιδούλα στο λιβάδι, που είχε, μάλλον, δει κάποιο φίδι. Αισθανόταν να τον σκίζουν στα δύο. Προσπάθησε να ξεφύγει αλλά τα χέρια της, όπως και οι ρώγες της, ήταν από ατσάλι. Ο πόνος και η ηδονή που βίωνε ήταν πρωτοφανής, του ήρθε αμέσως ο στίχος από το τραγούδι της Μπρίτνι, η μοναξιά μου με σκοτώνει, αισθανόταν τόσο μόνος κι όμως ήταν περιτριγυρισμένος από τόσους ανθρώπους. Ξαναχτύπα με, σκέφτηκε. Ο πόνος ερχόταν από το κάτω μέρος του κορμιού του, τα δάχτυλα των χεριών του έκαιγαν και νόμιζε πως θα λιώσουν σαν κεριά. Οι ώμοι του έτρεμαν. Άρχισε πάλι να ουρλιάζει αλλά μάλλον κανείς δεν τον άκουγε. Κάποιος του έμπηξε στο λαιμό μία κουταλιά από χοιρινό με πράσο, το οποίο και ήταν τρομερά καυτό. Η Βιράγκο συνέχισε να βαριανασαίνει πάνω του, το λαρύγγι του καιγόταν, έπιασε με το καυτό της χέρι τον πούτσο του για να είναι σίγουρη πως μπαίνει βαθιά μέσα της, το τραγούδι της Μπρίτνι έπαιζε από τα ηχεία του υπολογιστή – σίγουρα κάποιος του έκανε χοντρή πλάκα, η Βιράγκο έπαιρνε ταυτόχρονα τζούρες από έναν γιγαντιαίο ναργιλέ που είχε τη μορφή του Γκοτζίλα. Άρχισε να του γλύφει τα σάλια που είχαν μέσα τους κομμάτια από πράσο, κουνούσε ρυθμικά τους γοφούς της και γελούσε σαν δαιμονισμένη. Ανάμεσα από τα πόδια της έβλεπες να τρέχει ένα λευκό ποτάμι από χύσια, μουσκεύοντας την κοιλιά του άμοιρου Πινακούλη και κάνοντας τον κώλο της να γλιστράει ακόμα περισσότερο πάνω στα πόδια του. Αναστέναξε και άφησε το σώμα του στη μοίρα των σκοτεινών δυνάμεων της Θεάς της Σόδας. Έκλεισε τα βλέφαρα του σφιχτά, άδειασε το κεφάλι του από σκέψεις, και συγκεντρώθηκε αποκλειστικά στα πόδια του. Κάποιος άρχισε να ταΐζει τη Βιράγκο με κάτι που έμοιαζε με κουράδα, μία κουράδα μόλις γεννημένη, αχνιστή και σγουρή, καφέ και απειλητική. Εκείνη άνοιξε το τεράστιο στόμα της και την δέχτηκε μέσα της. Άρχισε να μασουλάει με ευχαρίστηση. Το λεπτό δέρμα γύρω από τα μηνίγγια του άρχισε να σκάει, οι φλέβες και τα αγγεία έλιωναν σαν κακοφτιαγμένα, αποτυχημένα πυροτεχνήματα, το βλέμμα του επικεντρώθηκε σε αυτό το αργόσυρτο, βρωμερό δείπνο, και κάπως, όλο αυτό το θέαμα, είχε πάρει την αιθέρια μορφή ενός φανταστικού πέους. Ήταν όντως αλήθεια πως ο Πινακούλης είχε πλέον μεταμορφωθεί σ΄ ένα γιγαντιαίο, ανθρώπινο πέος, μία αντίστροφη κατασκευή σκεύους ικανοποίησης, ένα πράγμα που σερνόταν πάνω στην γυναικεία σάρκα και της πρόσφερε ηδονή; Προσπάθησε να αγκαλιάσει τη Βιράγκο, εκείνη του έκανε πέρα τα χέρια και του δάγκωσε βίαια τις ρώγες ώσπου αίμα έτρεξε στην κοιλιά του. Το αίμα ανακατεμένο με το χοιρινό και την μυρωδιά του σκατού γέμισε τον αέρα. Ο Πινακούλης άρχισε να κάνει εμετό πάνω στην ένωση τους, εκεί κάτω, γύρω από τους εφηβαίους τους.
    Με ένα σιγανό σκέρτσο, ο Φρανσουά καβάλησε το κεφάλι του Πινακούλη, σιγοτραγουδώντας ένα παλιό, κάπως ντεμοντέ τραγουδάκι της Αρλέτας, το Σερενάτα, δεν θέλω να σε ξαναδώ, μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα, θέλω μόνο να σου πω, πως απόψε γέννησε η γάτα. Κάποιος του έδωσε μία μπουνιά στο πρόσωπο.
    «Τον Οδυσσέα του Τζόις τον έγραψε ένα σπάμποτ από το έτος 6.873».
    «Νομίζω πως ο ύπνος είναι άλλη μία συνωμοσία της Μέριλ Στριπ».
    «Κάθε φορά που κάποιος χύνει και δεν γεννιέται ένα παιδί, ένα περιστέρι δημιουργείται...γι' αυτό τα περιστέρια είναι τόσα πολλά και γι' αυτό περπατάνε έτσι...σαν μικροσκοπικά κουτσάλογα».
    Η κωλοτρυπίδα του Φρανσουά έμοιαζε με ροδάκινο αναποδογυρισμένο το μέσα έξω. Ιδρώτας από τις μασχάλες του έσταζε στο πρόσωπο του, η μυρωδιά του μεγάλωνε τον ερεθισμό του Πινακούλη.
    «Τελικά ξέρει κανείς τι γίνεται με το πρόσωπο του Νίκολας Κέιτζ;».
    Η Βιράγκο άρχισε να χασκογελάει με θόρυβο. Ο Πινακούλης ήθελε να κλείσει τ' αυτιά του αλλά τα χέρια του ήταν σαν νεκρά. Τα σάλια της πεταγόντουσαν πάνω στην λεκιασμένη από το αίμα, το σπέρμα και τα σκατά κοιλιά του. Εκείνη έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί στον Φρανσουά, το πιπί του Πινακούλη, σαν ελατήριο γεμάτο με υγρό, τινάχτηκε μέσα της, η θέρμη του κορμιού της ήταν τόσο έντονη που ρούφαγε όλα τα υγρά από το σώμα του. Είχε μεταμορφωθεί πλέον σε απαγορευμένη... μπάμια. Κάποιος έβαλε το Ηλιοβασιλέματα του Χιώτη στο YouTube. Ο Φρανσουά έχωσε με βία το καυτό του πιπί στο στόμα του Πινακούλη. Έμοιαζε με πέτρα που κάποιος την είχε αφημένη στον ήλιο για χρόνια. Καθώς το έτριβε πάνω στη γλώσσα του, η Βιράγκο σιγοτραγουδούσε το τραγούδι που ακουγόταν. Όταν ο Πινακούλης ήταν έτοιμος να τελειώσει, η Βιράγκο τον σήκωσε με τα χέρια και του έβαλε ένα μακρύ δάχτυλο στον ποπό. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του και βλέποντας το αυτό, η Βιράγκο, άρχισε να το στριφογυρνά μέσα του ακόμη πιο βίαια. Στα κωλομέρια της είχε ένα χρωματιστό τατουάζ της Παναγίας – με το φωτοστέφανο και όλα, στην αγκαλιά της είχε ένα μωρό το οποίο είχε στο πρόσωπο του ένα...μουστάκι! Ήταν άραγε αυτός ο Χριστός ή μήπως ήταν ο Χιώτης; Ήταν ο Τζάνγκο Ράινχαρτ ή μήπως ο Τρίτσης; Κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ μάλλον...αλλά κάτσε, αυτά δεν ήταν γυαλιά μυωπίας;
    Ζούληξε το πιπί του και το έβαλε στο στόμα της, μέχρι που τα χείλη της ακουμπούσαν την λεκιασμένη του κοιλιά. Το έγλυφε πάνω κάτω σαν λαχταριστή μπάρα γρανίτας. Η γλώσσα της ήταν τραχιά σαν γατούλας. Κάθε φορά που ο Πινακούλης πήγαινε να τελειώσει, εκείνη σαν να το καταλάβαινε, και τράβαγε το στόμα της.
    Τα κωλομέρια της άνοιγαν τόσο που νόμιζες πως θα σκιστεί στα δύο, άρχισε να κουνάει τον ποπό της δεξιά κι αριστερά, θα τα βρεις μαζί μου σκούρα κι ας με παίρνεις γι' αγγελούδι τραγουδούσε η Μαίρη Λίντα. Η Μπόμπα, εκείνη η χοντρούλα που λέγαμε,  έκατσε στα πόδια του, το μωβ της μουνί, το οποίο έμοιαζε να κρέμεται κάτω από ένα ξανθό χνούδι, του θύμισε κάποιο ζωτικό όργανο μεγάλου ζώου. Ο Φρανσουά της έσφιξε με όλη του τη δύναμη τα χυμένα της μαστάρια κι εκείνη χαχάνισε. Άρχισε να τον κοιτάει καλά, καλά, τα χείλη του Πινακούλη ήταν ακουμπισμένα πάνω στο πιπί του Φρανσουά κι εκείνη τα ακούμπησε με το χέρι της, ύστερα χαμογέλασε.
    «Σκάβω τρύπες σε σκυλόπαρκα».
    Έπιασε το πόδι του Πινακούλη και έχωσε τα δάχτυλα του μέσα στο πιπί της που έμοιαζε ακόμη περισσότερο τώρα με σπλήνα βούβαλου. Η Μπόμπα μύριζε σαν σάπιο χαβιάρι, ένιωσε ανατριχίλα μέχρι της καρδιάς τα φύλλα, του ήρθε πάλι εμετός αλλά πλέον δεν έβγαινε τίποτα από το στομάχι του. Χωρίς να το θέλει, δάγκωσε λίγο το πιπί του Φρανσουά. Εκείνος ούρλιαξε κι έριξε άλλη μία γροθιά στο κεφάλι του Πινακούλη. Το αίμα από τη μύτη του ήταν, για την Μπόμπα, ένα αστείο θέαμα. Άρχισε να γελάει σαν παιδάκι.
    «Φτιάξε μία τράπεζα αίματος σε σκυλόπαρκο και μετά στοίχειωσε την» είπε η Μπόμπα.
    Τώρα είχε χώσει το πόδι του μέσα στο πιπί της σχεδόν μέχρι τον αστράγαλο. Η Βιράγκο άρχισε να γλύφει το αίμα από τη μύτη του. Του ψιθύρισε στο αυτί με παράπονο:
    «Που θα πας και θέλεις να μ' αφήσεις;».
     Ο Φρανσουά έχωσε πάλι το πουλί του μέσα στο στόμα του Πινακούλη. Το πιπί του, ερεθισμένο από το καυτό αίμα που έτρεχε από τη μύτη του Πινακούλη, έχυσε με δύναμη καυτό σπέρμα στο λαρύγγι του φράζοντας του την δίοδο του αέρα. Άρχισε να φτύνει ένα ροζ πράγμα, σπέρμα και αίμα μαζί, άρχισε να ουρλιάζει στη Βιράγκο - με το πουλί του πλέον μέσα στο στόμα της ξανά – ΧΥΝΩ!!! ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΜΑΡΙΑΑΑΑ...ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥΥΥΥ....ΧΥΝΩΩΩΩ!!!
   
   
    
   
   
   
   
   







8.


