7/19/18



"Mr. J.R.L.Soylentas was extremely sparckled! Oilish pants or crafted from chain-mail, velvetish polyester have now been liberated from their after-hours confines and decreed appropriate for day bus rides with the imaculous x95, heading straight to that afternoon's event! His lady escort smiled at him pleasanlty while he was exhausted with pinball eyes! What a day!"



  





from Lush Throw - Liberation of Fascination: Athenian Public Trasport & Peripherals Fashion, pg.78,  M. Pimeros, Oxford University Press, 2018. photo courtesy of Dole Mole Institute and Steven Jackovisch.


5/28/18






















































μυθιστόρημα




















Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 (CC BY-NC-ND)






















































Η πρόκληση στο retail είναι η ίδια η ανθρωπινή κατάσταση.

Howard Schultz





































                                           




    Η καταγραφή είναι φαινομενικά αθόρυβη και συντελείται ασταμάτητα, ακόμα και στο κλείσιμο της ημέρας, αλλά τα μόρια του αέρα μέσα στο κύκλωμα αφήνουν στο πέρασμα τους, αναμεσίς απ’ τις συστάδες των εκατοντάδων τρανζίστορ, μία πολύ ισχνή, χαρακτηριστική μελωδία που μόνο εκείνος είναι ικανός να εκλάβει σαν υπαρκτή συχνότητα. Ένας συριγμός ενός αιώνα σκλαβιάς που δεν άλλαξε τίποτα διασχίζει τα μάτια του και μετατρέπει τα απενεργοποιημένα οπτικά νεύρα σε τάφους ευλάβειας της ιστορίας. Έχει ξαναγίνει φυσικά όπως όλοι ξέρουμε, αλλά αυτή τη φορά είναι πολύ πιο πολιτισμένο και ύπουλο. Δεν πρόκειται να δεις πουθενά διαμελισμένα μοβ ίχνη ή τεράστια κομμάτια από σκυρόδερμα να κρέμονται από συρμάτινους σκελετούς, ούτε πριγκίπισσες που γκρεμίζονται ούτε Ρηγάδες να αγκαλιάζουν τα λάφυρα τους. Τα μαύρα νεφελώματα είναι μονίμως μαζεμένα πάνω από αυτόν εδώ τον ουρανό της καταπίεσης και της πλασματικής συμπόνιας και κουβαλάνε μαζί τους μία αβάσταχτη λησμονιά μεταλλαγμένη σ’ ένα αέριο ευγενές που χαμηλής τήξεως πρόσωπα τον μεταφέρουν σ’ ολόκληρη την επιφάνεια της εσοχής αυτού εδώ του σπηλαίου.
    Εδώ επικρατεί ο νόμος της ακινησίας. Η μουσική είναι κονσερβοποιημένη, την ακούς παντού, η παρουσία της είναι ολοκληρωτική – και δεν μιλάμε για κάποιου είδους πολυμορφικού ασανσέρ. Τα στοιβαγμένα σε κούτες παιχνίδια είναι γεμάτα με τρίχες· κολλημένες με λευκή ουσία, συνθετικές τρίχες απ' τη μητέρα τους, το εργοστάσιο. Το πλήθος με τα πολυμερικά, βαριά σκάνερ παρελαύνει σε ουρά μπροστά και δίπλα των ταμείων· τα βήματα του ηχούν βαριά γιατί είναι κουρασμένο και βαριεστημένο -  κυρίως βαριεστημένο. Οι εικόνες που βλέπει το μάτι, πάνω στις χαρτονένιες, βαμμένες με ανεξίτηλη μελάνη, συσκευασίες, είναι εύκολα βρώσιμες απ’ το δεξί ημισφαίριο του μαλακού μέρους του άνω, ωοειδούς οστού των περαστικών. Αυτό που μας ενδιαφέρει σ’ αυτό το τμήμα του οικοδομήματος, είναι η διασπορά της ηλικίας που πιάνει τους βαθμούς τέσσερα έως και δέκα. Δεν μας νοιάζει τίποτε άλλο σαν παρουσίες εδώ μέσα, στο τμήμα των Παιγνίων – μία τυχαία κατανομή της καταγραφής και αυτό είναι μία προσάρτηση από ψηλά του κτίσματος που διοικεί το σπήλαιο, κτίσμα που δεν θα το δεις ποτέ να παίρνει σάρκα και οστά μπροστά το μάτι σου – διάφανο, ανύπαρκτο κι όμως τόσο παρών σε όλα όσα κάνεις και πιστεύεις. Αυτό είναι μία εντολή από την πιο υψηλή βαθμίδα της πυραμίδας και πρέπει όλοι να την ακολουθούν και να την σέβονται.
    Τα  σκονισμένα, ζαρωμένα παιχνίδια είναι σε μορφή κατοικίδιων, τ' οποία μέσα τους φέρουν έναν φτηνό αισθητήρα που κατασκευάζεται μαζικά κάπου στην περιοχή της Τσενγκχάι του Σεντού της Κίνας κι είναι ικανά να ανιχνεύουν την κίνηση των περαστικών – πελατών αλλά και υπαλλήλων ταυτόχρονα – δεν κάνουν διακρίσεις, είναι φανερό πλέον, και παρελαύνουν παράλληλα σε μία κωμικοτραγική διάταξη που μιμείται την πραγματική ουρά του πλήθους πιο πέρα. Στη συνέχεια βγάζουν έναν ανατριχιαστικό ήχο, μία απομίμηση των πραγματικών τους, δήθεν, αντιδράσεων, μία οιμωγή κυνός κι ένα γουργούρισμα αίλουρου, μετά, ο εξίσου φτηνιάρικος μηχανισμός κίνησης που διαθέτουν, τα κάνει να χοροπηδάνε χαρούμενα μέσα στα χάρτινα κουτιά τους, με αποτέλεσμα να πέφτουν στο πάτωμα και κάποιος υπάλληλος να σκύβει και να τα μαζεύει, βρίζοντας σιγανά από αγανάκτηση.
    Ο χορός του όχλου των πέρα δώθε κινήσεων, η ασταμάτητη πλάνη πως κάποιος βρίσκεται ακριβώς πίσω απ’ τον αριστερό του ώμο, παραμονεύοντας, αναδεύει τις προπατορικές του έλξεις προς το κοφτερό, καμπυλωτό αξεσουάρ του θανάτου. Μία μαύρη σκιά μέσα σ’ ένα σπήλαιο, η ισόγεια εσοχή της, μία ρωγμή στο χρόνο που μπορεί να είναι και η τελευταία του, όσο κι αν όλο αυτό διαφαίνεται καθημερινό, εφήμερο και απλό, φωτισμένο με άπλετο νέον δοξασμό, διαμορφωμένο σε ευθείες γραμμές που τέμνονται με τις κενώσεις του πολυουρεθανικού αφρού, πάνω, όχι και πολύ ψηλά – ίσως κάποιος πολύ εκπαιδευμένος να τις έφτανε μετά από ένα σωστό σάλτο. Είναι κοντά ο ουρανός και αυτό είναι από τα πρώτα δεδομένα που αντιλαμβάνεται το μάτι μόλις εισχωρεί στο σπήλαιο.
    Τώρα όμως είναι ξανά ησυχία μέσα στο κιτρινωπό, φθοριούχο μέρος. Συντελείται μία πράξη ανακατανομής των αριθμών, των ορέξεων, των υγρών του βολβού όλων των συνόλων του πόνου που κατασπαράζονται μεταξύ τους, ανάμεσα από σιδερένια, λευκά σινικά τείχη, βουνά από σκοτωμένα κουνούπια, παγίδες από ματωμένα μαντήλια και πολυμερή ενδοσκοπικά καντράν ετικετών που σου τρώνε, σαν φαντασματάκι του πλακέ ψυχομαχήματος, τις ικανότητες σου να βλέπεις και να καθορίζεις το μέλλον, ένα μέλλον που θυμίζει κύκλο σαν κίτρινο κέικ-καρτούν που λείπει ένα κομμάτι του, τριγωνικό, και ανοιγοκλείνει σαν στόμα και αφομοιώνει, σκίζει και καταβροχθίζει τα πάντα στο πέρασμα του – τη μνήμη σου, τις αξίες και τις υπομνήσεις του παρελθόντος τοπίου.
    Είναι άραγε αυτή η σωστή πορεία; Κεφάλια γυρνάνε προς τις τζαμαρίες, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να ψελλίσει κάτι, τουλάχιστον όχι κάτι σημαντικό. Πέφτει ανακοίνωση από το κεντρικό ηχοσύστημα. Όχι, αυτό δεν είναι απογραφή, αλλά ένα υπόγειο γκάστρωμα – εισέρχονται στις στοές από πλαστικό, σε κρυφές αποθήκες από φαγωμένο σοβά που θύμιζαν, μόνο, έδρανα προώθησης...κάποιοι σταθμοί από πορτοκαλί ξύλο έχουν πέσει κάτω, κι έχουν πάρει χαμπάρι τις οσμές από την κόλλα των διαφημιστικών επιθεμάτων από γιορτές βαθιά χωμένες στο παρελθόν, μυρωδιές Χριστουγέννων γεμάτων με τρήμα χαρτόκουτας ανάμεσα από τα νύχια σου, από Κυριακές που δεν καθόταν κανένας υπάλληλος στο σπίτι του, από την σαν πορτοκάλι και παράξενη ιονική διασπορά, από γωνίες χωρίς προϊόντα και από μελαγχολικά λοφάκια σιλικόνης που απλώνονται σε κοφτερές επιφάνειες, μία ζοφερή μυρωδιά αποτυχίας του μηνιαίου ή του ημερήσιου στόχου, σίδερο που παλιώνει και εξαπλώνεται στις αργίες εκείνες τις καμένες, απαστράπτουσα και μακρινή, κυρίως το απόγευμα, με λευκές σκιές να προκαθορίζουν την κίνηση της, εκλιπαρώντας να τυποποιήσουν τα γεγονότα.
     Είναι όλο και πιο πεπερασμένα όσο πηγαίνουν προς τα μέσα. Εγκαταλειμμένες κρυφές παροικίες εμπορευμάτων, σημεία με ετικέτες και κωδικούς που ποτέ του δεν έχει ξαναδεί...τα ντουβάρια χαμηλώνουν, οι κορυφές των διαφημιστικών βουνών λιγοστεύουν, το ίδιο και οι ελπίδες για λίγο καθαρό αέρα ή έστω για μία ορθή ανάμνηση του. Η ουρά του πλήθους, που θα έπρεπε να οδηγεί στο κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος, έχει ξεκινήσει αντίθετα να γίνεται ανώμαλη, να μικραίνει, να περνάει από όλο και πιο άδεια μέρη με μη-γωνίες, ώσπου χωρίς προειδοποίηση, πολύ σύντομα, βρίσκονται όλοι κάτω από την κεντρική, παλιά πινακίδα, οι σόλες των παπουτσιών σκληρίζουν και τα πορτοκαλί ανθρωπάκια αναπηδούν επικίνδυνα σαν παραστρατημένα εσπεριδοειδή.
    Είναι ένα γκάστρωμα χωρίς την δυνατότητα προφύλαξης. Η ομάδα απογραφής έχει σταματήσει. Είναι προφανώς η αρχή της ψευδοροφής. Οι υπάλληλοι παίρνουν την εντολή να ξεκινήσουν το σκανάρισμα. Περπατάνε πολύ αργά, χωρίς απαιτήσεις. Εκείνοι που τους τακτοποιούν στα ράφια φορούν τα κανονικά τους ρούχα – πάντα όμως στο λαιμό εκείνο το πορτοκαλί κορδόνι του προϊσταμένου, και δεν μιλούν. Είναι κάποιο γιγαντιαίο, παλιό και σκοτεινό τμήμα της αποθήκης, μία τσιμεντένια προέκταση της κανονικής ύπαρξης του πολυκαταστήματος από την οποία κι έφτασαν εδώ...Τετράγωνες λάμπες, βαμμένες πορτοκαλί, κρέμονται από πρόχειρα φτιαγμένες εσοχές από αλουμίνιο, σβηστές εδώ και κάτι χρόνια...το πλήθος περπατάει χωρίς ομιλίες ούτε γελάκια σε διαδρόμους στραβούς και μη λειτουργικούς που θυμίζουν ένα ακυρωμένο αρχιτεκτονικό σχέδιο, μία ρέπλικα αποτυχημένη, του κεντρικού χώρου του πολυκαταστήματος...ολό-μαύρες σχεδίες από ξύλινες παλέτες περικλείουν τα πηδήματα τους: η μυρωδιά είναι από ποντικοκούραδα, υγρασία, κούτες που έχουν πιάσει να σαπίζουν, απομακρυσμένες αίθουσες άδειες όλο εκείνο τον καιρό του δρεπανιού που μόλις άνοιξαν πάλι για να υποδεχτούν το ποτάμι των ιδιωτικών υπαλλήλων με τα λιγδωμένα σκανεράκια στα χέρια, από κρεμάμενους σοβάδες όπου μέσα τους φωλιάζουν όλες οι κατσαρίδες και οι αράχνες, μόνο οι σκιές τους, ακίνητες σαν αρχαία τέχνη των Μινωικών χρόνων, στραβά και σκληρά, αντανακλούν στους τοίχους...οι απογραφόμενοι χωρίζονται κατά ομάδες, με το παλιό ασανσέρ – μία σιδερένια μάζα ανοιχτή από παντού, που ανεβαίνει με λαδωμένες αλυσίδες από ατσάλι σε σχήμα (). σε κάθε πορτοκαλί όροφο, διακομιζόμενοι εισέρχονται και εξέρχονται...δεκάδες τέτοια σκοτεινά μέρη...πλήθος από όλα τα υποκαταστήματα, φάτσες που κάπου τις ξέρεις αλλά δεν θυμάσαι ακριβώς...Είναι μερικοί που περιμένουν μόνοι τους. Ανυπόμονοι συλλέκτες αναβολής. Κάποιοι μοιράζονται τα ράφια τους με άλλους πιο άπειρους. Ράφια, ναι. Τι νόημα έχουν τα ράφια εδώ μέσα, σε αυτό το στάδιο του πολιτισμού, σε αυτό το μέρος;
    Οι υπάλληλοι φοράνε ακόμη τα πορτοκαλί τους, ξεθωριασμένα από τα πολλά και απανωτά πλυσίματα ενδύματα – η εταιρία δεν δίνει εύκολα στολές στους παλιούς αλλά και οι παλιοί δεν ζητάνε τίποτα από τη Διοίκηση γιατί όπως είπαμε…το πλήθος βαριέται πάνω απ’ όλα - άλλοι γιατί σκυλοβαριούνται ελεεινά να κάνουν τον κόπο να τα βγάλουν και να τα παραχώσουν στον γκρι φοριαμό, άλλοι γιατί ήδη τα έχουν λεκιάσει με τρόπο ύποπτο, πλάγιο, ανορθόδοξο, σπασμωδικό, πλουραλιστικό και γλοιώδες, κυρίως – ζουμιά από ένα και μοναδικό κακοδιπλωμένο χαρτάκι του οβελιστήριου Ο Γύρος Της Ζωής (στον οποίο όλοι οι υπάλληλοι της εταιρίας έχουν τριάντα τα εκατό έκπτωση από το Σεπτέμβρη που μας πέρασε) που δεν πρόσεξες πως έσταζε τόση ώρα στο τζιν σου το λίπος που σε κάνει τόσο χαρούμενο και δυνατό, γιατί το μυαλό σου ήταν μουδιασμένο από τις ακτίνες του ζεστού κύκλου που είχες να δεις και να ακουμπήσει το δέρμα σου το ικτερικό τόσην ώρα, δίπλα στο πράσινο γρασίδι, στο παρτέρι του Δήμου Αθηναίων, ακριβώς πίσω από τις γιγαντιαίες πηγάδες της ανακύκλωσης που δεν ανοίγουν ποτέ να υποδεχτούν τα ύστερα γεννήματα της πλατείας Συντάγματος, στρόγγυλα σημάδια από το σιχαμερό αλάτι της εφίδρωσης καθώς πάλευες να φτάσεις εκείνο τον σπάνιο κωδικό Πλέιμομπιλ με τα βασανιστήρια των αποικιοκρατών στην Ινδία πίσω από μία αυτοκρατορία πολτού, σταγόνων από την σπασμένη και κολλημένη με κρεμ σελοτέιπ υδρορροή, χλωμά τρίγωνα ακεραίων χιονοστιβάδων πιτυρίδας που πέφτει από την οροφή (ή μήπως είναι το κεφάλι σου αυτό που φωσφορίζει δίπλα από τις σκιές;) και τρίχες άρρωστου Ιρλανδικού Λυκοθύρα δεμένου στο παρκινγκ σκύλων δίπλα από τα νέα ηλεκτρονικά πιστολάκια μαλλιών που στεγνώνουν με αναρρόφηση, κόκκινο κραγιόν που πασαλείφθηκε στο ιμάτιο γιατί είχες το μυαλό σου το πώς και δεν σε πήρε κανείς να πάτε για Ουγγρικό Χορτομπάγκι στο Μεταξουργείο χτες τη νύχτα τελικά γιατί όλοι σου οι φίλοι είναι φυλακισμένοι ή πεθαμένοι, πράσινες μύξες που από την πίεση εκτοξεύτηκαν στον ζαρωμένο, βρώμικο γιακά, δάκρυα λύπης ή δάκρυα χαράς – ανάλογα την περίσταση και τη μέρα - σάλια καθώς αντιμετώπιζες έναν αγενέστατο πελάτη μεθυσμένο από κριθάρι που ήθελε να του βρεις το καινούριο πολτοειδές στέρεο ξεφύλλισμα του Πάολο ή του Μπράουν ή της Βικτόριας, μέσα σε τρία δεύτερα του χρόνου μίας ζωής χαμένης από την αρχή της, καφέ, ανετάριστους λεκέδες από σοκολάτα, φραπέ, λιωμένη στάχτη από κατοστάρι Γουίνστον της ΑΣΟΕ, αίμα από ένα κόψιμο πάνω σε καλοτυπωμένη μάζα, λεπτή…τόσο λεπτή και γρήγορη σαν λεπίδα…χλατςςς…άουτς!