    Η υγρασία του χτύπαγε το πρόσωπο. Τα φύλλα από τις νερατζιές θρόιζαν και μία πολύ σιγανή βροχή έπεφτε. Μπορούσες να μυρίσεις το κρύο πάνω στο χώμα και στο πεζοδρόμιο.
    Τα φώτα των οχημάτων έκαναν τη βροχή να μοιάζει μεταλλική. Η Λορέττα και η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα είχαν πάει με κάποιους από τους Ρομαντικούς στο κλαμπ Μπάτχολ. Η Βιράγκο είχε τρελαθεί με τον Πινακούλη κι επέμενε να πάει μαζί της, στο σπίτι της.
    Οι μεταλλικές σταγόνες της βροχής άρχιζαν να παχαίνουν, στον κήπο του νοσοκομείου Αλεξάνδρα οι λάκκοι με το νερό βάθαιναν και αντανακλούσαν τα φανάρια της κυκλοφορίας από το δρόμο. Φυσούσε ένας ακανόνιστος αέρας που έκανε το νερό πάνω στην επιφάνεια του λάκκου ν' ανατριχιάζει.
    Από τον κορμό μίας νερατζιάς, ο άνεμος έριξε κάτω μία κατσαρίδα που είχε κουρνιάσει μέσα σ' ένα σύνολο από κλαδιά και φύλλα. Έπεσε με το κεφάλι μέσα σε μία λακκούβα και άρχισε να κολυμπάει με μανία. Ο Πινακούλης αναρωτήθηκε από πότε οι κατσαρίδες ήξεραν να κολυμπάνε και μετά υπέθεσε πως οι κατσαρίδες υπήρχαν περισσότερο καιρό στον κόσμο παρά εκείνον – ίσως καλύτερα, κάτω απ' αυτόν.
    Το καφετί της κέλυφος γυάλιζε στο φως, μπορούσες να το μπερδέψεις με κάποιο επαναστατημένο κομμάτι πλαστικού από κάποιο περίπλοκο μηχάνημα. Η κατσαρίδα κατάφερε να σκαρφαλώσει πάνω σ' ένα σπασμένο κομμάτι πεζοδρομίου, σταματώντας για μία στιγμή, αναρωτήθηκε προς τα που να πάει. Νομίζοντας προφανώς πως την είχε σκαπουλάρει, έκανε να κατέβει από την πέτρα αλλά την παρέσυρε ένα ερμητικό ρυάκι με νερό και την κατάπιαν μονομιάς τα νερά της βροχής.
    Διέκρινε διαφορετικούς θορύβους, αναλόγως με το που έπεφτε η βροχή. Η γη ρουφούσε το νερό, ήταν σαν να άκουγες ένα ολόκληρο κονσέρτο από εκείνα τα «μικροσκοπικά» μέλη της ορχήστρας. Ο ήχος ενός μεταλλικού τυμπάνου μπερδευόταν με το κουδούνισμα που είχε στ' αυτιά του, υποπροϊόν του θορύβου και της ηρωίνης.
    Μία άγνωστη γυναίκα περπατούσε βιαστική στο δρόμο. Βουτούσε με τα παπούτσια της μέσα στο νερό. Το παντελόνι της ήταν μούσκεμα και είχε κολλήσει πάνω στα πόδια της, προσπαθούσε μάταια να αποφύγει τα νερά που έριχναν τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Μία αστραπή έλαμψε στον ουρανό και η βροχή δυνάμωσε. Ο σφυγμός του ήταν πολύ αργός και το σώμα του είχε γίνει ένα κομμάτι ξύλου.
        Εκείνα τα λουλούδια που είχε φέρει η κυρία Σαπφώ από το πάρκο είχαν μαραθεί μέσα στο βάζο και το νερό είχε γίνει καφέ. Κάποιος είχε κλέψει – πιθανότατα η Λορέττα – εκείνη τη λάμπα με τα όμορφα αστεράκια που είχαν στο σαλόνι. Ο Πινακούλης είχε δει τη Λορέττα να προβάρει ένα χορευτικό της κάτω από το φως εκείνης της λάμπας στο Σύλλογο των Αναψυκτικών.
    Κρύωνε. Μόνο τα πόδια του ήταν ζεστά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, η ζέστη ανέβαινε μέχρι τα γόνατα του. Ήταν λες και είχε ένα ζεστό μαύρο μάγμα μέσα του, στο μέγεθος ενός κουκουτσιού, κι ανέβαινε προς την καρδιά του. Δεν χρειαζόταν τη λογική, το μόνο που είχε ανάγκη ήταν μία σειρά από μεταπλασόμενα συναισθήματα που τον έκαναν να νιώθει μία παγωμένος σαν παγάκι και μία πυρωμένος σαν σίδερο. Μία σκέψη για το χρηματοκιβώτιο μουνί πέρασε από το μυαλό του αλλά μετά συνειδητοποίησε πως σκεφτόταν βλακείες που δεν υπήρχαν.
    Ο δρόμος έξω ήταν μούσκεμα. Οι θολές σκιές των ανθρώπων ήταν θαρρείς και τραβούσαν μέσα τους την υγρασία του τοπίου, οι σταγόνες που έπεφταν έκοβαν τον ήχο από την κίνηση. Το σκοτάδι έμοιαζε να τον ρουφάει. Τα πάντα ήταν υγρά και σκοτεινά, ήταν λες και ξάπλωνε μέσα σε μία μαλακή εσοχή κάποιας φασματικής οπτασίας από νέον.
    Πέταξε το αναμμένο του τσιγάρο στο δρόμο και η κάφτρα έκανε έναν ηλεκτρισμένο ήχο καθώς έσβηνε κι έπεφτε στην άσφαλτο.



    «Θυμάσαι τότε που έκανες έρωτα σε κείνο το μεγάλο σωληνάριο με τη μπογιά;» είπε η κυρία Σαπφώ.
    Είχε φέρει μεσκαλίνη. Την αγκάλιασε.
    «Τι σκατά κάνεις εδώ;» ρώτησε τον Πινακούλη.
    «Βλέπω τη βροχή».
    Του δάγκωσε τη μύτη και λίγο αίμα έτρεξε στο στόμα του, έβγαλε από την τσάντα της το αλουμινόχαρτο με τα μπλε χάπια και τις άφησε στο τραπέζι.
    Ακούστηκε ένας κεραυνός. Ήταν σχεδόν καλοκαίρι και έβρεχε. Το νερό έμπαινε στο δωμάτιο και η Σαπφώ του είπε να το κλείσει.
    «Μόνο τα τέρατα μπέικον χαζεύουν τη βροχή...α ναι...και οι μοδάτες νοικοκυρές» είπε η κυρία Σαπφώ.
    «Σκέφτεσαι υπερβολικά πολύ αγάπη μου».
    «Θα κόψω τον δείκτη μου».
    Τα μαλλιά της ήταν μούσκεμα. Πήρε ο καθένας από ένα χάπι μεσκαλίνης.
    «Δεν μπορείς να προσαρμοστείς;».
    «Ναι...αφού είναι όλοι αράπηδες».
    Σκούπισε το σώμα της με μία πετσέτα και κρέμασε το μουσκεμένο της πανωφόρι στην κρεμάστρα.
    Μετά από καμιά ώρα η μεσκαλίνη τους τα είχε σκάσει για τα καλά.
    «Πάμε να πατήσουμε κανένα σκύλο;».
    Φώτα από νέον τους τρυπούσαν τα μάτια, προβολείς από τα διερχόμενα οχήματα του κόβανε το σώμα στα δύο, μεγάλες νταλίκες που έκαναν βουητό όμοιο με εκείνο της όρκας, μεγάλα δέντρα ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά τους, ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια, παλιές φάμπρικες με μηχανήματα να κρέμονται πίσω από τις περιφράξεις τους, καμινάδες στο χρώμα των πνευμόνων που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά τους σαν λιωμένο πλαστικό που χύνεται από κάποιο καμίνι.
    Το τσιμεντένιο ποτάμι έκλαιγε σαν να ήταν κάτι το ζωντανό, ένα μέλος ενός γίγαντα από ατσάλι, το ψηλό χορτάρι που φύτρωνε ανάμεσα από τα διαζώματα χόρευε στον νυχτερινό αέρα, ένας μεγάλος χώρος γεμάτος με πυλώνες της ΔΕΗ περιφραγμένος από σύρμα, ατμός απλωνόταν, η Σαπφώ γελούσε σαν τρελή, κι εκείνος να κάθεται σαν ζόμπι και να παρακολουθεί με ανοιχτό το στόμα.
    Όλα τα πράγματα ακτινοβολούσαν ένα εσωτερικό φως, η βροχή μεγάλωνε και έδινε όγκο στα πάντα. Το φως έκανε τις σκιές να κρύβονται μακρουλές πάνω στους λευκούς τοίχους των ναρκωμένων κατοικιών, ξαφνιάζοντας τους, σαν κάποιο τέρας να είχε βγάλει τα ρούχα του μπροστά τους.
    «Την έχουμε πουτσίσει Μίκυ Μάους!».
    «Την έχουμε πουτσίσει Γιόγκι Μπέαρ!».
    Γελούσαν σαν δαιμονισμένοι μέσα στο σκοτεινό αμάξωμα. Ήταν σαν να βρίσκονται κάτω από τη γη, μέσα σε κάποιο τούνελ μιας και δεν έβλεπαν πουθενά αστέρια. Έπλεαν μέσα στο ποτάμι που κατέληγε σε κάποιο τυχαίο συμπαντικό υπόνομο. Έκανε ξαφνικά τόσο κρύο, στο έδαφος πρέπει να υπήρχε κάποιο ρήγμα – ένα αιδοίο που αναπνέει και ρουφάει τα πάντα μέσα του – εδώ πλέον δεν βλέπεις παρά μόνο άγνωστες μορφές ζωής, αμοιβάδες στο μέγεθος ουρανοξύστη, σούπερ αγγέλους με καφέ μάτια, διάτρητους από μία σειρά μετεωριτών από τον δίδυμο πλανήτη Κρίπτον.
    Χωρίς λόγο αλλαγές πορείας, αμέτρητα φρεναρίσματα, κανείς από τους δύο δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το που κατευθύνονταν.
    Η κυρία Σαπφώ σταμάτησε το αυτοκίνητο μπροστά από ένα μεγάλο πυλώνα, που ορθώνονταν μπροστά τους λουσμένος στο παγωμένο φως της βροχής. Μέσα από το συρματόπλεγμα, τα χοντρά του μέλη θύμιζαν στροβίλους από μόρια ατσαλιού που ακόμη δεν είχαν ενωθεί για να φτιάξουν ένα στιβαρό μέλος, κοίταξαν τον σιδερένιο πύργο που έμοιαζε με απόκρημνο δωμάτιο κάποιας ηλεκτρικής πριγκίπισσας.
    «Και δεν έφερα το καζού μου».
    Η κυρία Σαπφώ άρχισε να γελάει καθώς κοιτούσε γύρω της τα μαύρα χωράφια που έλαμπαν γύρω από τον σταθμό της ΔΕΗ. Μία οροσειρά από αγγουριές έτριζαν μέσα στον αφιλόξενο άνεμο.
    «Ας βγάλουμε τα βρακάκια μας».
    Τα αγγούρια ήταν σκληρά και υπέροχα πράσινα μέσα στο σκοτάδι. Αναβόσβηναν σαν χαμόγελα παιδιών μέσα από παράθυρα γιορτινών σπιτιών. Οι αναρίθμητοι πράσινοι νάνοι έβγαζαν κυπαρισσί φλόγες, ήταν σαν εκείνα τα τέρατα που ζούσαν στην άβυσσο των ωκεανών, μόνο που αυτά εδώ είχαν την απόχρωση του σκούρου πράσινου.
    «Μέσα έχουν πιράνχας».
    Πέρα από τα χωράφια υπήρχε ένα τεράστιο ασημένιο κτίριο. Σκέφτηκαν πως ίσως να ήταν σχολείο ή...διαστημόπλοιο. Έπεσε μία αστραπή και η κυρία Σαπφώ ούρλιαξε από τον φόβο της. Οι γάμπες της είχαν ανατριχιάσει, είχε γραπωθεί από το τιμόνι και με τα δύο χέρια, τα δόντια της έτριζαν.
    «Μην είσαι μοδάτη νοικοκυρά».
    Εκείνη πανικοβλήθηκε και άνοιξε την πόρτα του οδηγού. Ένα τεράστιο μπουμπουνητό γέμισε το αυτοκίνητο.
    «Νομίζω πως πεθαίνω» είπε εκείνη.
    Έκλεισε την πόρτα πίσω της και την ίδια στιγμή είχε γίνει μουσκίδι από την δυνατή βροχή. Πέρασε μπροστά από το τζάμι, ένα σύνολο από καπνό έβγαινε από το καπό, μπροστά από τους προβολείς, το μονοπάτι άχνιζε κι αυτό. Η κυρία Σαπφώ κάτι έλεγε και κουνούσε τα χείλη της. Τώρα και η ίδια ήταν ένα πράσινο πλάσμα από την άβυσσο.
    Του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Οι εκφράσεις της ήταν ίδιες μ' εκείνες μία όρκας που είχε δει στο όνειρο του να κυνηγά μία άσπρη μπάλα. Οι γυαλοκαθαριστήρες που έτριζαν πάνω στο τζάμι του θύμιζαν εκείνα τα γιγάντια χταπόδια που άρπαζαν ανθρώπους και τους κατάπιναν.
    Μέσα σ' αυτήν την καμπίνα, τα μαλακά καθίσματα έμοιαζαν με τα πλοκάμια ενός από εκείνα τα χταπόδια. Τα τοιχώματα τρεμούλιασαν κι άρχισαν να εκκρίνουν μία γαλακτερή ουσία που τον έπνιγε και θύμιζε οξύ. Η κυρία Σαπφώ κατηφόρισε το χωράφι από το μονοπάτι, τα χέρια της ήταν σαν πτερύγια και το σώμα της δονούνταν με την χαλαρότητα ενός ψαριού, οι σταγόνες της βροχής πάνω της ήταν τα αυγά της.
    Άνοιξε την πόρτα, ο άνεμος σφύριξε μέσα στο στόμα του με την παγωμένη του ανάσα, ήταν λες και ολόκληρη η γη κουνιόταν στον ρυθμό του. Τα αγγούρια σταμάτησαν απότομα να είναι πράσινα. Τώρα είχαν εκείνο το παράξενο μωβ χρώμα που έχουν οι μελιτζάνες, μόνο που είχαν βγάλει χαμόγελα και τα λευκά τους δόντια στραφτάλιζαν μέσα στο σκοτάδι. Έτρεξε πανικόβλητος πίσω από την Σαπφώ, τα φύλλα των αγγουριών του ακουμπούσαν τους αστραγάλους. Η κυρία Σαπφώ έκοψε ένα αγγούρι. Έμοιαζε με μακρουλό μωβ λαμπατέρ. Εκείνος την είχε φτάσει τρέχοντας, άρπαξε το αγγούρι και το έβαλε στο στόμα του.
    «Είναι νάρκη!» φώναξε ο Πινακούλης και έπεσε κάτω, κάνοντας πως πνίγεται από το αγγούρι. Εκείνη γέλασε κι έπεσε μαζί του κάτω. Ήταν λες και βρισκόντουσαν στον βυθό της θάλασσας, ήταν τόσο ήσυχα ξαφνικά που ο ένας μπορούσε ν' ακούσει την ανάσα του άλλου δίπλα του.
    Έτσι που ήταν ξαπλωμένοι στο βρεγμένο χώμα, από δίπλα τους έβλεπαν τις αγγουριές που έτριζαν ευχαριστημένες. Οι ανάσες τους μπερδευόντουσαν με τους μίσχους και τα κοτσάνια. Πάνω στο δέρμα τους περπατούσαν χιλιάδες μικροσκοπικά έντομα. Η ανάσα τους μεταφερόταν μέσω αυτών, βαθιά μέσα στη γη.
    «Δεν είναι σχολείο...είναι σίγουρα κάποιο διαστημόπλοιο που την έχει πουτσίσει».
    Το ασημένιο κτίριο έμοιαζε να ρουφάει τους ήχους από τη βροχή, τους τράβηξε κι εκείνους κοντά του. Ένα διαστημόπλοιο που αιωρούνταν μέσα στο σκοτάδι κι ήταν σαν την χρυσή έξοδο σε κάποιο άλλο σύμπαν. Σέρνοντας τα κορμιά τους, γεμάτοι με λάσπη, και τσαλαβουτώντας μέσα σε σκληρά αγγούρια, διασχίσανε το χωράφι.
    Με το που βρεθήκανε κάτω από την νέον ταμπέλα του διαστημοπλοίου – τους προστάτευε από τον αέρα και τη βροχή – αισθάνθηκαν σαν να ήταν στη σκιά ενός αερόστατου που στεκόταν ψηλά στον ουρανό. Η ησυχία ήταν απόλυτη και το κρύο τους τρυπούσε τα στήθη.
    Μέσα στο διαστημόπλοιο υπήρχε μία πισίνα. Γύρω της ήταν παρτέρια με γλυπτά νάνων. Μία έκρηξη διονυσιακής διάθεσης τους συνεπήρε – σαν εξάνθημα πάνω σε πτώμα που σαπίζει, σαν σώμα με πεθαμένα κύτταρα που ολοένα και πολλαπλασιάζονται. Ένας τοίχος όλο διακεκομμένες γραμμές ήταν η πίστα που οι νάνοι-αγάλματα άρχισαν να χορεύουν.
    «Μάλλον την πουτσίσαμε».
    Η κυρία Σαπφώ έτρεμε και τράβηξε τον Πινακούλη να μπουν πάλι μέσα στο αυτοκίνητο. Τα δωμάτια του διαστημοπλοίου ήθελαν να τους κατασπαράξουν. Οι εξατμίσεις του, η γυμνή του μηχανή, τα πτερύγια του, θύμιζαν έναν ομαδικό τάφο για απολεσθέντες αστροναύτες. Η κυρία Σαπφώ πάσχιζε να διαλύσει τη σιωπή.
    Ο Πινακούλης άρχισε να τρέχει, η κυρία Σαπφώ ούρλιαζε πίσω του. Εκείνος γαντζώθηκε από το συρματόπλεγμα γύρω από την πισίνα και άρχισε να σκαρφαλώνει. Από κάτω το νερό έκανε κυματάκια και αντανακλούσε τις αστραπές.
    «Πιράνχας!».
    Η κυρία Σαπφώ έκατσε στο έδαφος και άρχισε να ουρλιάζει με όλη της τη δύναμη. Ο Πινακούλης, νευριασμένος σαν Μεξικανός που περνάει τα σύνορα, έδωσε μία και πήδηξε μέσα στο νερό.
   



   
    Άλλη μία αστραπή φώτισε το εσωτερικό των χεριών της. Γραμμές λάσπης έτρεχαν προς τις μασχάλες της καθώς εκείνη έπιανε το τιμόνι. Ο δρόμος απλωνόταν μπροστά τους σαν μεταλλικό κουτάλι, καθώς κινούνταν δίπλα από το βαρύ συρματόπλεγμα.
    Τα μαλλιά της κολλούσαν από τη λάσπη. Το πρόσωπο της ήταν χλωμό, μικρές φλέβες πάλλονταν στο λαιμό της, οι ώμοι της ήταν σηκωμένοι.
    Οι σταγόνες της βροχής κυλούσαν στο τζάμι και έμοιαζαν με σκαθάρια που τρέχουν το καλοκαίρι στο χορτάρι. Στις ράχες τους καθρεπτιζόταν ολόκληρος ο νυχτερινός ουρανός. Η κυρία Σαπφώ συνεχώς πατούσε φρένο και κουνούσε έντονα το κεφάλι της. Άστραψε ένα πορτοκαλί φως, η κυρία Σαπφώ τρόμαξε και παράτησε το τιμόνι. Ο Πινακούλης τράβηξε χειρόφρενο και το αυτοκίνητο έφυγε από την πορεία του, καβάλησε το συρματόπλεγμα και χτύπησε έναν πυλώνα. Το τεράστιο μουνί χρηματοκιβώτιο ήταν τώρα μπροστά τους. Μία δέσμη από προβολείς περιστρεφόταν, τα μικρά χαμηλά φώτα ήταν καρφωμένα κατά μήκος της κλειτορίδας που έμοιαζε με αεροδρόμιο από πολύ κοντά. Στην κορυφή της κλειτορίδας υπήρχε ένας πύργος και πάνω στον πύργο ένα μάτι που έχυνε το φως του σε όλη την έκταση μπροστά τους – είχαν φτάσει στη Μόρντορ άραγε; Ο ισχυρός προβολέας περιστρεφόταν πολύ αργά, φωτίζοντας προκαθορισμένα σημεία. Με την πρόσκρουση του αυτοκινήτου είχαν χάσει κάθε θέληση. Σαν χαλασμένα παιχνίδια, ακούρδιστα και αρρύθμιστα, βγήκανε από το αμάξι και αρχίσανε να περπατάνε προς την γιγαντιαία κλειτορίδα.
    Το φως του χρηματοκιβωτίου μουνιού έκανε τώρα να προβάλουν οι πλαγιές του ίδιου του του σώματος. Εκείνο το τεράστιο ροζ πράγμα σάρωνε τα πάντα με την δόνηση του, τινάζοντας ακόμα και τη νύχτα από πάνω τους, γυμνώνοντας τις σκέψεις τους με ευκολία.
    Η κυρία Σαπφώ έβγαλε τα λερωμένα της παπούτσια και τα πέταξε στο σύρμα. Πολύ σύντομα το φως του χρηματοκιβωτίου μουνιού άρχισε να ρίχνει το φως του πάνω στο διπλανό δάσος. Τα πουλιά ξύπνησαν απότομα, σηκώνονταν κι έφτυναν αλαφιασμένα.
       «Safe Pussy!!!» ούρλιαξε ο Πινακούλης.
    Το συρματόπλεγμα έλαμψε και έμοιαζε με μία σιδερένια σειρά από τετράγωνα που είχε πυρακτώσει. Ομίχλη ανέβαινε από τη γη. Το μουνί χρηματοκιβώτιο πήρε να ασπρίζει σαν λιωμένο γυαλί δίπλα από το γρασίδι και το χώμα.
    Η βροχή συνέχισε να τους μαστιγώνει, όπως τα δόρατα λογχίζουν τα γυμνά σώματα των πολεμιστών στο πεδίο της μάχης του Μαραθώνα ή κάτι τέτοιο – το είχε δει σε κάποια ταινία στην τηλεόραση. Η κυρία Σαπφώ έψαχνε να βρει κάτι στο έδαφος. Τα χέρια ψαχούλευαν μανιασμένα.
    Τα πάντα υπάκουαν στις διαταγές της κλειτορίδας. Άρχισαν να κατηφορίζουν αργά πάνω της. Το ασημί της άγγιγμα μεγάλωνε ολοένα και πιο πολύ, το οξύ της κλαψούρισμα ακουγόταν μέχρι μακρυά. Η οπή της ξέρναγε φλόγα. Η μπόχα της βλέννας της τους παρέσυρε. Με το πρόσωπο του παραμορφωμένο, ο Πινακούλης έσκασε στο χώμα. Τα κουρασμένα του μάτια πάσχιζαν να δουν. Στεκόταν στην λευκή κοιλιά μίας τεράστιας κλειτορίδας που μόλις είχε εκσπαρματώσει και πριν καλά καλά το καταλάβει, τον είχε καταπιεί όλη εκείνη η κάθετη σάρκα.
    Το χρηματοκιβώτιο ήταν όντως από σάρκα!
    Η κυρία Σαπφώ τον κοίταξε, το στόμα της ήταν γεμάτο άσπρους αφρούς και αίμα έτρεχε από το πλάι. Είχε μάλλον δαγκώσει τη γλώσσα της.
    Αισθάνθηκαν τη γη να υποχωρεί από κάτω τους.
    Η κυρία Σαπφώ έβγαλε ένα κραγιόν από την τσάντα της και άρχισε να βάφει το πρόσωπο της ακανόνιστα. Μέσα στο κεφάλι του Πινακούλη υπήρχε μόνο η μυρωδιά της κλειτορίδας.
    «Το μυαλό είναι το μουνί σου» είπε εκείνη και με το κραγιόν σχεδίασε ένα μουνί στο κούτελο του.
     Ο ουρανός φωτίστηκε ξανά. Η αστραπή έκανε τα πάντα διάφανα και τότε ο Πινακούλης πρόσεξε με θαυμασμό την τέλεια καμπύλη που διέγραφε η κλειτορίδα – ένα ακανόνιστο και πανέμορφο σάρκινο τόξο.
    Εκείνος  σκούπισε τον άσπρο αφρό και το αίμα από τα χείλη της με τη γλώσσα του. Εκείνη του έβγαλε τα μουσκεμένα ρούχα και τον αγκάλιασε.
    Από το κέντρο της κλειτορίδας ξεπηδούσε κάποιου είδους λευκού πετρελαίου το οποίο και γλιστρούσε σαν ζωντανός οργανισμός ανάμεσα από τα γυμνά τους σώματα. Όλο εκείνο το ποτάμι είχε τα χρώματα της Σόδας, μεγάλες φουσκάλες από ανθρακικό τους πήραν μέσα τους και τους μετέφεραν μακριά.

