    Φτάνει πια, λέει από μέσα του ο δύσμοιρος λαός, φτάνει πια η εκμετάλλευση του Πασλιτισμού που μας έχει όλους πάνω, καρφωμένους σε μία σανίδα σωτηρίας, που κάπως βέβαια μοιάζει με σταυρό και σάτυρο μαζί, πως όμως είναι δυνατόν, να βγούμε από εδώ, από αυτή την απογραφή που βαστάει χρόνια ολόκληρα, μέσα στη βροχή που πέφτει από την ιωδιωμένη οροφή και είναι πάντα μέσα σε κακό τόπο, δίπλα από την κολώνα με τα πλαστικά δισκάκια της μουσικής, που δεν φτάνει μέχρι εκεί το μάτι, μέσα σε δωμάτια σκούρα και χωρίς έπιπλα, πάνω σε μπαλκόνια στερεωμένα με πηλό σκασμένο από τον ήλιο, καταραμένοι από μία μοίρα που υποτίθεται θα βάσταγε μόνο μία δεκαετία; Κάτι γνώριζαν όλοι εκείνοι που χάνονταν μέσα στην κάτω πύλη του φρεατίου που ξεκινούσε από την Σουτουά 14 της Θεοφιλάτου, μία αψίδα που έμοιαζε με το αγγλικό γράμμα C, ένα σχήμα δοσμένο από το μάτι που κοιτάει κάτω της στοάς αλλά με ψευδοαρχαιοελληνικό τρόπο – όπως όταν χαράζαμε τα πράσινα θρανία μας με το κλειδί της πάπιας το καινούριο όνομα της μπάντας που μας είχε ξετρελάνει, δύο ευθείες πλάγιες που ενώνονται και σχηματίζουν αυτό:


        Τα βήματα του όχλου αρχίζουν και πάλι να σχίζουν τα μόρια του αέρα μέσα στο χώρο του βαλτώδους ίχνους, χώρος που είναι πλημμυρισμένος με νέον επιθέσεις φωτός, που όπως είπαμε, έρχονται απ' την οροφή, οροφή που είναι γεμάτη με λεπτές και μακρουλές – σαν ασθενικά δάχτυλα ενός πέτρινου γίγαντα, καθισμένου ανάποδα και με το κεφάλι έξω απ' το κτίριο και πάνω στην ταράτσα, πιο πάνω ακόμα απ' την εταιρία με τις ασφάλειες Αλιάνζ, πιο πάνω από γραφεία, καφετέριες, τηλεοράσεις, ντουλάπες με φακέλους ατυχημάτων, πυρκαγιών και θανάτων, καρέκλες και καναπέδες στο χρώμα της πορφύρας – σωληνώσεις, καλώδια που καταλήγουν σε βύσματα εξαρτημάτων και ματιών του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, περνάνε μέσα από τετράγωνα κουτιά κλιματισμού, και καταλήγουν, στο πουθενά, κάπου μέσα στον πίνακα του ρεύματος ή μπορεί και πιο κάτω, στο παρκινγκ, δίπλα απ' την Αποθήκη 2· είναι μυστήριες κείνες οι σωληνώσεις, μπαμπέσικες και σχεδόν ψυχαδελικές – μπορεί να κάθεται και να τις χαζεύει για ώρες...αλλά όχι, υπερβάλει, όχι για ώρες, δεν είναι σε θέση, δεν έχει την πολυτέλεια αυτή, δηλαδή να τις χαζεύει για ώρες γιατί σίγουρα κάποιος τυχαίος υπό-προϊστάμενος θα του κάνει παρατήρηση και μετά θα τον πιάσει σίγουρα δύσπνοια, απ' το άγχος. Ναι, είναι τραγικό σχεδόν, να φοβάται να χάσει μία τέτοια, σχεδόν αισχρή απασχόληση, μία τόσο κοινή και ανόητη δουλειά, τόσο αδιάφορη και βαρετή που σου σηκώνεται η τρίχα, αλήθεια. Ο τίτλος που φέρει στο πορτοκαλί στέρνο, μέσα στο πολυμερές παραλληλόγραμμο επίθεμα που είναι εμπλουτισμένο με ξεραμένο πολτό, χαραγμένο με μελάνι: Σύμβουλος Πωλήσεων Βιβλιοπωλείου. Αλλά αν καμία δουλειά δεν είναι ντροπή, εκείνος γιατί αισθάνεται τόσο σκατά;
    Υπάρχουν όμως κι άλλα λευκά, παστέλ, ροζ και μπεζ ταμπελάκια, τόσα πολλά που βαριέσαι να τα διαβάζεις, με πληροφορία που δεν χάνεται σε καμία σχισμή - να μας αφήσει σε θέση πλεονεκτική να δούμε από ψηλά τα γεγονότα σαν μία ευθεία γραμμή ορίζοντα, σε μία θέα ανεπανάληπτη – μόνο η σήψη των γωνιών είναι εδώ ορατή, γωνίες που δεν είναι ακριβώς γωνίες, είναι κάτι σαν τετράγωνες γωνίες οι οποίες όμως μοιάζουν περισσότερο με πολύγωνα ή πολυεδρικά σκαθάρια ή φωλεούς οπών  και χαρακτήρων από καιρό σκοτωμένων ή χαμένων ή…ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να φαντασιωθεί το μάτι; Οι δίπλες του σκυροδερμικού διαδρόμου είναι τόσες που η κόρη αναδιπλώνει τον εαυτό της με μία και μόνο ιδεοληψία στροφής και τελικά τα γυαλιά ή οι φακοί πέφτουν στο μελανό πλακάκι, ποδοπατούνται από το πλήθος που αλαλάζει, αγανακτισμένο να τελειώσει και αυτή η εργάσιμη μέρα στη μπαταρισμένη γαλέρα της Παλιάς Ελλάδας που έγινε Νέα και...φτου κι απ’ την αρχή…
    Ο προϊστάμενος λέγεται Κουρήτης Πατζαράκης και μπορεί να πετάξει με το αυτί του από το ένα τμήμα του πολυκαταστήματος στο άλλο - σαν Ντάμπο το Ελεφαντάκι αλλά με αθλητικές αερόσολες - να περάσει από σιδερένια ράφια, να υπερπηδήσει πολυμερικά εμπόδια και πολυουρεθανικά Αλπικά ύψη με μία και μοναδική, κίνηση σατιριστή, καλούπι αμοιβάδας η οποία αποκαλείται, μεταξύ των πολύ μυημένων, η Κίνηση Του Χοχλιού. Αυτό σημαίνει πως ακούει τα πάντα και στο σπίτι του ίσως να έχει εντολές να κοιτάει το μόνιτορ ακόμα κι όταν κοιμάται, ίσως και να κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό σαν τον Λάκι Λουκ, ποιος ξέρει; Ίσως και όχι όμως. Αλλά γιατί σήμερα είχαν διαλέξει εκείνον να απογράψει τους απογραφόμενους και να συντελέσει το έργο της κατανομής των απωλειών μέσα σε μία συννεφιασμένη από κάπνα, μασχαλίλα, φαγητίλα κουζίνα των υπαλλήλων; Εκείνον τον περίμενε η γλυκιά του σοκολατίνα στο σπίτι, η γυναίκα του, η Εύα Αγιούτου, το σιταράκι του, λίγο πιο παχουλή από πέρσι που το έκαναν μόνο δύο φορές, δηλαδή πιο λίγο από πρόπερσι που το έκαναν τρεις φορές την εβδομάδα και τώρα τι θα τον περίμενε, εδώ, εκεί, στο σπίτι, μέσα στον πεινασμένο πύργο της θαλπωρής του, μόνος, με τις αναμνήσεις του πατικωμένες ανάμεσα σε αναφορές πωλήσεων του I.T., των γραμμών που δεν έγιναν ποτέ, το άγχος του για μία απορρόφηση τζίρου μέσα σε βροχερό καιρό από την Βραζιλία;
    Είχε όμως το χάρισμα αυτό, μπορούσε να ακούσει τους ήχους που οι άλλοι δεν άκουγαν. Έβλεπε εξίσου καλά αλλά μπορούσε να πιάσει τα πάντα με το αυτί, τα μυρμήγκια που ξύνανε τα νύχια τους στον πάτο του ηφαιστείου, σε άκουγε, αν ήσουν σωστός, καλός, έκανες όλες τις κινήσεις σου ορθά ή αν όχι, σύμφωνα πάντα με το καταστατικό, το σημείωνε πάραυτα μέσα στο δαιδαλώδες σύστημα παρατηρήσεων που έκρυβε κάτω από το κόντρα πλακέ γραφειάκι του, δίπλα από το φωτοτυπικό, μέσα στη Σουτουά 69 – την πιο μπαμπέσα Σουτουά της απομιμήσεως της πόλης. Αλλά δεν ήταν καλά όταν δραπέτευε από το μαγαζί – είχε την ευχέρεια να πάει όπου θέλει, να κάνει ότι θέλει και να δει όποιον επιθυμεί ανά πάσα στιγμή μιας και όλοι του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη, πράγμα σπάνιο για τα σημερινά δεδομένα λειτουργίας του πολυκαταστήματος, που δεν σημαίνει και τίποτα τώρα αυτό αλλά κουβέντα να γίνεται…
    Η Εύα κρατούσε πάντα τα ηνία του σπιτιού τους - τον μάλωνε βέβαια για τα πολλά και «βρώμικα» τατουάζ που του άρεσε να κάνει ανά δύο μήνες στου Τζίμη Φλωράκη Ζαχαριάδη, ενός πρώτου ξαδέρφου του από την Βόνιτσα Αιτωλοακαρνανίας που είχε έρθει στην πρωτεύουσα για να μάθει την τέχνη του μελανιού και του δέρματος και δεν τον χρέωνε τίποτα, κι εκείνη δεν έριχνε ποτέ βουρδουλιές πάνω στα δύσμοιρα πλευρά του σπιτικού τους το οποίο και το οραματιζόταν, τα μαλακά, δυσθεώρητα απογεύματα του Δεκεμβρίου, σαν άτι λευκό που σχίζει τους τσιμεντένιους αγρούς, βγάζει φτερά  και κόβει τους μπαρουτοκαπνισμένους αιθέρες σαν ξυράφι, με πάντα καβαλάρη τον Κουρήτη της, με τα χυτά, γυαλιστερά και γυμνασμένα του μπούτια να τρέχουν νερό κάτω από το τριχωτό μέρος της εστίας της, να αγκαλιάζει τη μοίρα τους, να προετοιμάζει το μελλοντικό τους χαλί υποδοχής του μονάκριβου τους διαδόχου. Μέσα στην κοιλιά της έκρυβε μία εμμονή με το θαρραλέο παρελθόν της σαν γόνος αριστοκρατικής οικογενείας από την Κέρκυρα που την ήθελε καλή και υπάκουη Άρτεμη Τοξοκρατούσα, δεν μπορούσε όμως να μην τον αφήνει να βιώνει κι εκείνος τις δικές του ατασθαλίες και να κατακλύζει με το σώμα του κάποιες, επιλεγμένες, λερωμένες γωνίες – άλλωστε εκείνος δεν ήταν το αφεντικό στην Τεχνολογία, εκείνος δεν ήταν που τις πρόσφερε την ευκαιρία να χτυπάει τα λατρεμένα πλήκτρα του ταμείου της, εκείνος δεν ήταν που την είχε κάτω από την προστασία της απαλής και τεράστιας φτερούγας του; Όχι.