9.



        Το πρωί η βροχή είχε σταματήσει. Τα τζάμια των παραθύρων γυάλιζαν σαν φύλλα χρυσού.  Ο Πινακούλης έπαιρνε βαθιές ανάσες από τη μυρωδιά του πρωινού καφέ όταν ξαφνικά άνοιξε η εξώπορτα. Μπούκαραν μέσα τρεις τύποι που έμοιαζαν με μπάτσους – αν έκρινε σωστά από τα πρόσωπα τους και τις κινήσεις των κορμιών τους. Ο Πινακούλης τρόμαξε τόσο πολύ που του έπεσε το φλιτζάνι από τα χέρια.
    «Τι γίνεται εδώ;» είπε ο ένας από αυτούς.
    Στεκόταν σαν άγαλμα και δεν ήταν ικανός να απαντήσει, οι άλλοι δύο που μπήκαν πρώτοι τον έσπρωξαν με βία και μπήκαν μέσα στο δωμάτιο. Χωρίς να δώσουν σημασία στην Λορέττα και στην  Πούτα Ντε Λα Μουέρτα που ήταν ξαπλωμένες στο κρεβάτι, στάθηκαν μπροστά από το παράθυρο και ο ένας απ' αυτούς τράβηξε την κουρτίνα.
    Ο θόρυβος από την κουρτίνα και το φως που μπήκε βίαια μέσα στο δωμάτιο έκαναν την Λορέττα να πεταχτεί όρθια. Δίπλα από το φως της μέρας οι μπάτσοι έμοιαζαν με γίγαντες.
    Ο πιο μεγάλος σε ηλικία, ένας χοντρός μεσήλικας που είχε παραμείνει να στέκει στον διάδρομο της εισόδου, κλωτσούσε με μανία τα πράγματα και τα ρούχα που ήταν στο πάτωμα. Προχώρησε μέσα στο δωμάτιο.
    «Ξέρουμε πως είστε εντελώς βλαμμένοι...και ξέρουμε ποιοι είστε και τι κάνετε» είπε. Άρπαξε το χέρι του Πινακούλη και άρχισε να το τσεκάρει για σημάδια βελόνας.
    «Τι επαγγέλλεσαι;». Τα χέρια του χοντρού μπάτσου ήταν κοντά και χοντρά σαν λουκάνικα με βρώμικα νύχια. Ο Πινακούλης δεν είχε τη δύναμη να τραβήξει το χέρι του. Κοίταζε το ξένο χέρι του αστυνομικού και ήταν σαν να μην είχε ξαναδεί ποτέ του κάτι τέτοιο.
    Οι υπόλοιποι, σχεδόν γυμνοί όπως ήταν, πάλευαν να ντυθούν μαζεύοντας ρούχα και παπούτσια από το πάτωμα. Οι άλλοι δύο μπάτσοι χαχάνιζαν και κάτι έλεγαν ο ένας στο αυτί του άλλου. Κάποιος σκόρπιες λέξεις έφτασαν στ' αυτιά του Πινακούλη όπως «μπουρδέλο», «πρεζόνια».
    «Ντυθείτε γρήγορα».
    Η Λορέττα ήταν ακόμη με το βρακί. Έριξε ένα απαξιωτικό βλέμμα στον χοντρό αστυνομικό. Ο Ντατούρα και ο Λούμπρικαντ στέκονταν δίπλα από το άλλο παράθυρο και έτριβαν τα πρόσωπα τους. Ένας από τους δύο νεαρούς μπάτσους είπε να κλείσουν τη μουσική που έβγαινε από τον υπολογιστή. Στην άκρη του σαλονιού η Πούτα κάτι έψαχνε στην τσάντα της. Βρήκε μία βούρτσα και άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά της. Ένας μπάτσος της άρπαξε την τσάντα και άδειασε το περιεχόμενο της στο πάτωμα.
    «Την έχεις πουτσίσει» είπε η Πούτα.
    Η Λοάνα ήταν στο κρεβάτι ολόγυμνη και δεν φαινόταν να έχει την παραμικρή διάθεση να σηκωθεί. Η ιδρωμένη της πλάτη φεγγοβολούσε στο φως που έμπαινε από το παράθυρο πάνω από το κρεβάτι. Οι δύο νεαροί μπάτσοι χάζευαν τις τρίχες που πεταγόντουσαν από τον κώλο της. Ο Πινακούλης την έπιασε από τους ώμους και την σήκωσε. Η Λορέττα κάτι μουρμούρισε και άφησε μία μικρή κλανίτσα. Ο Λούμπρικαντ της πέταξε ένα παντελόνι κι εκείνη το φόρεσε. Τα χέρια της τρέμανε.
    Και οι τρεις μπάτσοι με τα χέρια στη μέση – ακριβώς σαν μοδάτες νοικοκυρές που χαζεύουν σε κάποιο πολυκατάστημα – ερευνούσαν με το βλέμμα τους το δωμάτιο απ' άκρη σ' άκρη. Εστίασαν στο ξέχειλο τασάκι. Η Λοάνα άνοιξε επιτέλους τα μάτια της και είπε:
    «Ποιες είναι αυτές οι όρκες;».
    Οι μπάτσοι γέλασαν χαιρέκακα.
    Ο χοντρός μπάτσος άνοιξε όλα τα παράθυρα, επιτρέποντας σ' ένα σύννεφο κάπνας να πεταχτεί έξω.
    Οι σιλουέτες των αστυνομικών ήταν τουλάχιστον δέκα νούμερα μεγαλύτερες από οποιονδήποτε άλλο μέσα στο δωμάτιο.
    «Μπορώ να καπνίσω;» ρώτησε ο Ντατούρα.
    «Όχι. Δεν είμαστε τα πουτανάκια σου» είπε ο πιο νεαρός μπάτσος.
    Η Πούτα βοήθησε τη Λορέττα να φορέσει τα εσώρουχα της. Η Λορέττα, χλωμή σαν πτώμα, προσπάθησε να κουμπώσει το φερμουάρ του φορέματος της.
    Ο Πινακούλης πάλευε ν' αντισταθεί στη ναυτία του.
    «Έγινε κάτι αστυφύλακες;».
    «Ναι ρε...έγινε κάτι...δεν μπορείτε να σουλατσάρετε μέσα στους δρόμους γυμνοί...μας κάνανε παράπονα οι γείτονες σας».
    «Ναι, ακριβώς...δεν μπορείτε να δείχνετε τους κώλους σας σαν τα σκυλιά».
    «Δεν ντρέπεστε λίγο; Δεν έχετε οικογένειες;».
   «Εμ βέβαια...εδώ πηδιέστε ο ένας με τον άλλο...δεν θα μας έκανε εντύπωση να πηδιέστε και με τους πατεράδες σας».
    Ο μπάτσος μιλούσε στην Λορέττα κι εκείνη ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
    «Πληγώθηκες; Βρωμιάρα».
    Η Λοάνα έτρεμε σαν ψάρι και για να ξεχαστεί κούμπωσε το φόρεμα της Πούτα. Η Λορέττα πήγε να πιει λίγο νερό στη κουζίνα αλλά ο μπάτσος την έπιασε από το χέρι.



    Μετά που ο Λούμπρικαντ, σαν ο μεγαλύτερος και πιο έμπειρος στις «καταστάσεις κράτησης», υπέγραψε κάτι υπεύθυνες δηλώσεις πως δεν πρόκειται να βγουν έξω από το σπίτι τσίτσιδοι, πάνω στο γεμισμένο με μπατσική μπόχα γραφείο, αποφασίσανε να μην γυρίσουν πίσω στο σπίτι της Σόδας αλλά να πάνε να δουν την κατασκευή ενός χρηματοκιβωτίου Μουνιού – ένα εξαιρετικό happening σε ύφος Kaprow.
    Ήταν σκέτη παράνοια ή απλά σύμπτωση; Όλοι αποφασίσανε, σιωπηλά και κρυφά, χωρίς να πει ο ένας κάτι στον άλλο, πως κολυμπούσαν σαν τυφλά ψάρια μέσα στο βυθό του παραλογισμού. Πως ήταν δυνατόν; Ποιος σκέφτηκε να κάνει κάτι τέτοιο; Να κατασκευάσει επί σκηνής ένα Χρηματοκιβώτιο Μουνί; Μήπως απλά έφταιγε το Lsd που είχαν προηγουμένως καταναλώσει;
    «Είμαστε κωλόφαρδα τέρατα μπέικον...πάλι καλά που δεν βρήκαν το χόρτο...ε Ιάκωβε;» είπε η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα.
    Η Λορέττα έφτυσε στο πάτωμα της αποβάθρας του μετρό. Στις τουαλέτες, η Λοάνα μοίρασε σε όλους Stedon.
    Καθώς ο Άριελ Πινκ μασουλούσε το χάπι, ρώτησε την Πούτα:
    «Πόσο τέρας μπέικον είσαι πια;».
    «Δεν μπορώ να μιλάω με μπέικον πια;».
    «Κάποιος μου ρούφηξε όλο το σάλιο».
    Ο Πινακούλης άρχισε να μασουλάει κι εκείνος ένα χάπι.
    Μέχρι να φτάσουνε στο μέρος όπου γινόταν το περφόμανς, είχανε κιόλας μαστουρώσει για τα καλά. Από τη σκηνή άκουγες τον ήχο του πριονιού που έκοβε γιγάντιες μάσκες από τον κόσμο του Γουόλτ Ντίσνει. Εκείνος ο θόρυβος έκανε τα φύλλα να κουνιούνται. Κάποιοι που φορούσαν μάσκες νάνων από το γνωστό παραμύθι, είχαν σκαρφαλώσει πάνω στην περίφραξη και χάζευαν τους ανθρώπους που έφτιαχναν με ηλεκτροκόλληση το γιγαντιαίο χρηματοκιβώτιο μουνί. Κάποιοι άρχισαν να δείχνουν τα παπούτσια του Άριελ Πινκ που έμοιαζαν με...τούρτες. Μία νεαρή γυναίκα που είχε στη μέση της δεμένο ένα πλαστικό ομοίωμα πέους τους έκανε μία γκριμάτσα αηδίας. Μερικοί πραγματικοί νάνοι ξερνοβολούσαν στο χορτάρι. Ένα μεγάλο κόκκινο μπαλόνι που έμοιαζε με την κωλοτρυπίδα της Χιονάτης άρχισε ν' ανεβαίνει σιγά, σιγά στον ουρανό.
    Την ώρα που ο Πινακούλης αγόραζε το εισιτήριο του στην είσοδο, ο Άριελ Πινκ τον έπιασε απ' το χέρι.
    «Θα είμαστε για πάντα άφραγκες όρκες».
    Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα είπε πως ξέρει κάποιον στην είσοδο. Η Λορέττα αγόρασε ένα εισιτήριο και μπήκε μέσα.
    «Θα καβαλήσουμε τον φράχτη σαν σωστές μοδάτες νοικοκυρές» είπε ο Τσιν Τσιν.
    Το κομπρεσέρ έκανε εκκωφαντικό θόρυβο πάνω στη σκηνή. Ένα σωρό σκουπίδια ήταν στοιβαγμένα εκεί πάνω. Μία γυναίκα με χρυσή μασέλα τραγουδούσε το Χακούνα Ματάτα από το Βασιλιά των Λιονταριών κι έκανε κακάκια μέσα σ' ένα τάπερ. Κάθε φορά που το κομπρεσέρ τιναζόταν από την δύναμη πάνω στο τσιμέντο, εκείνη τίναζε τον κώλο της δυνατά. Ο ήχος στριφογύριζε ανάμεσα από τις σειρές των καθισμάτων και ανέβαινε στον ουρανό. Έκαναν μία βόλτα πίσω από τις τελευταίες εξέδρες που ήταν στημένες αμφιθεατρικά, σαν βεντάλια. Ο Πινακούλης ήταν σίγουρος πως άκουσε ακόμη και θόρυβο από τζιτζίκια. Κάποιος είχε βάλει το κεφάλι του μέσα σε μία νάιλον σακούλα και σνίφαρε κόλλα, ένα λευκό φως αιωρούνταν γύρω από το πρόσωπο του, ένας άλλος χτυπούσε ένα τεράστιο κομμάτι σαλάμι στο κεφάλι μίας κοπέλας, σαμπώ κάθε είδους κοπανούσαν το ξύλινο πάτωμα. Πάνινα τσαρούχια με ασημί επένδυση και σπιρούνια, όλες οι πιθανές αποχρώσεις του σκατού και του κραγιόν, βερνίκια νυχιών, σκιές ματιών, όλα λικνίζονταν συγχρονισμένα στο ρυθμό του κομπρεσέρ – το οποίο το κράδαινε ένας τύπος με κεφάλι φτιαγμένο από αφρό πολυουραιθάνης σε ύφος Πινόκιο. Μπίρα ξεχυνόταν από μεγάλα σωληνάρια στο πάτωμα, μπουκάλια Κόκα Κόλας βουτηγμένα μέσα στη λάσπη, τα τσιγάρα σχημάτιζαν ένα πυκνό ντουμάνι, ένας τύπος με μούσι νάνου Γκράμπι ανέμιζε έναν πράσινο δονητή στον αέρα. Μία κοπέλα με μία νεκρή κότα πάνω στο κεφάλι της, έφτυνε παντού σάλια.
    «Γεια...τι γίνεται;» είπε στον Πινακούλη η κοπέλα με τα σάλια.
    Κάποιος είχε στρώσει ένα χαλί στο πάτωμα και έγδερνε ένα κουνέλι.
    «Θα φάμε» είπε.
    «Τσάμπα ήρθαμε».
    «Όλο μαλακίες».
    «Αυτοί οι Ρομαντικοί αν δεν καπνίσουν ένα ολόκληρο λιβάδι με φούντα δεν γίνεται».
    Η Λοάνα χόρευε σχεδόν γυμνή μπροστά από το κομπρεσέρ. Κάποιος της τσιγκλούσε το πιπί μ' ένα κοντάρι από εκείνα που βγάζεις selfie. Μετά από λίγο κάποιος άλλος τον παρότρυνε να της το χώσει στον ποπό. Ένας νάνος άρχισε να πυροβολεί το αεροβόλο του πάνω σε κάτι άλλους νάνους. Οι νάνοι άρχισαν να τον ξυλοκοπούν με ρόπαλα.
    «Ιάκωβε την έχουμε γαμήσει» είπε ο Άριελ Πινκ.
    «Είναι καταπληκτικό».
    «Είσαι δεκαπέντε χρονών όρκα».
    «Τίποτε απ' όσα κάνουμε δεν έχει νόημα».
    «Ρίχνεις το κορμί σου πάνω στο κρεβάτι και σε παρενοχλεί εκείνο το σκυλάκι που τρώει μακαρόνια».
    «Γαμάω σωλήνες εξαερισμού σουβλαζίδικων».
    Κάποιος έσπρωξε τον Λούμπρικαντ κι έτρεξε προς το μέρος μας. Μία λίμνη εμετού υπήρχε στο κέντρο της σκηνής που έφτιαχναν το χρηματοκιβώτιο μουνί. Κάποιος άρχισε να φτιάχνει τα μουνόχειλα με πλαστικό. Το πρόσωπο της Παναγίας φάνηκε πάνω σε έναν μεγάλο προτζέκτορα.
    «Αρχίδια» μουρμούρισε ο Πινακούλης.
    «Δεν πρόκειται να λύσουμε κανένα μυστήριο».
    Κάποιος από την παρέα έφτυσε στο πρόσωπο έναν νάνο. Άρχισαν να τρέχουν προς την αποβάθρα του μετρό Κεραμεικού πανικόβλητοι.
    Κάποιος ούρλιαξε. Ένας νάνος με κουστούμι τραπεζίτη πετάχτηκε από ένα παράθυρο και πήγε να πιάσει τον Λούμπρικαντ. Όπως τρέχανε, του Τσιν Τσιν του ήρθε αναγούλα. Το πουκάμισο του έσταζε εμετό. Η Λοάνα ήταν κάτωχρη και ξυπόλυτη. Στις σκάλες ο Άριελ Πινκ σκόνταψε κι έπεσε. Τον έπιασε κρίση βήχα. Στην είσοδο του σταθμού κάποιος νάνος άρπαξε την Πούτα από το χέρι αλλά ο Τσιν Τσιν του έδωσε μία γροθιά στη μεγάλη του, χοντρή σαν πατάτα, μύτη. Τρέξανε να χαθούν μέσα στο πλήθος. Ο Πινακούλης τράβηξε την Λοάνα που κόντευε να σωριαστεί. Τα μάτια του πονούσαν και ήθελε να κλάψει. Ένιωθε μία έντονη ζαλάδα που μεταδιδόταν από χαμηλά, από τα πλακάκια της αποβάθρας, έκλεισε το στόμα του με το χέρι αλλά κομμάτια από πίτσα έβγαιναν ανάμεσα από τα δάχτυλα του.
    Η Λοάνα μπέρδευε τα πόδια της καθώς προχωρούσε στηριζόμενη πάνω στον Ιάκωβο. Η μυρωδιά των Ρομαντικών είχε πια φύγει τελείως πάνω από το κορμί της. Τώρα ανέδιδε μία οσμή παραμυθιού πασπαλισμένη με μπόλικο εμετό, τηγανιτό μπέικον και μανιτάρια.



















10.
   
   
    Στον κήπο του νοσοκομείου ακόμη έβλεπες λακκούβες γεμάτες με εμετό. Ένα πιτσιρίκι που μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια πηδούσε τις αυλακιές από τις νταλίκες στη λάσπη. Κάπου μέσα στα δέντρα, ένα πουλί κελαηδούσε. Κάποιος έκανε μία γκριμάτσα σαν να τρόμαξε.
    Το προηγούμενο βράδυ, όταν ο Πινακούλης έφτασε αισίως στο δωμάτιο του, η μυρωδιά από το σάπιο καρπούζι τον χτύπησε απότομα στα ρουθούνια και τον έκανε να ξεράσει.
    Στο τρένο του γυρισμού είχε ρουφήξει τα χείλη μίας άγνωστης ηλικιωμένης γυναίκας. Τα μάτια της, θυμόταν τώρα, είχαν ένα παράξενο βλέμμα.
    Μερικά σπουργίτια χοροπηδούσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τα πουλιά τσιμπολογούσαν κάτι ψίχουλα από το δρόμο. Μία καθαρίστρια σφουγγάριζε την είσοδο. Από εκεί που στεκόταν δεν μπορούσε να δει τα μάτια της. Ο Πινακούλης πέταξε το σάπιο καρπούζι στο δρόμο. Μία λωρίδα φως έσκιζε τον ουρανό από το νότο, κι έκανε τον αέρα να μοιάζει σαν γάλα. Η πόρτα της βεράντας άνοιξε και τα πουλιά έφυγαν.
    «Θα γίνουν χοντρά έτσι που τρώνε» είπε στην καθαρίστρια.
    Πέταξε το καρπούζι το οποίο έγινε λιώμα στο δρόμο. Ο ήχος που έκανε θύμιζε κόκαλο που σπάει. Μία γειτόνισσα έβγαλε βόλτα το γκριφόν της. Είδε το καρπούζι και κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά.
    «Ντροπή σου...μεγάλος άνθρωπος» είπε και συνέχισε το δρόμο της.
   



    «Που ήσουν όρκα;» ρώτησε η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα τον Λούμπρικαντ.
    «Πήγα να μαζέψω κουράδες σκύλων για το βίντεο».
     Το απόγευμα η Πούτα είχε περάσει από το Σπίτι της Σόδας μαζί με τον Λούμπρικαντ. Εκείνος βρωμοκοπούσε ρακή. Ο Πινακούλης τον τράβηξε μέχρι το μπάνιο. Η Πούτα του ψιθύρισε στο αυτί.
    «Μην πεις τίποτα στον Λούμπι για τη φάση με τους Ρομαντικούς...νομίζω δεν ξέρει...εκείνη την ώρα πρέπει να έπαιζε πόκερ».
    Ο Πινακούλης ένευσε θετικά με το κεφάλι και χαμογέλασε. Η Πούτα γδύθηκε και μπήκε στη μπανιέρα. Ο Σοζ ήταν νευριασμένος γιατί η Λορέττα δεν είχε γυρίσει την προηγούμενη νύχτα. Ήταν τόσο εκνευρισμένος που δεν έδωσε καθόλου σημασία στον Τσιν Τσιν που είχε χώσει το πουλί του μέσα σε μία τούρτα τιραμισού. Από το μπάνιο ακουγόντουσαν τα βογκητά της Πούτα που τριβόταν πάνω σ' ένα ολόκληρο ταψί με μπακλαβά το οποίο είχε τοποθετηθεί πάνω από το πιπί του Λούμπρικαντ.
    «Έχω σιχαθεί το γαμήσι» είπε η Λοάνα.
    «Πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο...κάτι πιο σημαντικό ίσως».
    «Υπάρχουν άλλοι τρόποι να περνάμε καλά;».
    «Αρχίδια...είμαστε κομμάτια μπέικον γαλοπούλας».
    Ο Άριελ Πινκ είπε στην Λορέττα να τον κρατάει γιατί πονούσε ο ποπός του. Ήταν ήδη φτιαγμένοι με NyQuil και άρχισαν τα γλωσσόφιλα μπροστά στον Σοζ. Τα χείλη τους ήταν κολλημένα με παράδοξο τρόπο, τα μάτια τους τον κοιτούσαν λοξά και με το ζόρι κρατιόντουσαν να μην γελάσουν. Ξαφνικά ο Σοζ άρπαξε την Λοάνα που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του στο κρεβάτι και άρχισε να την φιλάει.
    «Τι κάνεις μωρή όρκα;».
    «Κοτόπουλο!».
    Η Λοάνα πέταξε κάτω το περιοδικό που διάβαζε και είπε πως βαρέθηκε πια αυτό το παιχνίδι. Ο Σοζ σηκώθηκε από το κρεβάτι και έριξε μία σφαλιάρα στη Λορέττα.
    «Είσαι σκυλί».
    «Θα σου κόψω τον κώλο».
    «Ιάκωβε δώσε μου λίγο χόρτο».
    Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα εμφανίστηκε με μία πετσέτα τυλιγμένη στη μέση της, κρατώντας ένα κουτάκι Κόκα Κόλας.
    «Είστε όρκες».




    Στο δρόμο για το μετρό η Λοάνα παρακάλεσε τον Πινακούλη να της αγοράσει ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα περιοδικό. Η περιπτερού έριχνε νερό στο πεζοδρόμιο.
     «Βγαίνεις και ραντεβού τώρα;».
    Φορούσε ένα εφαρμοστό ροζ παντελόνι και από μέσα έβλεπες την κιλότα της που διαγραφόταν κολλημένη πάνω στον ποπό της. Τα νύχια των ποδιών της Λοάνα ήταν βαμμένα κόκκινα.
    «Πονάει ακόμα ο κώλος σου;» ρώτησε τη Λοάνα ο Ιάκωβος.
    «Λίγο...εκείνος ο τύπος ο Φρανσουά είναι πολύ εντάξει...μου αγόρασε ένα καινούριο τάμπλετ».
    «Εμένα ο κώλος μου είναι κομμάτια».
    «Ναι, σε κάποια φάση έγινε της πουτάνας...αλλά ντάξει...πρέπει να περνάμε καλά...δεν πρέπει;».
    «Θα παντρευτείς;».
    «Και βέβαια θα παντρευτώ».
    Ένα φορτηγό πέρασε και άφησε ένα στρώμα σκόνης στα μούτρα τους. Κομμάτια από σκουπίδια μπήκαν στα μάτια τους. Ο Πινακούλης έριξε μία ροχάλα στο δρόμο. Ένας τύπος μ' ένα ποδήλατο έπεσε πάνω σ' ένα τοίχο και άρχισε να βρίζει. Συνειδητοποίησαν πως το ποδήλατο δεν είχε σέλα.
    «Είμαστε όρκες».
    «Είμαστε μοδάτα σκυλιά».
    «Οι γονείς σου τι κάνουν;».
    «Καλά...ο πατέρας μου πέθανε πρόσφατα...η μάνα μου είναι μία πολύ καθωσπρέπει όρκα».
    «Φτύνει παιδάκια στη μούρη;».
    «Καθαρίζει τα κενά ανάμεσα από τα πλακάκια με οδοντόβουρτσα».
    «Τους αρμούς;».
    «Τι;».
    «Τίποτα».
  