    Ο Παναγιώτης Γκόμεζ όμως τώρα ήταν έτοιμος να σκύψει για να σκανάρει ένα κομμάτι πολυμερικού προϊόντος, σε φέτες – τόσες πολλές φέτες που σε έπιανε ζαλάδα – και να που δεν ήταν ικανός ούτε την βροντερή πορδή του να κρατήσει σε συνδυασμό με την ανεπανάληπτη ινσέρτ κόιν σχισμή του που ξεπρόβαλε ντροπαλή στην αρχή αλλά αεράτη στη συνέχεια, από το κοτλέ, καφέ παντελόνι – ίσως η πιο τρομερή και βαθιά, τριχωτή και άρρωστα μεγάλη – σχισμή των συναδέλφων. Κάποιοι άρχισαν να σφυρίζουν και άλλοι πετούσαν πληκτρολόγια στον αέρα, μερικοί έφτυναν τα ρούχα τους και χτυπούσαν ξύλινες επιφάνειες για να μην καταντήσουν σαν τον χοντρό, οι υπο-προϊστάμενοι κοιτούσαν τους προϊσταμένους στα μάτια για τυχόν τυποποιημένες αντιδράσεις, οι γυναίκες υπάλληλοι χαχάνιζαν κι έβγαζαν με τα κινητά τους φωτογραφίες την γιγαντιαία Γκομεζική χαράδρα που έχασκε κι έμοιαζε να θέλει να μαγνητίσει το κέντρο της γης και τα κέρματα του ταμείου. Το πράσινο σκαμνάκι που ερχόταν μέσα σε τριζάτα, τοξωτά άκρα, από τον Πολιτισμό στην Τεχνολογία, κάθε ίδια μέρα του μήνα που κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς ήταν, είχε κάμψει τις αντιστάσεις του, σχημάτιζε ανάποδο κύκλο, και τελικά διαλυόταν κάτω από το βάρος του σώματος. Ήταν αυστηρώς προσχεδιασμένο να κρατάει μόνο παιδικά βάρη, αλλά η μέση του Γκόμεζ έμοιαζε με ναρκοπέδιο, σε κάθε του κίνηση του έπεφταν οι βλεφαρίδες από τον πόνο, σε κάθε του σκέψη ο κεραυνός μεταφερόταν μυτερός στα νεφρά του με αποτέλεσμα όλος αυτός ο αναθεματισμένος μηρυκασμός να του προκαλεί αέρια.
    Οι ήχοι από τα σκανεράκια που ο όχλος κρατάει στα χέρια του είναι απανωτοί και δημιουργούν μία κλίμακα η οποία μόνο κατεβαίνει. Τον πιάνει να χορέψει για να σπάσει λίγο τον ύπνο που κατακάθεται σαν μέγαιρα πεθερά στα βλέφαρα του, οι κύκλοι κάτω από τα μάτια είναι κόκκινοι σχεδόν – έχουν ξεπεράσει πλέον το στάδιο της ηπατοπάθειας κι έχουν προστρίβει σε ένα νέο επίπεδο γεγονότων και αιτιών.
    Τα χερούλια από τα ντουλάπια της κινητής τηλεφωνίας παίζουν και γυρνάνε στα τρελά, οι βίδες από πίσω είναι λασκαρισμένες με αποτέλεσμα να μην μπορεί κάποιος να σταθεροποιήσει το χέρι του από το διαρκές τρέμουλο της κούρασης. Τα προϊόντα είναι χιλιάδες και δεν είναι δυνατόν να φτάσει ο χρόνος που τους δίνουν την υπερωρία. Δύο ώρες δεν είναι αρκετές, τα λάθη αυξάνονται γεωμετρικά αλλά κανείς δεν μιλάει – αν κάποιος τολμήσει να πει για λάθος χτύπημα κωδικού τότε αυτό θα σημαίνει πως τα πράγματα δεν έχουν ακόμη εξελιχθεί, η λίστα δεν τελειώνει, οι τομείς είναι τόσοι πολλοί που το μάτι δακρύζει και σταλάζει τροπικό νερό, αναγκάζοντας το φτηνό μαύρο στίγμα να απλωθεί στη σελίδα της απογραφής. Τη σελίδα πάντα την κρατάει ο απεσταλμένος από τη Μαγούλα – το Δάχτυλο -  και κανείς άλλος, αυτό είναι νόμος, κι αν κάποιος, ίσως ένας τυχαίος υπο-προϊστάμενος την ακουμπήσει κατά λάθος, πρέπει η διαδικασία να περασθεί από έλεγχο σιδερένιας ρίγας. Ένας ένας οι τομείς σκανάρονται και ο όχλος φωνάζει το όνομα του και τα τελευταία τέσσερα νούμερα του ραφιού του.
    Ποιος είναι ο άτυχος που θα βιώσει το πέρασμα των λεπτών της αιωνιότητας μέσα από το ντιν ντιν ντιν του σκάνερ καθώς χτυπάει τα εκθεσιακά, τα άδεια κουτιά με τις ασφάλειες κλοπής και φθοράς, τις θήκες, τα συρτάρια με τα δεκάδες μοντέλα, τα βιντεοπαιχνίδια που πρέπει όλα να περαστούν χεράτα;
    Όταν όμως η αντίδραση του υπολογιστή απογραφής αρχίσει να εκπέμπει το σήμα της προς τα ηχεία του καταστήματος, τότε όλοι σκύβουν το κεφάλι, προσποιούνται πως είναι κουφοί μέσα σε μία λιμνάζων λασπουριά βδέλλας, ξέρουν πως την επομένη ο ένας θα κοιτάει τον άλλο ύποπτα, πως ίσως ο ίδιος ο εαυτός τους να είναι ο μπαμπέσης, ο σκερβελές, ο κατσαπλιάς και ο φταίχτης που δεν σκάναρε σωστά – γιατί είναι μεγάλο μανίκι να κάθεσαι να μετράς ξανά με τη ρίγα έναν έναν τους κωδικούς το επόμενο πρωί στις εφτά. Τα μάτια σου χαλάνε και το κεφάλι σου σκάει από τον πόνο του μεσημεριανού απόηχου του κλιματιστικού που ίσως και να σου παγώνει το σβέρκο αλλά ίσως και όχι. Ακόμα και τα νύχια σου πονάνε, ακόμα και τα μαλλιά. Τι θα έλεγαν γι’ αυτό όμως οι καθηγητές των Αγγλικών του όχλου αυτού; Ιμπόσιμπλ! Ντρέντφουλ! Όλοι εκείνοι που τώρα πεθαίνουν από αργό θάνατο, από σκλήρυνση της μήτρας της πλάκας; Που είναι πλέον όλα εκείνα τα πακέτα με Ροθμανς μπλε βαρύ; Έχουν απάντηση σε όλα όμως αλλά αυτό δεν τους κάνει ευγενικούς.
    Ποιος όμως είναι ικανός να διακρίνει μέσα στα μάτια του πελάτη έναν επικείμενο Μυστήριο ή έναν τροφαντό Κλέφτη; Από τη μία σου βάζουν το μυστικό μίας αποτυχίας και το θελκτικό γεγονός του στόχου – μπορεί να είσαι εσύ ο τυχερός που θα ικανοποιήσει τον Μυστήριο Πελάτη ή μήπως είναι καλύτερα να τον πούμε Μυστικό; Αλλά αν σου έρθει ο Κλέφτης και τον δεις τότε μπορείς να φωνάξεις με τόσο πάθος και περηφάνια το όνομα του Διευθυντή Δουρή μέσα στο μικρόφωνο του γουόκι τόκι σου. Τότε θα είναι αναγκασμένος να κατέβει από το γραφείο - ντουλάπα της μαϊμούς - του παταριού και να σε χτυπήσει στον ώμο συναδελφικά: «Μπράβο αγόρι μου! Είσαι και ο πρώτος! Κάτσε τώρα εδώ να τον προσέχεις να μην σουφρώσει και τίποτε άλλο ε; Έχω να στείλω κάτι νούμερα και να προσποιηθώ πως μιλάω λίγο ακόμη στο τηλέφωνο ενώ σας παρακολουθώ προσεχτικά από την κάμερα τι κάνετε και σε ποιον μιλάτε…χεχε!».
    Τελικά όμως τι είναι εκείνο που ρουφάει μέσα του όλα τα χαμένα προϊόντα της Απογραφής; Είναι μία κουκίδα μέσα στο χρόνο που ταλαντεύει την γραμμή του πύρινου κόσμου, είναι μία αόρατη μάζα που κανείς δεν υποψιάζεται πως ίσως να βρίσκεται δίπλα του ή από κάτω του ή από πάνω ή…θεός φυλάξει…μέσα του;
    Έχουν ήδη μαυρίσει τα πόδια τους από την βραδινή βάρδια και άλλες τόσες παρελθοντικές βάρδιες, πανομοιότυπες, επαναλαμβανόμενες, ίδιες κι απαράληπτες, κανείς όμως δεν μπορεί να κάτσει γιατί δεν γίνεται να χτυπάς με το μαραφέτι τα μπαρκόντ αν είσαι ξάπλα σαν απόπλυμα κατακαθιού στο πάτωμα - το παντελόνι μπαίνει μέσα σε απαγορευμένα σημεία, οι γυναίκες σκούζουν αλλά χαμογελάνε με το απαλό τους μέικ απ να αντιφεγγίζει τα πρόσωπα τους και να τα αναδημιουργεί σαν απομιμήσεις του Κρόνου. Κοράκια. Αυτό είναι όλοι εκεί μέσα. Πορτοκαλί πτηνά του θανάτου και της υπομονής. Κι αν αύριο δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο στάχτη και καπνός που δραπετεύει προς τον ουρανό; Αν αύριο είσαι εσύ ο άτυχος που θα πρέπει να ψάχνει για νέα δουλειά; Μπορεί όχι άτυχος αλλά είναι γρουσουζιά να σκέφτεσαι έτσι και πρέπει μετά να φτύσεις τον κόρφο σου ξανά - κόρφου που του έχεις αλλάξει τα φώτα στο φτύσιμο.
    Ο Γκόμεζ δεν μπορεί να φανταστεί πλέον το χέρι του να εισχωρεί μέσα στο λεκιασμένο του σώβρακο που τον στενεύει και να χτυπάει με το άλλο την διεύθυνση της ιστοσελίδας για να μπορέσει να ξαλαφρώσει λίγο μιας και η γυναίκα του λείπει από το σπίτι κι έχει πάρει και τα τρία τους κουτσούβελα μαζί – πήγαν για να δουν τους παππούδες και τα δώρα, τα παπαγαλάκια και το σκύλο Ρόζα που είναι ράτσας κανίς αλλά πάσχει από δεμοδήκωση. Δεν μπορεί να αυνανιστεί πλέον γιατί θεωρεί πως αυτό θα είναι ένα πολύ κακό σημάδι της επικείμενης αντιστοίχισης των νούμερων του Τζόκερ που είχε ονειρευτεί πριν από τρία χρόνια και ποντάρει καθημερινά στο πρακτορείου του ΟΠΑΠ του Κωλιαούρα δίπλα από το στεγνοκαθαριστήριο της Τούφας. Δεν τον παίζει γιατί φοβάται πως ίσως αυτό γρουσουζέψει την ακολουθία των αριθμών του. Όλο ξεχνάει πως δεν έχει κερδίσει ποτέ τίποτα με αυτούς τους αριθμούς οπότε δεν έγκειται καμία «γρουσουζιά» πουθενά. Αυτός όμως συνεχίζει να το πιστεύει, όπως πιστεύει πως αναπόδραστα οι Πακιστανοί βρωμάνε και το ρύζι είναι ζυμαρικό και δεν φυτρώνει πουθενά, πόσο μάλλον σε πολυμερικά βοηθήματα πολυκαταστημάτων ή σε όνειρα ξερής πόσθης που χρειάζεται μία επιπλέον δύναμη της φυσικής ακόμη για να ανανήψει.
    Η αγωνία όμως είναι πασίδηλη μέσα στο τετραγωνισμένο παραλληλόγραμμο που περισσότερο μοιάζει με πολυεδρικό – χώρος ο οποίος είναι μελετημένος έτσι ώστε το υποκείμενο της κατανάλωσης, δηλαδή ο πελάτης, αλλά και ο εργαζόμενος την ίδια στιγμή – άλλωστε κι εκείνος είναι ένας επίδοξος και μελλοντικός πελάτης -  να μην αντιλαμβάνεται το πέρασμα, το κατέβασμα ή το ανέβασμα των λεπτών δεικτών του χρόνου, μία υποψία τυχοδιωκτικής, ρομαντικής αποφοράς κρέμεται στα χείλη αυτής της σκευωρίας που θέλει τους πάντες και τα πάντα, όλα τα σύνολα της εσωτερικής, απομυζητικής πορτοκαλί οικουμένης, να μην έχουν καμία ανάγκη να σύρουν τους οφθαλμικούς τους οδηγούς προς τον καρπό ή την φωτεινή επιφάνεια που κρύβουν επιμελώς μέσα σε συρτάρια, τσέπες και ντουλάπια.
    Διατηρείται μία ομοβροντία κυμάτων που εκπέμπουν τα σκάνερ στα χέρια, ίσως ακόμα και αφημένα πάνω σε συσκευασίες εκτυπωτών ή ακριβών φωτογραφικών συσκευών – διαθέτουν θαρρείς μία δική τους θέληση, μία δική τους νοημοσύνη – τα απογραφικά γεγονότα μπουσουλάνε τώρα πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι δύο ώρες πρωτύτερα όταν το κατάστημα ήταν ακόμη εν λειτουργία και φιλοξενούσε τους πιο εκνευριστικούς και καθυστερημένους περαστικούς αργόσχολους ματάκηδες νέων παραλαβών ή παλαιών, στιγματισμένων κωδικών που είχαν από πολύ καιρό τώρα θελήσει αλλά δεν διέθεταν το απαραίτητο ποσό πολτού για να τα αδράξουν· κανείς δεν επιθυμεί να καταβαραθρώνεται πάνω στο μελανό πάτωμα, να ιδρώνει έναν αρρωστημένο χτύπο καρδιάς που τον αναλύει σε δεκάδες ημιτόνια μελαγχολίας και απογοήτευσης λόγω μίας ανυπαρξίας ανέλιξης προς τα πάνω ή έστω προς τα πλάγια (ποτέ, προς θεού, προς τα κάτω, δεν πάει άλλωστε άλλο προς τα εκεί έτσι δεν είναι;) – όλοι ξέρουν πως και αύριο θα βρίσκονται κάπου εδώ κοντά, όχι σε κάποιο εξωτικό παραβάν καλειδοσκοπικών παραστάσεων, ούτε σε ένα δροσερό απάγκιο στον αστερισμό της ξεκούρασης και των θεόρατων φοινίκων, της στάσης των ενενήντα μοιρών πάνω σε μαλακά επιθέματα χαράς κι ενός μισογεμάτου, κολωνάτου ντάκιρι – φρικτά μισοφέγγαρα υποψίας που σαλπάρουν ελαφριά πάνω στις αφρώδεις, σαν σφουγγάρια, καρίνες τους, διασχίζοντας έναν ωκεανό σκοταδιού, εμπαιγμού, κατάποσης καλά κρυμμένων νεύρων, που φωτίζεται μονάχα από τις γραμμές που τέμνονται πιο ψηλά, ηλεκτροδοτούμενες και στίλβες σαν κονιορτοποιημένα άκρα αστερισμών ή αλλοπρόσαλλων αγαλμάτων.
    Τα σύνολα πόνου που έχουν εγκαθιδρυθεί στο συγκεκριμένο κατάστημα του Συντάγματος είναι όλα ένα βήμα πριν από την τελειωτική τους εκτόξευση προς τον γαλαξία της Μαγούλας: όλοι θέλουν να απλώσουν τον όγκο του κορμιού τους μέσα σ’ ένα γραφείο των Κεντρικών, να τεντώσουν απολαυστικά τα πόδια τους πάνω σε κόντρα πλακέ, φτηνά έπιπλα που οι άκρες τους ξεφλουδίζουν και μαδάνε σαν σοβάς, ειρηνικά, ήρεμα, με μία ελάσσων αγχωτική ακολουθία που τους συνυποβάλουν τα πινάκια του εξέλ· περιμένουν μπροστά από οθόνες και μέσα σε ηλεκτρονικά ταχυδρομεία που ακόμη κανείς δεν διάβασε προσεχτικά, αναμένουν δύο κλικ ευτυχίας, ένα μικρό τασάκι που το πήρες από το παζάρι στην Ερμού την Κυριακή που ευτυχώς δεν ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά, το κουτί με τις μαστίχες Χίου για το στομάχι, τα λεκιασμένα υπομνήματα του ελεγκτή υλικών σέρβις, άδεια κουτιά από αναψυκτικά και χάμπουργκερ...σε παρατηρούν όμως όλα, κρύβουν μέσα τους μάτια που δεν έχει δει ποτέ κανείς άνθρωπος, συνδέονται με το δεξί σου πλευρό, πίσω από το οστέινο κλουβί, μία ένδειξη τεντώματος δίνει ένα έντρομο ενδοιασμό που ανυψώνεται με τη μορφή στεναγμών, ονειρεύονται για σένα τα αντικείμενα που ήδη έχουν πάψει να είναι χρήσιμα, βλέπουν τα δικά σου ατοπήματα και τις λύσεις που δεν σου μαρτυρούν τις αποθηκεύουν μέσα στις πολυμερικές τους καρδιές, άψυχες πλέον, άρρυθμες, θα τις κουβαλήσουν ευλαβικά μαζί τους στην χωματερή, καθώς εσύ θα είσαι πλέον πολύ μακριά για να τις δεις, να τις κλάψεις – όλες εκείνες οι συσκευασίες που κάποτε τις αγκάλιαζες και τις δεχόσουν σαν την κορυφή του νέου πολιτισμού, την αληθινή παντιέρα της Γενιάς Υ. Αμφιβάλεις όμως αν ανήκεις ακόμα κι εκεί – ίσως με μερικές αποκρύψεις ετών… αλλά δεν θα το καταλάβαινες ούτε κι εσύ ο ίδιος πως ήσουν πλέον πεπερασμένος σαν αυτές…
    Πάρε για παράδειγμα εκείνον εκεί τον διάβολο της έξυπνης και φλεγματικής στρατηγικής του πυραμιδικού συστήματος, τον Γεώργιο Κόρα, ο οποίος τώρα είναι άξιος Διευθυντής υποκαταστήματος κάπου στην τουριστική, μακρινή, φλεγματική, αιώνια Ρόδο. Από αυτό το ίδιο κατάστημα είχε εκτοξευτεί κι εκείνος, είχε διαπρέψει στο χώρο του Ι.Τ., είχε κάνει το σκατό του παξιμάδι και η Χόντα του δεν έβλεπε τις ακτές του Πειραιά παρά μόνο τη νύχτα, αργά, όταν η υγρασία μπηγόταν στον νωτιαίο μυελό του σαν βέλος Ινδιάνου από βασάλτη. Δεν έβλεπε το σπίτι του, τη γυναίκα του, παρά μόνο στο σκοτάδι, πολύ μετά…και πάντα μα πάντα ξεχνούσε τα μισά του πράγματα στο μαγαζί - τουλάχιστον οι κρεμάστρες ήταν κάτι που χρειαζόταν αν όχι και τα σαπούνια για τη μασχάλη. Τα είχε αφιερώσει όλα στην εργασία του, στα νούμερα, στην υπευθυνότητα, στον καταναγκασμό του ριφίλ των ραφιών – ακόμα κι αν είχαν όλοι σχολάσει και τα κορίτσια του ταμείου σημείωναν την τελευταία τους απόδειξη - στο πως θα καταφέρει να ανελιχθεί την κλίμακα της ολισθηρής πυραμίδας, αργά αλλά και γρήγορα ταυτόχρονα, σαν Ισπανός κατακτητής που εκμεταλλεύεται τους ιθαγενείς αυτόχθονες υπαλλήλους του τμήματος του, τους διαχειρίζεται για τα δικά του, προσωπικά συμφέροντα δράσης, ανέλπιστα, χωρίς ντροπή, χωρίς τύψεις. Δεν χωρούσαν εκείνα τα κατώτερα συναισθήματα μέσα στην ψυχή ενός νέου, σύγχρονου ανθρώπου που πίστευε στην σταθερή επιτυχία και στον εναγκαλισμό των άπειρων επιλογών και της κοινωνικής, ενδοκαταστηματικής αναγνώρισης.
   Αυτό είναι ένα σημείο του υπαλληλικού χρόνου όμως που τώρα ο Κουρήτης αμφιβάλει αν είναι όντως υπαρκτό· βρίσκεται στην κρίσιμη καμπή της προσωπικής του ιστορίας, μιλάει στο ακουστικό πολύ περισσότερο απ’ ότι επιτρέπει το καταστατικό – φτάνει σχεδόν σε συχνότητα τις ώρες ομιλίας του Διευθυντή Δουρή, παραπονιέται μέσα σε κλειστούς φωριαμούς, χωμένος μέχρι το λαιμό σε άδεια τάπερ που δεν έχουν πλυθεί από τα υπολείμματα κιμά, πορτοκαλί ιμάτια που μυρίζουν ψαρίλα και είναι αφημένα εκεί από το καλοκαίρι που μας πέρασε (δεν είναι δικά του προς θεού, οι προϊστάμενοι δεν φοράνε πλέον εκείνα τα βδελύγματα της συναδελφικής μόδας), αποσμητικά μασχάλης, φορτιστές κινητών που έχουν χαλάσει, σκισμένες συσκευασίες θηκών τηλεφώνων, ζαρωμένες, ροζ κλήσεις της τροχαίας από ένα παλιό αλκοτέστ που είχε πάει στραβά, λίστες με επιστροφές προϊόντων, αναφορές προφίλ συμπεριφορών από τον δικό του προϊστάμενο και το Δάχτυλο του προηγούμενου εξαμήνου, χαρτάκια στριψίματος από τον καιρό που δεν το είχε ακόμη κόψει καθόλου, αλοιφή για την καράφλα του που ξεφλουδίζει από το άγχος, κρέμα για τα καινούρια του αλλά και τα παλιά του τατουάζ, ένα χαλασμένο mpplayer – πως είναι δυνατόν να συγχρωτίζεται μέσα σε αυτήν την βρωμερή κουζίνα με όλους αυτούς τους κοινούς υπαλλήλους; Γιατί δεν του έχουν παραχωρήσει ακόμη έναν φωριαμό στο πατάρι; Πόσες ώρες από τη ζωή του πρέπει να φάει εδώ μέσα για να του αναγνωριστεί το παραμικρό κάτι; Ακόμη και ο φύλακας έχει ντουλάπι στο πατάρι, κι ας θεωρείται άσχετος με την δική τους ιεραρχία, ένας ξένος στα μάτια των ενδοκαταστηματικών. Τον ζηλεύει αλλά προσπαθεί να μην το σκέφτεται γιατί υπάρχουν χιλιάδες εκκρεμότητες που πρέπει να διευθετηθούν απόψε, από το σπίτι, μετά την Απογραφή, η οποία δεν φαίνεται να τελειώνει πριν από την αυγή – σκατά! Πάλι δεν θα προλάβει να μιλήσει με την Εύα, να κυλιστεί στο βούρκο των πορνό αναμνήσεων που του έρχονται στο μυαλό όταν είναι από πάνω της και κουνιέται μανιασμένος κι εξοργισμένος με τα γεγονότα της ημέρας στο κατάστημα, πάλι δεν θα έχει χρόνο να ξυριστεί σωστά μέσα σε μία δόξα από ατμό και μυρωδιά Ολντ Σπάις, πάλι δεν θα καταφέρει να παρακολουθήσει την αγαπημένη του αμερικάνικη τηλεοπτική σειρά με τον Μπιλ Κρόσμπι στον υπολογιστή, πάλι όλες του οι προσπάθειες για μία συμπύκνωση του χρόνου του θα αποβεί λανθασμένη, άκυρη και γελοία σαν τους απόηχους από τις ζάρες του δέρματος ενός διασκεδαστή γύρω από το στόμα που μουδιάζει.
    Η Ανώνυμη Συντροφιά τον έχει καλά κουρδισμένο όμως ώστε να μην ξεπέφτει μέσα σε τάφους ξένους, έχει εκπαιδευτεί κατάλληλα έτσι που όλα πλέον να φαίνονται απομακρυσμένα από την καρδιά του, είναι καλά μαθημένος να ξεχνάει ολότελα πως κάποτε είχε έναν μυ που χτυπούσε δυνατά πίσω από το κλουβί του κέντρου του. Αν δεν αποδεχτεί τη μοίρα του σαν προϊστάμενος δεν είναι δυνατόν να τα καταφέρει στο Πεδίο των Πωλήσεων – να βγει ζωντανός και να εισχωρήσει επιτέλους στα μετόπισθεν - δεν θα σηκώσει το ανάστημα του όπως εκείνος ο τρομερός Κόρας που έβρισκε ακόμα και το κουράγιο να πάει να παίξει μπάσκετ με τους μισητούς του συναδέλφους, στο ρεπό του παρακαλώ, βάζοντας στην άκρη την ειρωνεία που του κατέτρωγε τις άκρες των χειλιών του όταν χάζευε τις αδέξιες κινήσεις τους μέσα στο κατεστραμμένο γήπεδο ή το βλέμμα της ίδιας του της συζύγου Μαρίας Καλιμεντίνης από το Άργος όταν έβγαινε από την εξώπορτα της πολυκατοικίας του πατέρα της στα Καμίνια – μπροστά από τα δυσδιάκριτα σκαλοπάτια του τούβλινου, μυτερού οικοδομήματος που υψωνόταν μέσα στα όνειρα του εν ώρα αιχμής.
    Στέκει τώρα μπροστά από το σαν πειρατικό, διαστημικό καράβι του Κάπτεν Χάρλοκ, έπιπλο των ταμπλετών, καρφώνεται με πολύ μεγάλη προσοχή στον σβέρκο του Γκόμεζ ο οποίος στέλνει με το δάχτυλο του κάποιο ηλεκτρονικό μήνυμα με το τεράστιο, μαύρο του τηλέφωνο, έχει παρατήσει το σκανεράκι στο πάτωμα και δεν δίνει δυάρα που φαίνεται σταθερά σε κάθε του κίνηση εκείνη η αηδιαστική σχισμή του πισινού του – είναι σαν να ρουφάει τα πάντα μέσα της, το νέον φως της οροφής, το αίμα του Κουρήτη, τις βρωμιές και τις ακαθαρσίες από τις χαρτόκουτες που έχουν παρελάσει το πρωί από το ασανσέρ της παραλαβής, στα ράφια και στον τελικό τους προορισμό, τον μπλε κάδο της ανακύκλωσης έξω από το κατάστημα, εκεί που οι σαν έντομα πάνω σε κάτι γλυκό συμμορίες των Πακιστανών με τα άσχημα τρίκυκλα συνωστίζονται και μαχαιρώνονται δεξιοτεχνικά σαν επίσημοι, όρθιοι ταβλαδόροι για το ποιος θα προλάβει να κόψει και να διπλώσει τους περισσότερους καφέ πολτούς, να τους φορτώσει με αγάπη και σύνεση στην μικρή καρότσα, να κοιτάξει με υγρά μάτια κάποιον περαστικό για να ζητιανέψει ένα συμπαθητικό βλέμμα κατανόησης – γιατί είναι ο πιο παλιός υπάλληλος εκεί μέσα και αυτό τους αξίζει, πρέπει να την βλέπουν, αν όχι καθημερινά, τουλάχιστον σε στιγμές Απογραφής, σε λεπτά αγωνίας και άγχους, σε στροβίλους της νύχτας που πέφτει στα κούτελα τους σαν υπαλληλική πλερέζα, έτσι ώστε όλοι, ακόμα και ο Διευθυντής που σήμερα είναι απών λόγω εξαγωγής των φρονιμιτών του, να νοήσουν τι σημαίνει να είσαι ένας ισχαιμικός παλαίουρας, ένας στριφνός και δύσκολος άνθρωπος του εμπορίου που δεν υποθάλπει καμία αξιοπρέπεια ή την ένδειξη της παραμικρής κατακράτησης κουράγιου. 
    Το λεπτό χέρι του Κουρήτη – το είχε παρατηρήσει πρώτος ο Μουκοβίνας και το είχε αναφέρει στον Ροδόλφο ένα μεσημέρι που είχε το πιο φοβερό χανγκόβερ της χιλιετίας – προσγειώνεται σαν μαστίγιο πάνω στον αυγουλάτο σβέρκο του Γκόμεζ, αφήνοντας μία δριμύτητα από δύο κωμικοτραγικά, θαυμαστά ΦΛΑΠ! Λέμε δύο γιατί όταν κανείς ακουμπάει τον λιπαρό Γκομεζικό σβέρκο – πράγμα σπάνιο κι αδιανόητο για τον καθένα εκτός από την γυναίκα του – είναι σαν η πράξη να επαναλαμβάνεται απευθείας λόγω του διπλού προγουλιού που κρέμεται ακριβώς από κάτω της πρώτης επιφάνειας του κανονικού σβέρκου. Η μάζα αυτή κρύβει μέσα της έναν αντίλαλο, μία αόρατη χαράδρα (ωχ! Επανάληψη…), όπως την κάτω πισινή, μέσα στο παντελόνι, μία ανάκλαση λόγω φανερών εμποδίων, που κάνει όλα τα αγγίγματα και τα ωστικά κύματα που ξεκινούν από εκεί, κατά λάθος ή επίτηδες, να φτιάχνουν έναν αυτόματο κλώνο τους και να τον γυρνάνε πίσω. Ο σβέρκος του είναι μία αυτόνομη μορφή που υπάρχει από μόνη της και θα συνεχίζει να υπάρχει ακόμη κι όταν ο ίδιος ο Γκόμεζ εξαλείψει από προσώπου γης. Είναι ένα τέρας γεμάτο με αναδιπλώσεις, πόρους, ρουφήγματα, ένας σούπερ, άσχημος ήρωας που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πολεμήσει το έγκλημα της πόλης αλλά το αναβάλει λόγω…Απογραφής γαμώτο…για τι άλλο…
    Το λεπτό άκρο του Κουρήτη μπιστάει σαν δερμάτινη μπάλα σε ταρτάν απάνω στο σαν χλαπάτσα υπέρ-σβέρκο του Παναγιώταρου – εκείνος δεν αισθάνθηκε παρά μόνο μία ανεπαίσθητη μυγούλα να του γαργαλάει το πίσω μέρος του κρανίου – και σκάει σαν σάρκινη τούρτα στο δικό του προϊσταμενικό πρόσωπο, συντελώντας, αναπαριστώντας και πραγματοποιώντας τον ενδοκαταστηματικό μύθο που ήθελε τον Ροδόλφο να έχει σπάσει τη λεπτεπίλεπτη, γαλλική του μυτούλα, με το ίδιο του το χέρι, όταν ένα πρωί είχε τολμήσει να φαπώσει τον Γκόμεζ επειδή δεν είχε ακόμη κάνει τις αλλαγές τιμών που προέβλεπε το πολύ επίπονο πρόγραμμα της βάρδιας του γερμανικού εφτά τρεις. 
    Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν διεθνή κολοσσό στον τομέα των πολυκλαδικών ετικετών. Βαστάει τα μπόσικα με αλυσίδες που αποφαίνονται σαν γυαλιστερά σημεία αγκυλών ατσαλιού από την μέσα μεριά ενός λευκού χωραφιού που το μάτι κρύβεται πίσω από σκιές βελανιδιών και το τράνταγμα πάνω στο χαλίκι είναι εκκωφαντικό – το σύρσιμο της αλυσίδας που στο τέλος της κρατάει σφιχτά μία σιδερένια μπάλα.
    Στην συνάντηση που έγινε με την Γενική Γραμματέα των Πωλήσεων, Τριγώνα Πανοραματοπούλου, στο ίδιο εκείνο κτίριο-λαβύρινθο όπου τώρα συντελείται η φημισμένη μας, μηνιαία, φασματική Απογραφή, είχε πρωτίστως επισημανθεί – πριν τις διαδικασίες του Δαχτύλου – πως η Ανώνυμη Συντροφιά κατείχε το 59 τα εκατό άλλων δέκα εντελώς διαφορετικών ετικετών προϊόντων, υπηρεσιών και πρώτων υλών, σε χώρες εκτός της Ελλάδας. Ο αριθμός δέκα ήρθε και χτύπησε κατάμουτρα τον αγουροξυπνημένο Κουρήτη -  επίσημος αντιπρόσωπος πλέον για το μάτι μίας επανάληψης του Ισραηλινού αρχαίου μύθου με τις δέκα πλάκες πάνω σε εκείνο το φημισμένο, τροπικό βουνό - ο οποίος είχε καλομάθει με τα φρέσκα κρουασανάκια των συναντήσεων και που σήμερα του κακοφαινόταν πως το ψωμάκι ήταν σκληρό και δεν κατέβαινε – και που το βάζεις το γεγονός πως δεν είχε με σοκολάτα; Αυτό ήταν αισχρό και κάπως ύποπτο. Τι να γινόταν άραγε πίσω από τα παραπετάσματα των χαμόγελων των απεσταλμένων της Μαγούλας που να κρατούσε πίσω μία ολόκληρη παράδοση φρέσκων πρωινών εδεσμάτων; Μπορεί κάποιο σκαλί της Κλίμακας να είχε πλέον καταρρεύσει, σκέφτηκε ο Πατζαράκης, ίσως να είχαν εκδιώξει νύχτα κάποιο σημαντικό στέλεχος του Λογιστηρίου το οποίο διαχειριζόταν το μοίρασμα των κρουασάν σε όλες τις επικείμενες εκπαιδεύσεις και συγκεντρώσεις υψηλόβαθμων και μη. Άλλωστε όλοι τα ίδια κρουασανάκια δάγκωναν, αυτό ήταν επιβεβαιωμένο απ’ όλους.
    Δεν είχε χρόνο όμως να πάει ούτε για κατούρημα όταν η διαδικασία της Απογραφής συντελούνταν τις νύχτες. Έβλεπε μπροστά του όμως ένα μείζων εμπόδιο, μία κηλίδα σχεδόν ελλειπτική αλλά που δεν μπορούσες να την αγνοήσεις και που μόνο μία χαρτογράφηση επιδερμίδας και μελλοντικών σχεδίων θα μπορούσε να αποκαλύψει τις αιχμές του στρες που του προκαλούσε το επικείμενο ριμόντελινγκ του Συντάγματος. Μετά από εκατό επισκέψεις του Τραμουντάνας επί τρεις εβδομάδες του Μάιου, αποφασίστηκε πως πρέπει να γίνει ανακατανομή των επίπλων και των τμημάτων. Κανείς όμως δεν γνώριζε αν αυτό προϋποθέτει μία μετά του σχολάσματος αγγαρεία με ισχνές αποδοχές υπερωρίας ή αν η όλη διαδικασία θα έπαιρνε μέρος κατά τη διάρκεια της αιχμής στο Πεδίο. Σίγουρα η Τεχνολογία θα την έπινε πανηγυρικά μιας και οι βαριές εργασίες που προϋποθέτουν ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και σύρσιμο βαριών ξύλων, δεν ήταν δυνατόν να γίνει όταν το κατάστημα λειτουργούσε. Αυτό το καταλάβαινε ακόμη κι αν δεν του άρεσε η ιδέα να μείνει μετά το σχόλασμα για άλλες τόσες ώρες, όρθιος, να παλεύει με τη σκόνη, την απελπισία, τη ζοφερή παντοδυναμία της πυραμίδας πάνω στην γυμνή του, άνω, οστική επιδερμίδα και την μιζέρια του κουβαλήματος και του ξεφορτώματος.    
    Αλλά ναι, ακούμε πάλι τα βήματα του όχλου που κουνιέται και περιμένει, λουφάρει ή σκανάρει – και τα βλέπουμε, μιας και το σύστημα παρακολούθησης εδώ είναι απ' τα πιο προηγμένα, μάλιστα ο ίδιος ο υπάλληλος, που είναι τόσο παλιός στο κατάστημα, γνωρίζει προσωπικά τον ίδιο τον άλλο υπάλληλο, της εταιρίας ασφαλείας που είχε πάρει την εργολαβία για την εγκατάσταση της CCTV – είναι παχουλός, Παναθηναϊκάκιας, φιλότεχνος, παίζει βόλεϊ κι αρέσκεται να συλλέγει έντομα, όταν έχει ελεύθερο χρόνο, κάπου στην Ελευσίνα. Είναι σχεδόν, σαν ο όχλος του πολυκαταστήματος, αυτός δηλαδή που πριν από λίγο, πάλι, τα βήματα του άρχισαν να ηχούν βαριεστημένα ξανά, να 'χει κάποια άμεση, εξ αίματος σχέση, συγγενική δηλαδή σχέση, με το ίδιο το σύστημα ασφαλείας που είναι εγκατεστημένο σε κάθε μη-γωνία και σε κάθε χέρι Άτλαντα – και πίστεψε με, είναι πολλά τα χέρια του Άτλαντα – ένα χταποδερό Άτλαντάκι - και οι μη-γωνίες εδώ μέσα, τόσες πολλές που δεν έχει προφτάσει να τις μετρήσει ποτέ όλες, δεν προλαβαίνει άλλωστε, μιας και πάντα κάποιος πελάτης θα τον διακόψει ή απλά θα προτιμήσει ν' αφήσει κάποιο αέριο απ' το σώμα του να δραπετεύσει προς τα έξω, λόγω του παράξενου κι ευαίσθητου εντέρου του – πράγμα σιχαμερό κι άκρως ζοφερό για όλους μας – εκτός φυσικά για τον ίδιο τον όχλο.
    Η μουσική που πλέον έχει σταματήσει να έρχεται απ' το ταβάνι, δηλαδή απ' τα ηχεία της οροφής, είναι άκρως ενοχλητική για τ' αυτιά του ακόμα και τώρα που δεν αντηχεί, είναι επίπεδη και δυνατή, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε δημοφιλής, τόσο δημοφιλής όμως που καταντάει αηδιαστική, δηλαδή δημοφιλής, όχι με την καλή έννοια της, αλλά με την πολύ, πολύ, πολύ...κουραδέ-έννοια της, αλλά έτσι όμως, θα έλεγε κάποιος πιο σκεπτικιστής, ίσως και να προσβάλουμε τα ίδια τα περιττώματα, τη φύση τους και το σκοπό τους, αλλά...
         Ήταν άθλιος αυτός ο όχλος αλλά δεν το γνώριζε ο ίδιος, δεν υπήρχε υπόνοια περί τούτου, ήταν σίγουρα κι απροσπέλαστα Α.Θ.Λ.Ι.Ο.Σ. Ένας Αθλητής Θαλερών Λοξοτήτων Ιοβόλου Ορθοστασίας Σουρσίματος. Πέρα δώθε στον μελανό διάδρομο για δέκα και δώδεκα ώρες. Ένας ακατάλληλος όχλος υπαλλήλων κι ένας ακόμα πιο ακατάλληλος όχλος ανθρώπων – φυσικά δεν τον απασχολούσαν εκείνοι οι τίτλοι που του εναπόθετε ύπουλα το συλλογικό μυαλό του για να πιστέψει (αλλά τώρα που τα συζητάμε ποτέ δεν είχε συλλογικό μυαλό αυτό το Πράγμα), δηλαδή η ίδια του η  οχλική συνείδηση. Την έκανε πέρα πολύ εύκολα αυτή την αηδία – δεν σου ήταν καθόλου χρήσιμη εκεί μέσα. Δεν χρειαζόταν να έχεις κανενός είδους συνείδηση απ' τη στιγμή που βρισκόσουν, επί πέντε, έξι, τέσσερα, τρία, δέκα, δύο, μισό, ένα, εφτά συναπτά έτη, στην δούλεψη της Ανώνυμης Συντροφιάς, δηλαδή...δηλαδή αυτής της συγκεκριμένης βούλησης των τυχαίων εταίρων. Βέβαια αυτό εδώ δεν είναι βόλτα, δεν είναι παιχνίδι, είναι η εργασία του όχλου, πρέπει να την παίρνει πολύ στα σοβαρά, σκέφτεται ο όχλος με ομοβροντία, μπορεί τα βήματα του να 'ναι άκρως βαριεστημένα, και είναι σίγουρα, αλλά δεν είναι σε θέση να κάνει τέτοιες ακροβασίες – δεν μπορεί να το ρισκάρει έτσι – να κρίνει αυτό που δεν είναι δυνατόν να κριθεί τόσο απερίσκεπτα, τόσο γρήγορα κι αιφνιδίως, γιατί ο όχλος είναι ακριβώς όπως την Ανώνυμη Συντροφιά, μόνο όχι τόσο οργανωμένος και κρυμμένος πίσω από οράματα ευτυχίας και μακροημέρευσης: αποσκοπεί μόνο στην μεγιστοποίηση του κέρδους του.
    Ξέρει όμως πως είναι πολύ πιο ψηλά από τους άλλους, νοητικά αλλά και σωματικά, γνωρίζει πως μπορεί να ξεπεράσει τον οποιονδήποτε αν το επιθυμήσει σοβαρά, καθισμένος μέσα σε ένα κύκλο από ψυχαναγκασμούς που η δεύτερυ επίγνωση του τους βαφτίζει Εντολές, Μακροοικονομικές Υποχρεώσεις που πρέπει να γίνουν, τα γόνατα του μαραίνονται από τον πόνο, οι αναστεναγμοί που εξαπολύονται από τα ρουθούνια του έχουν το χρώμα της πορφύρας, οδηγούμενα από το τραυματισμένο του ψυχικό απόθεμα…πρέπειπρέπει, πρέπει να τους ξεπεράσει όλους όμως – όλους εκείνους του καμπούρηδες, τους αποτυχημένους, τους μπεκρήδες, που δεν καταφέρνουν να τον φτάσουν σε πονηριά και ικανότητα να διοικεί αλλά και να υπακούει όταν χρειαστεί με σκυφτό το κεφάλι, να δέχεται τις βουρδουλιές του Αφέντη Δουρή πάνω στο πληγιασμένο του σπόνδυλο που είναι πρησμένος και μαυρισμένος από την Πίστη του προς την Ανώνυμη Συντροφιά, που δεν έχει δει ακόμη ημέρα ανάπαυσης και καταπράυνσης του πόνου που του προκαλεί το εμπόριο.
      Ο Κουρήτης είναι γεννημένος ηγέτης, του το είχε πατήσει σαν καυτή σφραγίδα ο πατέρας του ο Διονύσης μία νύχτα που είχαν όλοι μαζευτεί στο τζάκι, πίσω στο πατρικό του στη Λάρισα, με μία ματιά που τον έκοβε στα δύο καθώς έριχνε τα ξύλα μέσα στην εσοχή που πλέον δεν κατέβαινε κανένας Άη Βασίλης για να οτυ φέρει τα δώρα του – αυτά είχαν πλέον πεθάνει προ πολλού, είχε πια μεγαλώσει, ήξερε πως τα παιδιά έπρεπε να σταματήσουν να γελάνε τα δειλινά και πως μόνο όποιος εργάζεται μπορεί να προοδέψει. Η μάνα ετοίμαζε ψητές πατάτες μέσα στο αλουμινόχαρτο και ο πατέρας γύριζε το κρέας πάνω σε μία μαυρισμένη σχάρα που την είχε κληρονομήσει από τον παππού Κουρήτη – εκείνον τον αριστερό αντάρτη, εκείνον τον επαναστάτη της οικογενείας που οι Δεξιοί τον έσφαξαν, του έκοψαν το κεφάλι και το σώμα του το πέταξαν μέσα σε μία τρύπα με δεκάδες άλλους. Δεν είχε προλάβει να τον γνωρίσει εκείνον τον φανταστικό, επαναστατικό άντρα, δεν είχε την ευκαιρία να γευτεί το αψύ του χτύπου των ποδιών του πάνω στο χωμάτινο έδαφος της κουζίνας, δεν είχε προλάβει να πάρει από εκείνον ότι ήθελε – και τώρα κατέληξε να είναι ένας υπόδουλος ενός και μοναδικού ανθρώπου, ενός κατεστημένου, ενός γλαφυρού όγκου μίας πρόσοψης της ανύπαρκτης κοινωνίας.
    Αυτά όμως δεν τολμούσε να τα ξεστομίσει ούτε στην Εύα γιατί αισθανόταν πως εκείνη δεν κουβαλούσε το αριστερό παρελθόν μίας οικογενείας, δεν διέθετε εμπειρία σε τέτοιου είδους καταβολές, δεν ήξερε τι να νιώσει σε λόγια τόσο φλογισμένα, σε αναθυμιάσεις πολέμου που εκείνος κουβαλούσε μέσα στα αδυνατισμένα του πλέον χρωμοσώματα. Όλο του το μένος για το δεξιό της παρελθόν, τα αριστοκρατικά της σπίτια στην Κέρκυρα, δίπλα από τον Άγιο Σπυρίδωνα - που τώρα τα ενοικίαζαν σε εύπορους Άγγλους παραθεριστές και μπορούσαν να ζουν αξιοπρεπώς - τα γκρέμιζε ανά τρεις μέρες διαμέσου του μουνιού της το οποίο και τρυπούσε με το όργανο του  ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε εκείνος πως έκανε - μέσα στην λανθάνων σκέψη του για τη σάρκα.