    Η Πούτα έχυσε ένα ολόκληρο μπουκάλι κέτσαπ στο πρόσωπο της Λορέττα. Κάποιος έτρωγε χοτ ντογκ στην κρεβατοκάμαρα και τα είχε κάνει όλα χάλια. Αποφάσισαν να πάνε όλοι μαζί στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα και να κάνουν μακελειό με περφόμανς. Ο Σοζ έκλαιγε και δάκρυα τρέχανε πάνω στην κοιλιά της Λοάνα. Χοντρές φλέβες πάλλονταν στο λαιμό της και φορούσε μία ξανθιά περούκα με κοτσίδες. Της είχαν βάψει το πρόσωπο και φαινόταν σαν κάποιος να την είχε δείρει στ' αλήθεια. Η Πούτα της άνοιξε το στόμα και της πίεσε μέσα ένα χοτ ντογκ. Κέτσαπ έτρεχε από το στόμα της.
    «Θα γίνω μεγιστάνας ξυλείας» είπε ο Σοζ.
    «Είσαι πούστης με επίδεσμο».
    «Βάλε το λάστιχο στο ρουθούνι».
    «Να χτυπήσουμε καμία ένεση».
    Ο Σοζ μπήκε στη μπανιέρα και άρχισε να χαρακώνει τον καρπό του μ' ένα ξυράφι. Το μέρος γέμισε πραγματικό αίμα. Κάποιος μπήκε μέσα και άρχισε να πιτσιλάει το μέρος με κέτσαπ. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις πιο ήταν το πραγματικό αίμα και πιο η κέτσαπ. Κάποιος πήρε τηλέφωνο ένα ασθενοφόρο.
    «Δεν αντέχω άλλο» είπε ο Σοζ.
    «Τα σκυλιά σε εκδικούνται».
    «Ψόφα».
    «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό...είπαμε να το κρατήσουμε σε επίπεδα συμβολισμού».
    «Άντε μωρή όρκα».
































11.
   
   
   
       Στον καλογυαλισμένο διάδρομο πέρασε μία νοσοκόμα με μάσκα αλόγου στο κεφάλι, κρατώντας μία ανθοδέσμη. Φορούσε μόνο ένα σουτιέν και στο πιπί της είχε τυλιγμένο έναν επίδεσμο με πράσινους λεκέδες. Απέναντι από τον Πινακούλη, μία γυναίκα με στολή του Πινόκιο, κουνούσε βαριεστημένη πάνω κάτω το πόδι της, ήταν η μισή χωμένη μέσα σε μία δεξαμενή με κίτρινο ζελέ.
    «Πρέπει να είναι κρύο ε;» είπε η νοσοκόμα, μέσα από τη μάσκα αλόγου η φωνή της ακουγόταν σαν παράξενα Ιαπωνικά ειπωμένα από έναν έκφυλο γίγαντα.
    Ο Πινακούλης, κρατώντας με το αριστερό του χέρι έναν φορητό υπολογιστή, άρχισε να τσαλαβουτά μέσα σε μία λίμνη με ούρα. Το πόδι του ήταν μέσα σε γύψο – δεν θυμόταν ποιος του το είχε κάνει αυτό – και τα δάχτυλα του που εξείχαν έμοιαζαν με θρούμπες ελιές. Δίπλα του καθόταν ένας γέρος χωρίς ρούχα. Το μόνο που φορούσε ήταν μία γραβάτα κι ένα ψαράδικο καπέλο.  Μέσα στη δεξαμενή με τον κίτρινο ζελέ η γυναίκα Πινόκιο άρχισε να πλέκει.
    «Ο σβέρκος μου είναι ένα χάλι» είπε ο γέρος.
    Ταμπάκο έσταζε από το σαγόνι του. Είχε το χρώμα του σκατού. Έμοιαζε σαν να είχε φάει κακάκια. Ο Πινακούλης παρακολουθούσε τις κινήσεις της γυναίκας Πινόκιο, τα μάτια της έμοιαζαν με χαρακιές, η μύτη της ήταν σαν λουκάνικο και μπορούσες να ξεκαθαρίσεις τις ρυτίδες πάνω στο κούτελο της.
    «Πονάει πολύ να είσαι χαρακτήρας της Ντίσνεϊ ε;».
    «Μπορεί ανα πάσα στιγμή να τα τινάξεις;».
    «Βρίζεις συνέχεια, κάνεις κακάκια συνέχεια».
    «Νομίζω πως έχω πάθει γάγγραινα στα δάχτυλα».
    Η γυναίκα Πινόκιο, χωρίς να σταματήσει να πλέκει, κοίταξε το γέρο που έφερε το σταφιδιασμένο του χέρι στο λαιμό του κι έβγαλε έναν ήχο σαν πρωινή κλανίτσα.
    «Πρέπει να είναι σκέτη βαρεμάρα να είσαι αυτό που είσαι».
    Το γέλιο του γέρου μεταμορφώθηκε σε μία κρίση βήχα, διπλώθηκε στα δύο, καθόταν σε μία πλαστική καρέκλα και το πιπί του κρεμόταν σαν μικρό λουκανικάκι στο κενό ανάμεσα από το κάθισμα.
    «Το δίπλωμα μου το πήρα νύχτα...έξω από την Ντίσνειλαντ...τότε...κάποιος είχε βάλει στη διαπασών να παίζει ένα...ένα κομμάτι της Βουγιουκλάκη από μία ταινία...τελικά καταλήξαμε σ' ένα πάρτι που όλοι είχαν ντυθεί Τρίτσης» είπε ο γέρος.
    Μία καθαρίστρια μπήκε μέσα στο θάλαμο και άρχισε να καθαρίσει τη λίμνη με τα ούρα με μία σφουγγαρίστρα που φαινόταν να έχει να πλυθεί κανέναν αιώνα ολόκληρο. Το μέρος μύριζε σαν αίμα. Έσερνε τον κουβά όπως ο Χριστός έσερνε τον σταυρό του. Άρχισε να φωνάζει στην νοσοκόμα με το κεφάλι αλόγου:
    «Κόψε τις μαλακίες Κασσιανή...αν σε δει ο διευθυντής θα σε επιπλήξει».
    «Μα είναι κρίμα...είναι τόσο ωραία μάσκα».
    Όλοι όσοι ήταν στο θάλαμο σήκωσαν τα κεφάλια τους. Εκείνη δεν έδωσε καμία σημασία και συνέχισε να σφουγγαρίζει.
    «Και πως και δεν πέθανες;» ρώτησε ο γέρος τον Σοζ ο οποίος ήταν μπαταρισμένος στους καρπούς με επιδέσμους και βαμβάκι και γάζες.
    «Μισές δουλειές».
    Τα μάτια του Σοζ ήταν κόκκινα. Ο γιατρός πέρασε και του άλλαξε τις γάζες. Ο Σοζ άρχισε να κλαίει σαν μωρό.
    «Πως πάει;» ρώτησε την καθαρίστρια ο γέρος. Εκείνη ακόμη σφουγγάριζε τα ούρα.
    «Δεν βγαίνουν».
    «Είναι σαν το αίμα κάπως».
    «Και τα σκατά;».
    «Α γεια σου!».
    «Δεν μπορείς να τα ξαφορτωθείς με τίποτα...είναι όλα μέσα σου».
    «Πως είναι να καθαρίζεις όλη μέρα σκατά, αίμα και ξερατά;».
    Μερικά παιδιά με σύνδρομο down άρχισαν να ουρλιάζουν και να τσακώνονται. Πετούσαν σιδερένιες πάπιες το ένα στο άλλο. Κάποιο από αυτά δεν είχε χέρια και πετούσε σάλια. Ένα άλλο παιδί έδειχνε τα δόντια του στη νοσοκόμα, κατέβασε το παντελόνι του και της έδειξε το πιπί του. Άρχισε να κατουράει και άλλη μία λιμνούλα σχηματίστηκε μετά από λίγο.
    «Πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να είσαι καθαρίστρια εδώ μέσα ε;» είπε ο γέρος.
    Μία σιδερένια πάπια έπεσε με δύναμη μέσα στην καινούρια λίμνη και πιτσίλισε στο πρόσωπο τον Πινακούλη.
    «Με άκουα φόρτε;».
    «Κάνει τρύπες στο πάτωμα αυτό μωρή».
    Τα δέντρα πέρα μακριά έγερναν κόντρα στον αέρα. Τα παιδιά άρχισαν να χτυπάνε τη νοσοκόμα με τις σιδερένιες πάπιες, έσκασε ο σεκιούριτι και τα μάζεψε. Ο γέρος έκανε εμετό μέσα σ' ένα πλαστικό ποτηράκι.
    «Φέρθηκα σαν μαλάκας» είπε ο Σοζ.
    «Πρέπει να μπαρκάρεις».
    Αίμα υπήρχε πάνω στα παπούτσια του. Το πρόσωπο του ήταν ακόμη χλωμό αλλά έλεγε πως δεν πονούσε πια από τα ράμματα. Στο γυρισμό είδαν το καρπούζι που ήταν πεσμένο στη μέση του δρόμου.
   



    Ο Λούμπρικαντ δεν ήταν στο δωμάτιο. Η Πούτα Ντε Λα Μουέρτα είπε πως είχε γυρίσει στο σπίτι του μετά από το σκηνικό με την κέτσαπ.
    «Είναι όρκα σίγουρα».
    «Αυτό θα πει μαλάκας με περικεφαλαία».
    Ο Άριελ Πινκ σούταρε για τρίτη φορά και κυλίστηκε στο πάτωμα. Το μαυρισμένο μάτι της Λορέττα είχε κάπως φτιάξει. Ο Σοζ καθόταν μπροστά από τον υπολογιστή κι έβλεπε βιντεάκια Τελετάμπις στο YouTube.
    «Να δούμε καμία ταινία με τον Ζαν Κλωντ Βαν Νταμ».
    «Θα πάω στην Αφρική».
    «Είσαι κρέπα».
    Η Πούτα σηκώθηκε και ταρακούνησε από τον ώμο τον Τσιν Τσιν που κάπνιζε έναν μπάφο.
    «Έχει μείνει καθόλου;».
    Εκείνος δεν ανταποκρίθηκε. Τον κλώτσησε στο καλάμι. Του έπεσε ο μπάφος από το στόμα. Η Πούτα πήρε ένα κομμάτι από την τούρτα τιραμιοού που είχε μείνει και του την πέταξε στο πρόσωπο.
    Ο Πινακούλης πήρε ένα Stedon και ήπιε μία γουλιά NyQuil.
    «Ιάκωβε παίξε μας λίγο καζού» είπε ο Άριελ Πινκ.
    Στην οθόνη του υπολογιστή κάποιος έπαιζε με γατάκια.
    Ο Σοζ κοιτούσε τις ματωμένες τους γάζες.
    «Θα πουλήσω το κορμί μου για να πάρω ζουζού» είπε η Πούτα.
    Ο Σοζ γέλασε και το κορμί του τραντάχτηκε.
    «Πρεζόνι όρκα!».
    Ο Σοζ πάλι γέλασε.
    «Βαρέθηκα να σου γλείψω το άσχημο πουλί σου» είπε η Πούτα.
    «Είσαι αλήτης».
    «Θα γίνω γκόμενα του Φρανσουά».
    «Θα αγοράσουμε ένα τροχόσπιτο και θα κάνουμε κάθε μέρα πάρτι».
    «Δεν έχεις ιδέα πόσο μακρουλά είναι τα καβλιά των Ρομαντικών...εμείς οι Οπαδοί της Σόδας είμαστε ένα τίποτα μπροστά τους».
    «Ακόμα και όταν είναι τίγκα στην ηρωίνη...είναι σκληρά και μπαίνουν βαθιά μέσα μου».
    Ο Λούμπρικαντ σηκώθηκε από τον καναπέ και άναψε ένα τσιγάρο.
    «Θέλω να σπουδάσω κάτι, οτιδήποτε» είπε ξαφνικά.
    «Καλά...Ιάκωβε παίξε μας λίγο καζού».
   





























12.
   