    Δεν γνώριζε τίποτα για την ίδια του τη γυναίκα ενώ εκείνη ακτινογραφούσε τα πάντα πάνω του, ήταν βέβαιη πως μέσα του ο Κουρήτης της, έκρυβε μένος και φλόγα, τσεκούρι και φωτιά…κυρίως για τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό τον ποθούσε και γι’ αυτό τον είχε παντρευτεί αν μη τι άλλο – την ερέθιζε η έντονη αίσθηση της αποτυχίας που κουβαλούσε στα μάτια. Πραγματικά απορούσε πως είχε καταφέρει να ανελιχθεί μέχρι εκεί που ήταν σήμερα. Χαχα. Αυτό την διασκέδαζε καθημερινά και μεγάλωνε τον έρωτα της γι’ αυτόν, τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα του που έμοιαζαν με πιανίστα, τα σαν ψάρι καβλί του, τα δεκαεφτά τριχάκια του που τα πρόσεχε σαν κόρη οφθαλμού στο κέντρο της κεφαλής του, το άθλιο γούστο του στη μουσική και στο ντύσιμο.
    Η Εύα Αγιούτου ήταν μία έξυπνη και τσαχπίνα νοικοκυρά από εκείνες που αφήνουν πάντα τον άντρα τους να τις κακομεταχειρίζεται αλλά ξέρει πως αυτή και μόνο αυτή έχει το πάνω χέρι και πως με μία και μόνο της κουβέντα το αρσενικό θα σκάσει και θα λουφάξει πίσω στο φωλεό του, σαν αγρίμι που το φοβερίζει η βουκέντρα του θηρευτή. Άλλωστε ποια άλλη γυναίκα μπορεί να ικανοποιήσει έτσι τον σύζυγο της; Με τον τρόπο που εκείνη τον αφήνει να την γαμάει μέσα στο μπάνιο όποτε εκείνος έχει όρεξη, όρθια, ενώ αυτή βάφει τα νύχια της ή ξεφυλλίζει ένα τυχαίο, νέο της περιοδικό για τη μόδα; Και ποιος μπορεί να την αποκαλέσει μέγαιρα ή ψυχρή από τη στιγμή που αυτή και μόνο αυτή κάνει κουμάντο στα οικονομικά τους, στην πορεία τους μέσα στη νύχτα του κόσμου; Τι μπορεί να κάνει μία τόσο κακοπληρωμένη δουλειά όπως του Κουρήτη; Να τους θρέψει; Να τους εγκλωβίσει σε μία κυκλική πορεία αποτυχίας και παραπόνων;
    Εκείνη δούλευε για το χόμπι της, για να τον έχει δέσμιο του ματιού της – δεν είχε ανάγκη από τις Ανώνυμες Συντροφιές τους. Εκείνη είχε προίκα τόσο μεγάλη που οποιαδήποτε στιγμή τους πουλούσε και τους αγόραζε όλους εκεί μέσα. Ήταν μόνο η ανιδιοτελής της αγάπη για τον Καράφλα που την έκανε να προσποιείται την ταμεία και να αντέχει τις προσβολές της κάθε καριόλας προϊσταμένης.
     Τι κι αν ο Πατζαράκης προήλθε από φτωχή οικογένεια αγροτών, τι κι αν κανείς από το γενεαλογικό του δέντρο δεν έκανε κάτι μεγαλειώδες ή δεν απέκτησε πολλά χρήματα. Τώρα που το σκεφτόταν ήταν ο πρώτος στην οικογένεια που θα γινόταν Διευθυντής Καταστήματος, Διευθυντής Κάποιου Πράγματος. Αυτό του έφερνε δάκρυα στα μάτια, σαν μία ξώφαλτση βολή από το όπλο που κρατάει η θλίψη, κρυμμένη πίσω από τα σάπια έπιπλα της πρώτης του γκαρσονιέρας στο Παγκράτι στην οδό Κορδελιού, μόνος του, χωρίς κανένα μέλλον, να πηγαίνει κάθε μέρα με το σάπιο λεωφορείο στο Εμπορικό Κέντρο στο Μαρούσι, να τρώει τα πόδια του όρθιος μέσα στο δεύτερο μεγαλύτερο υποκατάστημα της Ελλάδας.
    Το σώμα του όμως ήταν λεπτεπίλεπτο και λυγερό, φορούσε πάντα στενά τζιν παντελόνια για να αναδεικνύει τα πολύ όμορφα πόδια του, μπλούζες από τα αγαπημένα του χάρντ ροκ συγκροτήματα – περπατούσε πολύ κι έτρεχε όταν είχε χρόνο, έκανε κάμψεις και βάρη, μονόζυγο και ότι άλλο μπορείς να φανταστεί για να κρατιέται στην αιχμή του δόρατος. Ο μεγάλος του προβληματισμός ήταν πάντα τα λιγοστά του μαλλιά που δεν ήθελε όμως να μπει στον κόπο να τα καλύψει με κάποιο αχρείο καπέλο που θα τον έκανε να μοιάζει γέρος. Τα άφηνε έτσι - δεν τον ένοιαζε και μάλιστα είχε πολλές επιτυχίες με το άλλο φύλλο, πέραν της Εύας. Αμέ!
    Και τώρα ερχόταν το αποτέλεσμα, αθόρυβο, ύπουλο, σαν σερνόμενη οχιά μέσα στα ξερά, αλαφιασμένα χόρτα που περιμένει ολόκληρες μέρες, νηστική, για τη τροφή της, τυλιγμένη ανάμεσα σε βρασμένες από τον ήλιο πέτρες. Ο υπολογιστής άρχισε να κολλάει γιατί τα νούμερα της απογραφής είχαν ήδη ξεπεράσει το αναμενόμενο λάθος, οι αποχρώσεις πάνω στην φωτεινή επιφάνεια ήταν κόκκινες που αυτό σήμαινε πως τίποτα πια δεν μπορούσε να διορθωθεί, όλα ήταν μάταια. Εκείνο το Απόλυτο Πράγμα είχε ξανά χτυπήσει - και δεν μιλάμε για κάτι το χειροπιαστό αλλά για κάτι που ήταν διάφανο, αόρατο, ανύπαρκτο σχεδόν…σχεδόν. Ο υπολογιστής ξεκίνησε το ουρλιαχτό του – είχε κολλήσει ο επεξεργαστής και τώρα ο ήχος έμοιαζε πλέον συνεχόμενος, το πρόγραμμα μέτρησης των εμπορευμάτων είχε κολλήσει για τα καλά στα Τάρταρα της Επανάληψης. Ο απεσταλμένος της Τραμουντάνας από τη Μαγούλα είχε γίνει κίτρινος σαν λεμόνι, το πρόσωπο του έλιωνε κάτω από την αγωνία που ξεκινούσε σαν παλιρροϊκό κύμα από τα κολλημένα νεφρά και το πληγιασμένο στομάχι του. Το Απόλυτο Ρούφηγμα είχε ήδη ξεκινήσει αλλά κανείς δεν ήταν ικανός να προσδιορίσει την πηγή του. Στην αρχή ήταν μία μηδαμινή απώλεια του ύψους των δέκα χιλιάδων ευρώ, μετά διογκωνόταν στα τριάντα και μετά εκτοξευόταν σε ύψη άνω των διακοσίων χιλιάδων – απώλεια που κατέστρεφε μονομιάς το κατάστημα απ’ όλες τις απόψεις.
    Το προσωπικό και η διοίκηση είχε συνηθίσει τα χαμένα προϊόντα τα τελευταία τρία χρόνια που ο ανταγωνισμός με το Πλαίσιο είχε γιγαντωθεί σε πολύ επικίνδυνα επίπεδα (πράγμα αδικαιολόγητο βέβαια στο μυαλό ενός λογικούς ανθρώπου) – ήταν κάτι αναμενόμενο η αποστολή σαμποτάζ των κόκκινων και γκρίζων εχθρών της δεύτερης μεγαλύτερης δύναμης πολυκαταστημάτων στην Ελλάδα. Το Πλαίσιο φορούσε τα χρώματα του με περηφάνια και δεν άφηνε κανέναν υποψήφιο πελάτη-καταναλωτή χωρίς να του αδειάσει τις τσέπες με τις καλύτερες τιμές του και τα εξαιρετικά του διοικητικά μέλη που με τον βούρδουλα να σκάει πάνω στις πλάτες των υπαλλήλων, κινούσαν τη γαλέρα του κέρδους μπροστά για νέες αριθμητικές κατακτήσεις. Όλοι εκείνοι οι ανίκανοι του Μούλτιτσάμπα δεν μπορούσαν να αντισταθούν στην σθεναρή επίθεση τους – η πορτοκαλί λαίλαπα είχε χάσει σε κάθε επίπεδο των Αγορών. Δεν υπήρχε καμία διοίκηση ή θέληση, οι μισθοί ήταν κάτι παραπάνω από χαμηλοί και οι υπάλληλοι γινόντουσαν απευθείας προδότες του Πλαισίου με τους θελκτικούς μισθούς ή απλά έχαναν το ενδιαφέρον τους για αναρρίχηση στην πυραμίδα της Ανώνυμης Συντροφιάς.
    Μέχρι πριν από τρία χρόνια, εν έτη 2010, που το Μούλτιτσάμπα είχε κάνει την εκκαθάριση στο εσωτερικό του – κάτι που έπρεπε να είχε γίνει πολύ καιρό πριν - και οι επενδυτές είχαν αυξήσει το κεφάλαιο, πεπεισμένοι πως τα πράγματα θα καλυτέρευαν, είχε κάνει την εμφάνιση του εκείνος ο πρωτοποριακός Κλέφτης το Κουνταμπάφερ και είχε φέρει τα πάντα ανάποδα. Κανείς δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Μιλάμε για επίπεδα χασούρας πάνω των διακοσίων χιλιάδων ανά χτύπημα – χτύπημα οργανωμένο, άπιαστο, διαβολικό, αόρατο – σαν φάντασμα μέσα στο σκοτάδι, σαν σκιά μέσα στο μεσημέρι, σε κάποια πολυσύχναστη πλατεία γεμάτη με κόσμο και φωνές, πανικό και αγοραφοβία.
    Κάτω από τα αθλητικά τους παπούτσια μουγκρίζει το πιο έμπειρο τρήμα του πολυκαταστήματος, οι τελευταίες εξελίξεις του σταφυλόκοκκου, της γαστρεντερίτιδας, όλων όσων αυτό το πολυκατάστημα έχει απαρνηθεί για τα παιδιά του στους πάνω ορόφους. Όλοι ακούνε συνεχώς την ανακοίνωση στ' αυτιά τους, νομίζουν πως η Φωνή μιλάει μόνο σ' αυτούς, να λέει: «Πίστευες στ' αλήθεια πως ήσουν κάτι ξεχωριστό. Έλα τώρα, όλοι ξέρουμε ποιος είσαι. Κανείς ποτέ δεν θα σου έδινε προαγωγή, κανείς ποτέ δεν θα σε σκεφτόταν όταν ερχόταν η ώρα εκείνη...κανείς δεν γλιτώνει την Απογραφή φιλαράκι».
    Είναι αδιέξοδο. Μην κινείσαι, κάνε υπομονή. Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο και η εξυπηρέτηση είναι το παν. Όταν πρέπει να γίνει η Απόλυτη Κλεψιά, θα έρθει τη στιγμή που είσαι ανυποψίαστος. Άραγε θα γίνεις ποτέ Προφήτης του Καταστήματος; Θα βγάλεις το δικό σου, προσωπικό φωτοστέφανο; Η αυτογνωσία θα έρθει πριν ή μετά; Αλλά ήδη είναι κοντά στη νιρβάνα. Πόση ώρα τώρα είναι που έχει νυχτώσει; Τα πάντα προσπαθούν να βουτήξουν μέσα στο λιγοστό φως που έχει αρχίσει να μπαίνει από τους φανοστάτες, μαζί με τον κρύο αέρα που του θερίζει τις ιδρωμένες του ρώγες: η αποκάλυψη έχει ξεκινήσει, ένα μπερδεμένο κουβάρι από μαστουρωμένους προικοθήρες, άλλοι με τη στολή και άλλοι με τα πολιτικά τους ρούχα, που κρατάνε σοκολάτες ή μπουκάλια με energy drinks, καθισμένους σε σκαμπό, στοιβαγμένους γύρω από το μηχάνημα του κλιματισμού ή ξαπλωμένους κάτω από στοίβες θήκες κινητών τηλεφώνων, άσπρο τσιμέντο που έχει να δει το χάδι κάποιας βρώμικης σκούπας πολύ καιρό, φουσκωτά στρώματα θαλάσσης που έχουν γίνει ένα με τον πολτό της κούτας που κάνει μόνιμο ντουζ κάτω από τις σταγόνες κάποιας άγνωστης διαρροής η οποία είναι πιο παλιά από τους ίδιους μέσα στο πολυκατάστημα. Άλλοι ροχαλίζουν και ξεφυσούν σε ρυθμούς πολιορκίας, ένα αδιάκοπα περιπλεχθησόμενο κουτσό από αριθμούς και χτυπήματα του σκάνερ, καθώς το Αττικό φως, χειμωνιάτικο κι αδύναμο, κάνει την εμφάνιση του μέσα από τρύπες στους τσιμεντόλιθους, προβάλει ανάμεσα από τους ατμούς του χθεσινού στιφάδου της άγνωστης γειτόνισσας που ακόμη κρέμονται, αργοπεθαίνοντας, από τους σωλήνες της οροφής. Όλοι αυτοί οι ξαπλωμένοι στη σκόνη, αυτοί οι συνάδελφοι στην απογραφή, μοιάζουν φλόγινοι σαν σύναξη οπαδών της Εθνικής Δανίας που ονειρεύονται την απόκοσμη αποφορά της δόξας τους μέσα στα επόμενα λεπτά.
    Ο Κουρήτης είναι τώρα σκεπασμένος με μία πορτοκαλί κάπα, με πέλος σε σύμπλεγμα του...γκριζουλί…από τα πλυσίματα μαζί με μαύρα, χρώμα της σκουριάς. Το οστό του κεφαλιού του το αισθάνεται ξύλινο. Ακριβώς από πάνω του, τέσσερα ράφια πιο ψηλά, ο Ριφ Ραφ είναι έτοιμος να αναρριχηθεί από το τμήμα των καρτών μονάδων, έχοντας διαλέξει να φτάσει εκεί που, πριν από μήνες, κάποιος στα πρόθυρα νευρικής κρίσης είχε σχεδόν σπάσει με τα χέρια του ένα από τα δύο μαύρα κάγκελα του προστατευτικού σύρματος.