   

    Πάνω στην βιβλιοθήκη βρισκόταν μία κατσαρίδα. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν απλά άλλος ένας λεκές, όσο τον κοίταζε, είδε πως μετακινούνταν ελαφρά. Τα καφέ της φτερά ήταν καλυμμένα με χνούδι σκόνης.
    Μετά που έφυγαν όλοι, το δωμάτιο έμοιαζε πολύ σκοτεινό. Δεν ήταν πως είχε λιγότερο φως, μάλλον ήταν σαν ο ίδιος να είχε απομακρυνθεί από την πηγή του.
    Ένα σωρό πράγματα ήταν πεταμένα παντού. Μία τεράστια τούφα από τρίχες – πιθανότατα ήταν της Λοάνα – το περιτύλιγμα από ένα γλειφιτζούρι Τσούπα Τσουπ που είχε φάει η κυρία Σαπφώ πριν από κάτι μήνες, ψίχουλα, κέτσαπ, κάλτσες, μακαρόνια, τσόφλια αυγών, χρησιμοποιημένες καπότες, χαρτομάντιλα, ένα μπουκάλι με ξύδι, εσώρουχα, σπασμένα γυαλιά, αλουμινόχαρτο, μαγιονέζα, σκληροί δίσκοι, κουτιά από πίτσα, ένα πλαστικό αστέρι, σύριγγες, βιβλία, περιοδικά, σοκολάτες. Μ' ένα σκισμένο βιβλίο του Τ. Πύντσον, ο Πινακούλης συνέθλιψε ένα κουνούπι. Του φάνηκε σαν να άκουσε μία μικροσκοπική κραυγή – και δεν εννοούσε τον θόρυβο που έκαναν τα κόκκινα ζουμιά που πετάχτηκαν από την λιλιπούτεια κοιλιά του. Πάνω στο πάτωμα είχε μόλις σχηματιστεί ένα παράξενο ουράνιο τόξο.



    «Έχεις γαμηθεί Ιάκωβε...μήπως να πας για ύπνο;» είπε η κυρία Σαπφώ.
    Αφού είχε σκοτώσει το κουνούπι τον είχε πιάσει μία λιγούρα. Άρχισε να τρώει κάτι αποφάγια από ψητό κοτόπουλο που είχαν ξεχαστεί στο ψυγείο. Το κοτόπουλο όμως είχε χαλάσει και η ξινή του γεύση του τρύπησε τη γλώσσα και απλώθηκε σε όλο του το κεφάλι. Όταν προσπάθησε να τραβήξει την πέτσα που του είχε κάτσει στο λαιμό, τον έπιασε ένα σύγκρυο από την κορφή ως τα νύχια.  Ήταν σαν κάποιος μόλις να τον πλάκωσε στο ξύλο. Ανατριχίλες ανέβαιναν από τις πατούσες του και κατέληγαν στο σβέρκο. Όσο κι αν ξέπλενε το στόμα του με νερό η ξινίλα παρέμενε εκεί. Είχε μία εντελώς γλοιώδη αίσθηση στα ούλα του. Η πέτσα είχε κολλήσει στα δόντια του. Έφτυσε το κομμάτι που είχε μόλις καταπιεί και εκείνο έσκασε με δύναμη πάνω στον νεροχύτη. Ήταν παπαριασμένο και χαμογελούσε σχεδόν. Ένα μικρό κομμάτι από καρότο είχε φράξει τον νεροχύτη και είχε γεμίσει με βρωμόνερα. Τράβηξε με το δάχτυλο το καρότο, οι κλωστές από τη γλίτσα απλώθηκαν παντού. Το νερό άρχισε να φεύγει και η μπουκιά από το κοτόπουλο στροβιλίστηκε για λίγη ώρα.
    «Γιατί δεν πας να κοιμηθείς λίγο; Φύγανε όλα εκείνα τα φρικιά από το σπίτι σου; Τελείωσε η άδεια τους από το νοσοκομείο; Αχ θεέ μου!» είπε η κυρία Σαπφώ.
    Έφτιαχνε τα σεντόνια στο κρεβάτι με το χέρι της. Έβλεπε τα κωλομέρια της να τουρλώνουν μέσα από κομπινεζόν της. Μέσα στο μπλε φως του δωματίου το δαχτυλίδι που φορούσε άστραφτε, αντανακλώντας το σχήμα του στο ταβάνι.
       Ακούστηκε ο ήχος που κάνει το κοτόπουλο όταν το ρουφάει το σιφόνι. Μπορούσε ακόμα να διακρίνει τα εξογκώματα που κάποτε ήταν οι τρίχες του. Στα χέρια του είχε ακόμη λίπος. Όταν πήγε να πάρει ένα τσιγάρο από το πακέτο που βρισκόταν πάνω στην τηλεόραση, τον έπιασε ένα απερίγραπτο αίσθημα ανησυχίας. Ήταν λες και ένας νάνος με δερματική πάθηση τον είχε μόλις αγκαλιάσει.
    «Θες καφέ;» ρώτησε η κυρία Σαπφώ.
    Το λευκό τραπέζι που ήταν φτιαγμένο από τρόφιμους του Κορυδαλλού αντανακλούσε το φως από το δαχτυλίδι της. Πάνω στην επιφάνεια του μπορούσε να διακρίνει μία κόκκινη επιφάνεια από πατίνα. Όσο περνούσε η ώρα, εκείνο το κόκκινο φως, αυξανόταν μέσα στα μάτια του. Ήταν σαν ένας απογευματινός ήλιος να είχε εισβάλει μέσα στο δωμάτιο.
    «Πιες λίγο καφέ».
    «Έχω να πάω στη δουλειά τώρα και μερικές μέρες».
    «Γάμησε το...χρειάζεσαι ξεκούραση. Πρέπει να γυρίσεις πίσω και το ξέρεις Ιάκωβε. Πρέπει να ανανεώσεις την συνταγή σου».
    «Το αυτοκίνητο είναι στο μάστορα...από εκείνη τη νύχτα στα χωράφια που το στουκάραμε».
    «Να το ξανακάνουμε».
    Η κυρία Σαπφώ σηκώθηκε από τον καναπέ. Η φωνή της ακουγόταν πνιγμένη. Ο Πινακούλης αισθανόταν σαν να παρακολουθούσε κάποια θεόπαλια ταινία και κοιτούσε το σώμα της μέσα από έναν σωλήνα. Αυτή δεν ήταν η κυρία Σαπφώ αλλά μία πολύ φινετσάτη ρέπλικα της. Η ρέπλικα απλά ανοιγόκλεινε το στόμα της και άκουγε ένα μήνυμα που είχε ηχογραφηθεί καιρό πριν.
    Ότι και να έκανε δεν ήταν ικανός να ζεσταθεί με τίποτα. Κρύωνε όλο του το σώμα. Έβγαλε από την ντουλάπα ένα πουλόβερ και το φόρεσε. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα και άρχισε τότε να ιδρώνει – ακόμα και τότε η ανατριχίλα δεν έφευγε.
    Στο κλειστό δωμάτιο ο ήχος από τον κλιματισμό εξασθενούσε, έμοιαζε πλέον μ' ένα πολύ μακρινό βουητό. Αισθανόταν παγιδευμένος.
    Ένας μεθυσμένος διέσχιζε το δρόμο, μία γυναίκα με κόκκινα μαλλιά έτρεχε, κάποιος πέταξε άδεια κουτιά μπύρας από ένα αυτοκίνητο, οι νερατζιές που ύψωναν το ανάστημα τους μέσα στη νύχτα χόρευαν αμίλητες. Ο σκοτεινός όγκος του νοσοκομείου απέναντι, τα αστέρια στον ουρανό που δεν τα ξεκαθάριζες και πολύ καλά, όλα αιωρούνταν μπροστά στα μάτια του με μία διάφανη διαύγεια – ήταν όλα καλυμμένα μ' ένα σελοφάν – ένα μπαγιάτικο γεύμα που έμοιαζε με πόλη αλλά ήταν φτιαγμένο από οργανικά υλικά και κάποιος, αν είχε όρεξη, οποιαδήποτε στιγμή ήθελε, μπορούσε να τα καταναλώσει.
    Η επιφάνεια της καφετέριας είχε θολώσει πλέον και ατμοί άρχισαν να βγαίνουν. Η φλόγα μίας λάμπας από το απέναντι σπίτι τρεμόπαιζε μέσα στα μάτια του. Η μεγάλη σκιά της κυρίας Σαπφώς κουνήθηκε πάνω στον λεκιασμένο τοίχο. Οι σκιές έπεφταν η μία πάνω στην άλλη και οι τροχιές τους έκαναν περίεργες τομές, σαν ζωντανοί οργανισμοί, σαν προϊστορικά πλάσματα που διαλύονταν και ενώνονταν ξανά.
    «Μωρή όρκα...ακούς τι λέω;» είπε η κυρία Σαπφώ.
    Η φωνή του Πινακούλη σταματούσε στην στεγνή του γλώσσα, ο λαιμός του ήταν καυτός σαν τσαγιέρα, και όταν τελικά έβγαινε φάνταζε να ανήκει σε κάποιον άλλο. Είχε την παράξενη αίσθηση πως αυτή δεν ήταν η δική του φωνή κι έτσι σταμάτησε να προσπαθεί. Η κυρία Σαπφώ έπαιζε με τα χέρια της και το βρακί της, άρχισε να ξύνει στο στήθος της.
    «Ναι...που λες ο πούστης...την έβγαλε στο κλαρί...τελείως τέρας μπέικον».
    «Αυτός είναι πορνοστάρ».
    «Είναι χοντρός τραγουδιάρης».
    «Είναι αστακός».
    «Είναι αφέντρα».
    Δεν καταλάβαινε τίποτα από αυτά που έλεγε η κυρία Σαπφώ. Η όραση του δεν ήταν καλή. Έβλεπε τα πάντα κάπως θολά. Η τσίπα από τα χαλασμένα γιαούρτια μέσα στο ψυγείο είχε ζωντανέψει, είχε ενωθεί σ' ένα πλάσμα και είχε κάτσει πάνω στα μάτια του. Είχε περικυκλώσει ακόμη και την κυρία Σαπφώ και τώρα την αφομοίωνε. Άρχιζε τώρα να του ξεφλουδίζει το δέρμα.
    Το τέρας άρχισε να ψιθυρίζει διάφορα πράγματα για το συκώτι του. Του υπενθύμιζε πως τα σωθικά του επρόκειτο σύντομα να σαπίσουν αλλά θα αισθάνεται γαλήνια και δεν θα νιώθει κανέναν πόνο. Ο Πινακούλης του απάντησε πως πονούσε από τότε που γεννήθηκε.
    «Οδηγάμε αυτοκίνητα στην έρημο».
    «Είσαι από τη Νεβάδα».
    «Είσαι δράκουλας».
    Ο καφές άρχισε να κοχλάζει μέσα στο γυάλινο σκεύος. Η κυρία Σαπφώ έριξε μέσα τον καφέ και η μυρωδιά απλώθηκε παντού. Θυμόταν την Βιράγκο και τον Σβατζενάιτζερ που τον είχαν καβαλήσει και τον είχαν μετατρέψει σ' ένα ανθρώπινο ερείπιο. Τώρα, όπως ήταν σκυμμένη, με τα πράσινα μαλλιά της να κρέμονται, η μυρωδιά της έφτανε στη μύτη του. Τα βλέφαρα της ανοιγόκλειναν με θόρυβο. Μία τεράστια κουράδα έκανε την εμφάνιση της από το πουθενά, έστριψε από την πόρτα. Φορούσε την κάπα του Δράκουλα και μασουλούσε ένα μπουκάλι κέτσαπ. Ο Πινακούλης δεν ξαφνιάστηκε ούτε στο ελάχιστο.
    «Στην Νεβάδα έχουν πυραύλους που καρφώνονται σε κωλαράκια».
    «Είσαι αισχρή».
    «Αυτό δεν είναι αστείο».
    «Είσαι τσέτσα».
    «Τι στον πούτσο είναι αυτό;».
    Η Κουράδα έκατσε δίπλα του και του χάϊδεψε το μπούτι με το κουραδένιο της χέρι. Ήταν κάπως ωραία. Χανόταν μέσα στους χυμούς της. Ένας υπόκωφος πόνος τον τύλιγε και τον έκανε να λάμπει, σηκώθηκε κι έβαλε το στόμα του το κορμί μίας νεκρής πεταλούδας που βρήκε στο πάτωμα. Στα δάχτυλα του έμεινε να γυαλίζει η χρυσόσκονη της. Ξαφνικά, σαν η κατάποση της πεταλούδας να ήταν το σινιάλο που περίμενε, η Κουράδα μετατράπηκε σε Ριάνα.
    Η Κουράδα άρχισε να χορεύει σαν Ριάνα.
   


























13.


         Ο ουρανός ήταν γεμάτος με σύννεφα, τον τύλιξε, εκείνον και το σκονισμένο νοσοκομείο, σαν βελούδινο, λευκό σεντόνι. Καθώς ο αέρας χτυπούσε τα ακόμα αναμμένα μάγουλα του, άκουσε τον ήχο των δέντρων που θροΐζουν.  Ο άνεμος έφερνε την υγρασία, την μυρωδιά από τα νεράτζια που μεγαλώνουν μέσα στη νύχτα. Στο νοσοκομείο έβλεπες φώτα στην είσοδο, όλο το υπόλοιπο κτίσμα ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Τα παράθυρα του ήταν από σκουριασμένο αλουμίνιο, το οποίο αντιφέγγιζε στον ουρανό που παρακαλούσε να έρθει το χάραμα.
    Σκέφτηκε πως εκείνη η μαβιά γραμμή θα πρέπει μάλλον να ήταν άλλο ένα άνοιγμα στα σύννεφα.
    Το νοσοκομείο ήταν μία μικρή, νεκρή Ντίσνειλαντ. Χρησιμοποιούσαν ότι μέσο είχαν για να τους ελέγχουν, εκείνα τα μηχανήματα που τους κρατούσαν στη ζωή, ήταν μία φανταστική χώρα ονείρων για ξεπεσμένους μονάρχες της απόκλισης, εκείνη η αίσθηση της ουτοπίας, η ελπίδα πως θα γίνεις κάποτε καλά – ελπίδα η οποία θρυμματιζόταν με κάθε τους παρεκτροπή, με κάθε τους πισωγύρισμα πίσω στην ασθένεια, στον εθισμό, στην σχιζοφρένεια. Το αποτέλεσμα του νοσοκομείου ήταν ένα καταστροφικό σφυροκόπημα στον πληθυσμό του που το συντηρούσε, οι ασθενείς του ήταν οι ίδιοι οι πραγματικοί του εμπνευστές, οι ίδιοι οι αληθινοί του Διευθυντές, όπως η Ντίσνειλαντ ήταν ένα αποτέλεσμα μίας συνεχόμενης παράδοσης παράνοιας η οποία και συντηρούνταν από τους ίδιους τους θεατές της, τους οπαδούς της, τους πιστούς της ακολούθους, σαν συνέχεια της «έμπνευσης» του ίδιου του Γουόλτ.
    Που και που, τα δυνατά φώτα των αυτοκινήτων φώτιζαν τους θάμνους, που έμοιαζαν με παιδικά, χάρτινα καπελάκια πάρτι. Η χρυσόσκονη από το λιώσιμο της νυχτοπεταλούδας βρισκόταν ακόμα στα δάχτυλα του. Κάτω στο χώμα υπήρχαν σημάδια από κουράδες κατσικιών. Που σκατά βρέθηκαν αυτά εδώ; Η μορφή της Χάιντι πέρασε από μπροστά του, ο παππούς της που την διάβαζε, πάνω στο βουνό, μόνοι τους, της μύριζε το πούτι της, η ουτοπία των Άλπεων, το άχυρο, οι αγελάδες, τα βυζιά τους που πήγαιναν πάνω κάτω όπως τα σαγόνια τους.
    Πριν από λίγα λεπτά, ο Πινακούλης είχε βγει έξω από την πόρτα του σπιτιού της κυρίας Σαπφώς τρέχοντας, αισθανόταν πως το παλλόμενο του όργανο ανάμεσα από τα πόδια του ήταν το μοναδικό ζωντανό κομμάτι του εαυτού του. Άρχισε να κόβει το πιπί του με το σπασμένο κομμάτι γυαλιού που είχε ανακαλύψει πίσω από τα πιάτα στην κουζίνα. Αίμα άρχισε να τρέχει ανάμεσα από τα πόδια του. Δεν αισθανόταν καλά. Πονούσε. Δεν ήταν καλή ιδέα να κόψει το πιπί του – ήθελε όμως την ανακούφιση. Μία μοντέρνα αρχιτεκτονική της παράνοιας του, το βουνό ενάντια στην Χάιντι, η πόλη ενάντια στον παππού της, το θάψιμο του μικρού αδερφού, η κατσίκα που κοιτούσε μέσα από το κόντρα πλακέ και η μυρωδιά του αχύρου. Έβαλε το σπασμένο γυαλί μέσα στην τσέπη του, άφησε το κομμένο του πιπί – ευτυχώς δεν είχε κοπεί πολύ – έξω από το παντελόνι, σκέφτηκε να αυνανιστεί αλλά πονούσε, άρχισε να τρέχει μέσα στην ομίχλη. Οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών ήταν κλειστά, τίποτα δεν κινιόταν. Αισθανόταν καθυστερημένος, έπρεπε να γυρίσει πίσω στην πτέρυγα, ο παλιός του εαυτός επέστρεφε, το πιπί του φούσκωνε, είχε την αίσθηση πως όλοι στο νοσοκομείο λαχταρούσαν το τεράστιο πιπί του, εκείνες οι πλούσιες κυρίες που πλήρωναν για να δουν το τεράστιο καβλί του άρρωστου αγοριού, συνεχώς αυνανιζόταν, αυνανιζόταν με παράξενο τρόπο, αυνανιζόταν με κούκλες, έκοβε τα κεφάλια από τις κούκλες και αυνανιζόταν μέσα στο κεφάλι τους κι εκείνες οι κυρίες – ερχόντουσαν από τα ΒΠ – το έκαναν χάζι, με το χέρι τους ανάμεσα από τις φούστες τους.
    Έπεσε κάτω και το γυαλί στην τσέπη του θρυμματίστηκε.
    Κατέρρευσε στο γρασίδι και άρχισε να δαγκώνει τα σπασμένα κομμάτια.
    Η γεύση του αίματος αναμειγνύονταν με τη γεύση του βρεγμένου γρασιδιού. Η πικρίλα του χόρτου μπερδευόταν με την πηχτή γεύση του αίματος. Η ζωή ήταν εντελώς παράλογη. Τίποτα δεν μπορούσε να της δώσει νόημα – δεν ήταν μόνο ο παραλογισμός της, ήταν και η καταχρηστική της συμπεριφορά που τον καταρράκωνε μέρα με τη μέρα, λεπτό το λεπτό.
    Μέσα στο στόμα του τριγύριζε ένα έντομο. Δεν ήθελε να είναι πλέον ελεύθερος. Ήθελε μόνο να είναι μόνος του.
    Έβαλε το δάχτυλο μέσα στο στόμα του. Σύρθηκε έξω μαζί με τα σάλια του. Αισθανόταν τον πυρετό που είχε τσακίσει το σώμα του να περνάει σιγά, σιγά. Ακόμα ένιωθε εκείνο το ανατριχιαστικό κάτι να τον ακουμπάει. Δεν ήξερε τι ήταν.
   Σηκώθηκε από το έδαφος, ξεσκόνισε τα ρούχα του και περπάτησε μέχρι το κυλικείο του νοσοκομείου. Αγόρασε μία σόδα παγωμένη, την έβαλε στο τραπέζι και αμέσως έκατσε δίπλα της. Κοιτούσε τα μικρά ανθρωπάκια που μαζευόντουσαν αργά αλλά σταθερά κάτω από την τώρα γιγαντιαία σόδα. Ήταν ένα πλήθος γνώριμο – όλοι του οι φίλοι ήταν εκεί, όλοι του οι εραστές. Τους χαιρέτησε μ' ένα κούνημα του χεριού, άναψε τσιγάρο και περίμενε να έρθουν να τον μαζέψουν οι νοσοκόμοι.
    Τους άκουγε που κατέβαιναν τα σκαλιά με θόρυβο.













    
    
   
   
   
   
   




   
   
   
   
   

   
   
   
   


   
   
   

   
   
   

   
   
   
   
   
   
   
   
    
   
   
   

No comments:

Post a Comment

2013-2011

-14/8/13 - εικονική πραγματικότητα στο bibliotheque
-17/4/13 - γυμνά τρολ - ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΣΕ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
-25/12/12 - νέο βιβλίο - Με την ψυχή στην κάλτσα.
-31/8/12 - Ο Todd Solondz είναι όρκα φάλαινα πλέον - OUGH!
-22/8/12 - σχόλιο στη Lifo Ευθύμης Φιλίππου κάτι τέτοιο.
-19/8/12 - κράξιμο από Marie Calloway στο Fb.
-17/8/12 - "ένα οριακά καταθλιπτικό Μποφκ προσπαθεί να περάσει σε άλλη διάσταση μετά από την κατάποση δύο Xanax των 2 mg".
-6/8/12 - “πρόβατο που θέλει να κάνει εμετό και κοιτάει ένα τυχαίο ιπτάμενο xanax των 2 mg”
- 3/8/12 - σχόλιο lifo σωτάκης κάτι.
-29/7/12 - τυχαίο δείγμα νέας νουβέλας.
-20/7/12 - Το καινούριο αυτοκίνητο (μαμά VS μιχάλης).
-21/6/12 - Απογοητευμένο tarsier στο OUGH!
-16/5/2012 - To σχεδόν σουρωμένο αξολότλ στο OUGH!
-16/5/2012 - Μόλις τελείωσαν οι πρώτες διορθώσεις για το νέο μου μυθιστόρημα.
-12/5/2012 - δείγμα 22 λέξεων από νέο μυθιστόρημα στο ΑΤΑΞ κ ΤΑΡΑΞΑΚΟ.
-αντιχριστιανικό sloth στο OUGH!
-9/4/2012 - σχόλιο lifo οίκος ανοχής κάτι.
-6/4/2012 - ποστ στο ταραξακο τζένι μπότσι.
-3/4/2012 - φρουτοσέξ στο OUGH!.
-28/3/2012 - λίμαξ φλάβους στο OUGH!
-21/3/2012 - σχόλιο Athens Magazine κάτι.
-20/3/2012 - λεξοτανίλ στο OUGH!
-17/3/2012 - lifo σχόλιο σάρα ουότερς κάτι.
-12/3/2012 - στήλη ough! - ζώα και φυτά και άλλα πράγματα - πίθηκος.
-9/3/2012 - σχόλιο στη lifo Didion κάτι τέτοιο.
-7/3/2012 - Δες το vimeo μου.
-5/3/2012 - αρκούδα yo la tengo - ζώα και φυτά και άλλα πράγματα.
-3/3/2012 - σχόλιο στη Lifo Χρυσόπουλος κάτι τέτοιο.
-1/3/2012 - σχόλιο στη Lifo Stephen Hawking/στριπτίζ κάτι.
-29/2/2012 - σχόλιο στη Lifo Weinstein κάτι τέτοιο.
-εβδομαδιαία νέα στήλη/ζώα και φυτά και άλλα πράγματα στο OUGH!.
-25/2/2012 - Σχόλιο Lifestyle κάτι στη Lifo.
-23/2/2012 - Σχόλιο Ζατέλι κάτι τέτοιο στη Lifo.
-22/2/2012 - Σχόλιο Athens Voice κάτι με πολιτική νομίζω.
-21/2/2012 - Σχόλιο Μουρακάμι κάτι τέτοιο στη Lifo.
-20/2/2012 - Σχόλιο Lifo Αλέξης Σταμάτης κάτι τέτοιο.
-18/2/2012 - Σχόλιο Lifo Σοφία Νικολαϊδου κάτι τέτοιο.
-17/2/2012 - σύντομη ιστορία ζώου- ο αχινός που έχει μονίμως κόκκινα μάτια-άταξ και ταραξάκο.
-14/2/2012 - τουίτερ feed.
-13/2/2012 - Σχόλιο στη Lifo Μεταχειρισμένα βιβλία κάτι τέτοιο.
-8/2/2012 Σχόλιο στη Lifo Σώτη Τριανταφύλλου κάτι τέτοιο.
- 6/2/2012 Κλείσιμο λογαριασμού YouTube από Google.
- 20/1/2012 -Σύντομη ιστορία Μπέκετ - Άταξ και Ταραξάκο.




συνεντευξεις

Γκρέκα (Απρίλης 2014)

Ο αναγνώστης (Μάρτιος 2014)

Σκουπιδοφάγος (Μάρτιος 2013)

An Acolyte's Dream (Σεπτέμβριος 2011)