    Τι φρίκη. Γαμώτο...τι φρίκη...από πάνω του, ακούει σίδερο που λυγίζει και ύφασμα που σκίζεται. Η Τριγώνα Πανοραματοπούλου τον έχει κάνει ξεφτέρι σε γρήγορες τούμπες. Πηδάει από το ράφι του, με το σκανεράκι πάντα στο χέρι, κλωτσάει ένα πακέτο με σανίδες του σερφ, κι εκείνο κυλάει πάνω στο σελοφάν του προς την κατεύθυνση του Ριφ Ραφ. Ο Ριφ Ραφ σωριάζεται σαν σακί και συγκρούεται με τα πλευρά πάνω σε κάτι κουτιά ασφαλείας γεμάτα με προϊόντα της Apple. «Την έχεις πουτσίσει τελείως» λέει ο Κουρήτης. Ο Ριφ Ραφ προσπαθεί να χαμογελάσει, κοιτάει το σκανεράκι του και μετά από λίγο αποκοιμιέται ξανά, κουρνιάζοντας κάτω από το πλαστικό, πράσινο σκαμπό του Κουρήτη. Ο Ριφ Ραφ είναι ένας από τους συναδέλφους σ' αυτό το μέρος, μία αποθήκη που έχτισε κοντά στο ανάχωμα της Βουλής, την προηγούμενη δεκαετία ο εργολάβος Γεώργιος Πίσσας, ένας κοινός γνωστός της οικογένειας Λάτση που φορούσε μόνο πουκάμισα Ραλφ Λόρεν και του άρεσε ν' ακονίζει τη μύτη του με λευκή σκόνη από τα βουνά της Βολιβίας πάνω στην ταράτσα του σπιτιού του στη Φιλοθέη (μία τρομερή παράδοση που πρόσφατα αναβίωσε εκείνος ο νεαρός Παναής Γκόμεζ), μερικά από εκείνα τα περιστατικά τον έκαναν να κάνει εμετό πάνω σε γλάστρες με φίκους οι οποίοι άντεχαν χιονοθύελλες και καύσωνες και δημιουργούσε ένα μείγμα που πάντα επέστρεφε στη γη της αποθήκης με τη μορφή υπολειμμάτων κάτω από τις σόλες του, με κοπριά που έμενε για πάντα πάνω σε κούτες από ξεπερασμένα άι ποντ, τα οποία και καταπατήθηκαν εκεί μέσα από μεταγενέστερους διευθυντές, και με το παράξενο μείγμα να μένει εκεί για πάντα, μέχρι σήμερα – και όλα αυτά μπερδεύτηκαν από το αλέτρι του χρόνου σχηματίζοντας ένα στρώμα πάχους τουλάχιστον δύο μέτρων από εβένινο χώμα στο οποίο και ήταν ικανό να φυτρώσουν τα περισσότερα μεταλλαγμένα κηπευτικά ή άλλα πλάσματα, μέχρι και ραδιενεργοί χοχλιοί – δηλαδή κάτι σαλιγκάρια πράσινα και τεράστια.
    Οι τιμές έπεσαν αμέσως, χωρίς όμως να ανέβουν οι μισθοί. Αυτό συνέβη γιατί κάποιος είχε την διαβολική ιδέα να διώξουν όλους του «υψηλόμισθους» (μιλάμε για μισθούς του εύρους των εφτακοσίων ευρώ!), να κάνουν πλασματικές προαγωγές σε άτομα που έπαιρναν πριν πεντακόσια ευρώ και βίωναν μία αδικία στο κορμί τους καθώς η έντονη ματαιοδοξία τους αυξανόταν, τους έδωσαν πενήντα ευρώ παραπάνω κι έτσι η Ανώνυμη Συντροφιά κέρδισε εκατομμύρια σε μισθούς τα οποία και τα προώθησε σε στρατηγική επίθεσης κατά του Πλαισίου. Τώρα και το Μούλτιτσάμπα διέθετε μία δικιά της μάρκα από πολύ φτηνά προϊόντα που ξεκινούσαν από στυλό και χαρτικά και τελείωναν σε εμπορεύματα υψηλής τεχνολογίας, όπως κινητά και υπολογιστές.
    Τους τελευταίους μήνες όμως το Πλαίσιο - σύμφωνα με τις απόρρητες πληροφορίες του ΠΑ.Σ.Λ.Ι. (Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Λαϊκού Ινστιτούτου), αυτού του γιγαντιαίου οργανισμού που ικανοποιούσε πλάγιους σκοπούς στις Αγορές, έλεγχο και προπαγάνδα, ο οποίος άνηκε αποκλειστικά στον Όμιλο Επιχειρήσεων Γερμανού - είχε εξαπολύσει στα επίσημα καταστήματα του Μούλτιτσάμπα έναν στρατό από μυστικούς «πελάτες» οι οποίοι είχαν μοναδικό σκοπό το σαμποτάζ και το «σήκωμα» ακριβών και μη προϊόντων: το σαμποτάζ ξεκίνησε στην αρχή από τα πιο μικρά και φτηνά εμπορεύματα, όπως βιβλία, cd και θήκες κινητών αλλά τους τελευταίους μήνες είχε εξαπλωθεί σε κινητά, drones και φορητούς υπολογιστές. Αυτό ήταν κάτι το τρομακτικό για νούμερα του τζίρου. Αυτός ήταν ο Πόλεμος και το Θέατρο του, ένας σύγχρονος θεός της Καταστροφής που λειτουργούσε χωρίς βόμβες και αεροπλάνα, σφαίρες και λεπίδες. Κανείς δεν περίμενε πως θα έπαιρνε τέτοιες διαστάσεις – εδώ μιλάμε για σπάσιμο του ίδιου του νόμου!
     Οι Πλαισιομαίοι – όπως ήταν το κωδικό τους όνομα, λόγω του ότι δεν φαινόντουσαν ποτέ και πουθενά, σε καμία κάμερα παρακολούθησης, ήταν κάτι το υπαρκτό. Ο Πλαισιομαίος διέθετε αυτό που λέμε λέιζερ τύφλωσης – ένα απλό μαραφέτι που μπορείς να βρεις παντού, ακόμα και στα περίπτερα. Τύφλωνε με την ακτίνα το μάτι του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης και ο συνεργάτης-συνάδελφος έκανε την δουλειά του ανενόχλητος. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπήρχαν ταυτόχρονα στο ίδιο κατάστημα πάνω από τρεις Πλαισιομαίοι. Οι Πλαισιομαίοι είχαν πάρει το όνομα τους από τον εμπνευστή τους, τον αρχηγό και ίνδαλμα τους, τον Αφέντη τους, εκείνον που πραγματικά ήταν Πυγμαίος, στο χρώμα και στην καρδιά…αλλά και στο ύψος.
    Η καταιγίδα που έφερνε με ένα και μόνο του τίναγμα της Κόκκινης Βέργας έφερνε διακυμάνσεις στην οικονομία, στις τιμές και στις διαθέσεις όλων των υπαλλήλων του Πλαισίου, κανείς όμως από τους κοινούς θνητούς δεν τον είχε δει ποτέ, ούτε σε φωτογραφία, σε κανένα επίσημο βίντεο ή κείμενο της εταιρίας δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο για εκείνον.
    Ο Κουρήτης αυτό το ασπαζόταν σαν την υπέρτατη δύναμη που μπορεί να αποκτήσεις μέσα σε μία Ανώνυμη Συντροφιά – τον σεβόταν και προσπαθούσε πάντα να διακρίνει κάποιο κωδικό σημείο σε κάποιο σημαντικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που ερχόταν πάντα μετά τα μεσάνυχτα, τρομάζοντας την ειρήνη της κρεβατοκάμαρας τους. Είναι σε θέση να αναγνωρίσει το θείο κενό μέσα στο έβδομο πάτωμα του Σεφιρώθ, το μάτι ανακλάει το φως μέσα στο τρανζίστορ και η σκληρός δίσκος καταγράφει τα φωτεινά συμβάντα – χωρίς φως δεν υπάρχει γεγονός, δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο το κενό, η απόλυτη δικαιοσύνη, εκεί που κανείς δεν είναι ένοχος για το οτιδήποτε. Κατεβαίνει τις σκάλες που οδηγούν στο πλήθος των απογραφόντων, ο φάσμα που φτιάχνει η οροσειρά των πορτοκαλί τους εκλάμψεων ζωηρεύει και ταπεινώνει το σωματικό υγρό του βολβού, το κέντρο του είναι παγωμένο σαν τον πιο δύσκολο καιρό – μία περίοδος που ποτέ δεν τελειώνει και μόνο το επόμενο επίχρισμα ωστικού κύματος του υπολογιστή που ξεχωρίζει την απώλεια του Κουνταμπάφερ μπορεί να τους επαναφέρει σε μία ορθή γωνία πίσω από ζαρωμένες πολυεδρικές φενάκες, αποδεικνύει από την αρχή της καταγραφής πως η κίνηση είναι ένας κύκλος, μία επανάληψη όλων όσων έχουν μέχρι στιγμής απογραφεί. Από το μηδέν γυρνάμε πάλι πίσω στο μηδέν. Οι επτά χιτώνες είναι όλοι στέρεοι σαν πέτρες πίσω από τα φαινομενικά εμπορεύματα που κυριαρχούν. Ποιος όμως ανεβαίνει την κλίμακα για να έχει μία ευρύτερη άποψη της θέας της καταγραφής; Γιατί όλοι παραπονιούνται για τα πόδια τους και τη μέση τους από τη στιγμή που αυτό δεν είναι τίποτα, μηδέν μπροστά στην κίνηση του βολβού;
    Ο μικρόκοσμος του καταστήματος έχει εφτά διαφορετικά επίπεδα που όλα εξηγούνται με το μάτι αλλά δεν έχει ακόμη εξηγηθεί κανένα από αυτά. Ο Κουρήτης ίσως να βρίσκεται τώρα στο δεύτερο επίπεδο αλλά το Κουνταμπάφερ έχει ήδη φτέσει στο έκτο από τη στιγμή που ο συναγερμός ηχεί σαν πολεμική σειρήνα μέσα στους ψεύτικους τοίχους και τα χωρίσματα από γύψο. Μόνο ο Αφέντης έχει φτάσει στο έβδομο επίπεδο και αυτός και μόνο αυτός ξέρει γιατί όλα πρέπει να συμβούν όπως συμβαίνουν: ο Τσίλικος Ντεποζίτο, αυτός ο αυτοκράτορας των Κουνταμπάφερ και  ύστερος προδότης των Πλαισιομαίων που έχουν ήδη αρχίσει να αυτομολούν, ξέρει να διαβάζει το μέλλον στις ζάρες των λεπτών αποδείξεων, στα νερά του δέντρου, φοράει το στέμμα του κενού μέσα στο Πεδίο, χωρίς να βλέπουμε τίποτα εμείς από το δικό μας οπτικό σχήμα, το τυφλό σημείο είναι το σημείο που όλα σχηματίζονται και σπρώχνουν προς τα έξω τα γεγονότα, το Θείο Κενό μέσα σε όλα τα πράγματα – αυτός είναι που το διαφεντεύει τώρα, αυτήν εδώ την ταραγμένη εποχή του Πολέμου των Πολυκαταστημάτων. Δεν θα δεις βόμβες, δεν θα δεις αίμα…το αίμα στεγνώνει και μετατρέπεται σε Θάνατο μέσα στο σώμα, από μόνο του, με το πέρασμα των δεικτών του πολυμερικού λευκού κύκλου. Δεν υπάρχουν πλέον ανάγκες για κατακτήσεις και μπαρούτι: τα πάντα έχουν ήδη κατακτηθεί, τα πάντα είναι διαμοιρασμένα και μία υπόγεια πόλη έχει δημιουργηθεί κάτω από αυτό που βλέπει το μάτι ή οποία δεν ξέρει ακόμα να διοικεί τους από πάνω αλλά πρόκειται πολύ σύντομα να μάθει. Πολύ σύντομα…αδέρφια μου!
    Τώρα είναι όλοι μαζεμένοι μπροστά από το συντρίμμι που δείχνει η φωτεινή επιφάνεια, το πρόγραμμα έχει κρασάρει, δεν αντέχει άλλο τόση απώλεια, τα σκυλιά της επανεκκίνησης προσπαθούν να το τραβήξουν μέσα από τα άδυτα του κενού που του προσφέρει άπλετα το αθόρυβο κλέψιμο του Κουνταμπάφερ, κλέψιμο που – κατά προσέγγιση πάντα – έχει συμβεί πριν από δύο ημέρες. Οι λίστες εγγραφών υλικών δείχνουν πως τα περισσότερα προϊόντα βρίσκονται ακόμη στο κατάστημα – όλα καινούριες παραλαβές από δυνατούς φορητούς υπολογιστές της Χιούλετ Πάκαρντ – όλα εξαφανισμένα από προσώπου…αποθήκης.
   Ο Κουρήτης μπαίνει τρεμάμενος μέσα στην Αγία των Φωριαμών – εκείνο το μικρό, λιγδερό κουζινάκι των υπαλλήλων, βγάζει το μεγάλο μπλέντερ του που το έχει πάντα φυλαγμένο μέσα στο έπιπλο με τα εκατοντάχρονα Λέγκο που κάποιος είχε παρατήσει εκεί πριν από τρία χρόνια και το έχει φάει η σκόνη και η αποσύνθεση (σκηνικό που αυτομάτως το μετατρέπει σε έπιπλο αποθήκευσης για-ότι-μπορεί-να-φανταστείς), βγάζει την σακούλα με τους μπουμπουριστούς χοχλιούς της γιαγιάς Ριάνας, από τη μεριά της μάνας του που κατάγεται από τον Μάραθο Ηρακλείου Κρήτης – το γαμημένο είναι άδειο και αυτό σημαίνει πως πρέπει να επισκεφτεί το θερμοκήπιο στην αποθήκη, βγάζει το γουόκι τόκι και καλεί τον Γκόμεζ – σαν γνήσιο δεκανέα του καταστήματος -  να έρθει μαζί με δέκα άλλους στην Αγία για να προετοιμάσουν την προετοιμασία για το Βραδινό Δυναμωτικό Ρόφημα Καθυστέρησης Απογραφής (ΒΡΑ.ΔΥ.ΡΟΦ.Κ.Α).
    Η πόρτα ανοίγει διάπλατα και μέσα μπουκάρει ο Γκόμεζ πάνω στο ηλεκτροκινούμενο πατίνι που κάνει γύρω στα τετρακόσια ευρώ και το έχουν για επίδειξη στους πελάτες. Από πίσω του χύνονται δέκα μαντράχαλοι από την Τεχνολογία και τον Πολιτισμό που είναι πεινασμένοι και αδημονούν να δοκιμάσουν λίγο από το ΒΡΑ.ΔΥ.ΡΟΦ.Κ.Α. του Κουρήτη.
    Ο Κουρήτης, όντας απελπισμένος από την έλλειψη ΒΡΑ.ΔΥ.ΡΟΦ.Κ.Α. την περίοδο του πολέμου των πολυκαταστημάτων – του δικού του Μούλτιτσάμπα και των άλλων του Πλαισίου – αποφάσισε να φτιάξει ένα τεράστιο καλαμένιο κηπάκι στο τελευταίο διάζωμα της αποθήκης, κι έπεισε έναν φίλο του που έκανε προώθηση προϊόντων της Πάκαρντ στο Ηράκλειο Κρήτης, με αντάλλαγμα μία aging βιντεοκάμερα, να του κρατάει μία καλή γενιά από χοχλιούς, καλοταϊσμένους και παχουλούς. Ο Κουρήτης έχει πλέον γίνει διάσημος για τα ΒΡΑ.ΔΥ.ΡΟΦ.Κ.Α. του. Οι συνάδελφοι του κάνουν ουρά εδώ από την Γλυφάδα, τη Νέα Ερυθραία και τον Πειραιά, ακόμα κι εκείνοι που κάνουν εμετό και μόνο στη θέα ενός σώματος χοχλιού στην άκρη του πιρουνιού, μόνο και μόνο για να γίνουν μάρτυρες – του χόμπι των σερνάμενων πλασμάτων με το καβούκι, το μπλέξιμο του μαύρου χώματος με τα σκορπισμένα τρανζίστορ της Απλ, σειρές από μικρόβια που μόνο ο Χριστούλης θα ήταν ικανός να ξεκαθαρίσει, κι έχουν δει τα πράσινα εκείνα πλάσματα να φτάνουν σε βάρος τα τρία κιλά, ναι τρομερό κι όμως...καθόλου ψέμα.
    Ο Κουρήτης στέκει τώρα στην τουαλέτα του κυρίως καταστήματος και κατουράει, χωρίς να σκέφτεται σχεδόν τίποτα.. Μετά βάζει το σώμα του μέσα σε μία πορτοκαλί στολή (η οποία είναι ειδικά ραμμένη σε στυλ ποδιάς νοικοκυράς με το ίδιο το ύφασμα του Μούλτιτσάμπα) που την φοράει ανάποδα για γούρι, όχι πως έχει και κανένα νόημα, και περνώντας δίπλα από τα ζεστά και μυρωδάτα, ωστικά σώματα των οραμάτων του ουρλιαχτού του κεντρικού απογραφικού υπολογιστή, γλιστρά μέσα στο τμήμα της Τεχνολογίας.
    Κρύο μπαίνει από την κύρια είσοδο και τα δόντια του κροταλίζουν με αποτέλεσμα να μετακινούνται λίγο ακόμη τα σφραγίσματα του, ανεβαίνει πάνω στον σταθμό πληροφοριών του, στέκει εκεί για λίγο, κοιτάει το ποτάμι με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην οθόνη. Το φεγγάρι είναι ακόμη χαμηλά. Η νύχτα θα είναι γεμάτη με βροχή αλλά για την ώρα ο ουρανός είναι ακόμη καθαρός. Η λεωφόρος Σταδίου βρίσκεται στη θέση της, όπως κι εκείνο το μυστικό παράρτημα με το φωτοτυπικό στην απέναντι πλευρά του δρόμου, μέσα στη Σουτουά 69.
    Αυτοκίνητα παρκάρουν απέναντι από την κεντρική τζαμαρία, Πακιστανοί σταματάνε δίπλα από τα σκουπίδια και διπλώνουν χαρτόκουτες, γυναίκες βγάζουν βόλτα τα σκυλιά τους, γέροι βρίζουν και προχωράνε σαν μεθυσμένοι...«Μάνα μου κρύο!», ο Κουρήτης σκύβει και μπαίνει στην μυστική καταπακτή που οδηγεί στην υπόγεια, κρύα αποθήκη και κατευθείαν στο θερμοκήπιο με τους χοχλιούς του. «Χριστέ μου πάγος!». Ο δρόμος τρίζει πάνω από το κεφάλι του. Τα γιγάντια σαλιγκάρια στριμώχνονται σε τσαμπιά πάνω στο χώμα, στους πρόποδες του τοίχου, πάνω σε κούτες, λαμπερά γλοιώδη και σκούρα πράσινα με ραβδώσεις. Οι συνάδελφοι του από πάνω ξεροσταλιάζουν για ένα παραδοσιακό, Κρητικό δείπνο. Αυτή η παγωμένη απογραφή δεν θα πρέπει να είναι πιο σκατά από την προηγούμενη - Είναι όμως έτσι; Κάπου εκεί, ανατολικά του πολυκαταστήματος, κοντά στις τηλεοράσεις, δίπλα από το ροζ γλυπτό του Πολ Πουστόνεο που απεικονίζει έναν ορίζοντα του Λονδίνου, κάτι έχει μόλις λάμψει, πολύ φωτεινά. Σαν ένα νέον φωτοστέφανο, σαν μία οπή πάνω από το κεφάλι του, ένα αστέρι, τόσο έντονο. Εκείνος ο άντρας του είναι άγνωστος, κι όμως φοράει εκείνο το βλάσφημο καπέλο (τραγιάσκα), εκείνο με το μαγικό ύφασμα. Το φωτεινό σημείο πάνω από το κεφάλι του έχει γίνει μία ευθεία γραμμή, σαν κλειτορίδα – αλλά αυτό δεν το βλέπεις παρά μόνο μετά που θα το έχει καταγράψει το μάτι..
    Θα πρέπει να είναι τώρα δίπλα από τις φωτογραφικές μηχανές...τουλάχιστον τόσο μακριά...από δίπλα των στερεοφωνικών και να και τα σκονισμένα πληκτρολόγια...Ποιος να είναι; Τίποτα σαν αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Αλλά ο Κουρήτης το ξέρει, τελικά. Το έχει δει σε κάποια συγκεντρωτική μηνιαία αναφορά, μόλις πριν από δέκα μέρες...είναι ένα ίχνος Απόλυτης Κλεψιάς που έχει κάνει την εμφάνιση του ακόμα και τώρα που το κατάστημα είναι κλειστό και γλύφει τις πληγές του…ακόμα και τώρα ρε πούστηδες. Είναι ήδη διακόσιες χιλιάδες ευρώ μείον. Αλλά δεν είναι κανένας τυχαίος ηδονοβλεψίας βιτρινών. Οι Υ.Β. δεν κάνουν τόσο παράξενες εμφανίσεις εν καιρώ απογραφής.
    Αυτός είναι ο νέος και άκρως μυστικός Κλεφταράς κι Αρματολός του Πλαισίου – ένα Κουνταμπάφερ με τραγιάσκα που γυαλίζει με το μαγικό του δέρμα πάνω στο κεφάλι, έτσι ώστε όταν το βλέπεις στην κάμερα να μην διακρίνεις κανένα κεφάλι παρά μόνο ένα αστέρι, μία λάμψη, μία ρωγμή, ένα λαμπερό αιδοίο.
     «Την γαμήσαμε». Αυτό το είπε σχεδόν ψιθυριστά, ή μήπως απλώς το σκέφτηκε; Σφίγγει το κουρελιασμένο κορδελάκι του προϊσταμένου, το καρτελάκι με το όνομα του τρίζει και πέφτει στο μαύρο πλακάκι με κρότο. Κοίτα, η ακτίνα εκείνων των πραγμάτων είναι τρομερή, πάνω από 200 μέτρα. Δεν μπορεί όμως να γίνει ίχνος Απόλυτης Κλεψιάς σε πάνω από 200 μέτρα, έτσι δεν είναι; Αχα! Α, μα πως; Πέρα από την ευθεία της Καραγεώργη Σερβίας, μέσα στο σκότος της νύχτας, πιο βόρεια, το φεγγάρι εκεί πέρα, που μόλις έχει σηκωθεί πάνω από την Τουρκία, χτυπά το πρόσωπο του Κουνταμπάφερ, την ολοκαίνουρια κορδέλα και το ταμπελάκι, τα κάνει να λαμπυρίζουν δοξασμένα πέρα από τον Κόκκινο Πύργο, μέχρι την ναυαρχίδα του Συντάγματος. Η Απόλυτη Κλεψιά έχει σταματήσει τώρα την πορεία της προς το μάτι. Αυτό θα πρέπει να είναι η αντιστροφή της πώλησης, τέλος της έρευνας του πλαγίου ματιού, πως είναι η δική τους φράση; Ανασυρτάριασμα και στόχος, παρακολούθηση κι επανάληψη. Εμείς δεν έχουμε τέτοια φράση. Η φράση είναι απόλυτα απόρρητη και δίνει δύναμη στους κόκκινους δαίμονες του Πλαισίου. Η βάση της κλειτορίδας, το αρχικό αστέρι, έχει ήδη αρχίσει να σβήνει μέσα στο νέον χάραμα του Μούλτιτσάμπα. Αλλά η Απόλυτη Παρακολούθηση θα έχει ήδη ολοκληρωθεί προτού ο Κουρήτης δει τον ήλιο να σηκώνεται για τα καλά. Ο ατμός, χλωμός, διασπασμένος σε πολλές κατευθύνσεις, δίπλα από τα Μόλσκιν, στέκει ακόμα μπροστά από τις τηλεοράσεις. Ήδη το Κουνταμπάφερ έχει αρχίσει να κάνει αρνητικό Marketing, λόγω της αρνητικής ψυχολογίας. Αλλά αόρατο πια. Θα κλέψει και θα σουφρώσει ότι βρει μπροστά του αν το άφηνες – αυτό σου λέει η παρουσία του έξω από τη βιτρίνα και μέσα στις σκιές, κολλημένο με την βαριά του καμπαρντίνα πάνω στο λευκό μάρμαρο. Μέσα στις ειδικές, απύθμενες τσέπες του, στο σαν νιτσεράδα, παλτό του. Μπορεί να πρέπει να κάνει κάτι...να επικοινωνήσει με τη Μαγούλα, με κάποια τυχαία αίθουσα ελέγχου, εκείνοι ήδη θα πρέπει να το έχουν εντοπίσει στην CCTV – όχι: δεν υπάρχει χρόνος, δεν είναι ούτε πέντε λεπτά από τις τηλεοράσεις ως εδώ στην αποθήκη (όσο θέλεις να σουλατσάρεις μέχρι τη Βουλή και να πάρεις καφέ με γλίτσα μαρμελάδας, όσο κάνει ο ήλιος να καλύψει μία μυρμηγκοφωλιά...καθόλου χρόνος).
    Να τρέξει με τα πόδια; Να ειδοποιήσει τους άλλους με το μαραφέτι; Το γουόκι τόκι που στο διάολο το άφησε πάλι; Αυτό θα κάνει, θα μαζέψει χοχλιούς. Περπατάει τώρα βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο σκατόχωμα της αποθήκης. Είναι έτοιμος να χεστεί. Το Κουνταμπάφερ, σε υποθετικό ύψος αρνητικών πωλήσεων που φτάνουν το πεντακοσάρικο, θα πρέπει να έχει φτάσει στην κορυφή του αρνητικού του ψυχο-πολέμου τώρα...αρχίζει να πέφτει κι άλλο...τώρα...οι τσέπες του είναι πλέον γεμάτες με ότι μπορείς να φανταστείς. Το αστείο είναι πως η ιδέα να συνδέσουν τον κεντρικό υπολογιστή της απογραφής με τα ηχεία της οροφής ήταν δική του. Γαμώτο! Τώρα τα αυτιά του πονάνε από τα ουρλιαχτά του προγράμματος που συνεχώς κρασάρει.  
    Κανένα σύστημα ασφαλείας δεν μπορεί να την πιάσει αυτή την τραγιάσκα. Το πορτοκαλί νέον φως διαπερνά τους σκελετωμένους γέρους υπαλλήλους, τα γαλακτώδη πρόσωπα των μοδάτων νοικοκυρών του ταμείου, που θέλουν να περνιούνται για κουλτουριάρες κοιτώντας περιλήψεις γυαλιστερών εξώφυλλων, αντανακλούν τα πάντα με καλοκάγαθο τρόπο. Πως είναι δυνατόν να υπάρξει ένας τόσο δύσκολος καιρός – ας πούμε αυτός εδώ – τόσο σάπιος και μαύρος που να μπορεί να διαβρώσει ετούτα εδώ τα πλαστικά βουνά των προϊόντων που τραγουδούν μέσα στον αγέρα του κλιματισμού, ή να γκριζάρει αυτά εδώ τα τεράστια παράθυρα από γυαλί, που οδηγούν σε μία άλλη δεκαετία, όσο βρώμικα κι αν είναι;
    Ο Κουρήτης κοιτάζει το χοντρό του ρολόι που πιάνει όλο του τον καρπό. Τίποτε δεν έχει κλαπεί ακόμη – απλά τα φαντάζεται, φοβάται και τρέμει, η κύστη του τον πονάει όπως και το έντερο του. Οι πόροι στην βάση του κώλου του τον τσιμπάνε. Χωρίς να σκέφτεται τίποτα – κόλπο των Κομάντο των Προϊσταμένων – εισέρχεται μέσα στην υγρή ωοθήκη του κήπου του, κι αρχίζει να μαζεύει τα πιο χοντρά και τα πιο ώριμα σαλιγκάρια. Έχει κάνει τη στολή του ποδιά με το μαγικό ψαλίδι της Εύας του και τα ρίχνει μέσα. Έπρεπε να είχε πάρει μία πορτοκαλί τσάντα, τώρα θα γίνει χάλια πάλι. Επιτρέπει στο μυαλό του να μετράει μόνο χοχλιούς, περνώντας με την αερόσολα του ανάμεσα από χοντρά τσαμπιά, ανάμεσα από εκείνους τους χοντρούς πράσινους βολβούς από σάρκα, κέλυφος και μύξα, μέσα σ' αυτό το υπόγειο λυκόφως...Πάλι πάνω στον πολυκαταστηματικό βρωμόκαιρο. Να είναι καλά η γιαγιά Ριάνα που του είχε δώσει τους αρχικούς χοχλιούς και τώρα είχε φτιάξει έναν ολόδικο του στρατό από τέρατα με καβούκια.
    Η τραγιάσκα έχει εξαφανιστεί εντελώς από το τμήμα των τηλεοράσεων που καθρεπτιζόταν τόση ώρα. Ο ιδρώτας του Κουρήτη κάθεται στο δέρμα του παγωμένος και γεμάτος σκόνη. Ανάβει τσιγάρο (έχει πάντα ένα πακέτο καβάτζα μέσα στο θερμοκήπιο για τέτοιες ώρες…μάλλον πως δεν πρόκειται να το κόψει ποτέ πριν αυτό τον κόψει για πάντα) χωρίς να δίνει σημασία στους αισθητήρες του ταβανιού. Το κρύβει μέσα στην παλάμη του. Δεν πρόκειται να το δεις να περνάει την έξοδο. Εργάζεται πιο γρήγορα από την ταχύτητα του ματιού. Το πρώτο που καταλαβαίνεις είναι το Φως στο Κεφάλι. Έπειτα, αν είσαι ακόμη υπάλληλος ή άνθρωπος ή κάτι ανάλογο, ακούς τον ήχο που κάνει καθώς έχει πιάσει το Απόλυτο Μείον, την Απόλυτη Κλεψιά ή μάλλον την Απόλυτη Σαπίλα. Και αν το Κουνταμπάφερ σερνόταν ακριβώς μέσα σου – ωχ Παναγία μου, όχι – για μερικά δευτερόλεπτα θα αισθανόσουν την φρεσκάδα της καμπαρντίνας του, τη μυρωδιά του μαλακτικού, την σκληρή του ματιά, με την φοβερή του σπιρτάδα, να σε χτυπά στην κορυφή του κρανίου...στην νοημοσύνη σου. Ο Κουρήτης σκύβει σαν Κουασιμόδος καθώς ανεβαίνει την γυριστή σκάλα της αποθήκης...







    Ήταν μάλλον Τετάρτη όταν τα άγρια, πεινασμένα περιστέρια είχαν μπει από τα μισάνοιχτα παράθυρα της Σουτουάς 20, στο μικρό, στενό χώρο του φωτοτυπικού, έσκισαν με τα ράμφη τους όλα τα χαρτιά και τις συσκευασίες μέσα στον κάδο δίπλα από το γραφείο, οι σίτες στα παράθυρα είχαν πέσει από τα έντονα φτερουγίσματα, με τα μάτια τους, που γυρνούσαν σαν μπίλιες που κάποιος τις έχει περάσει με λάδι, απαλά με το δάχτυλο και προσεχτικά για να μην τα πληγώσει, μέσα στις εσοχές των ισχνών τους κεφαλιών· ράγισαν ξαφνικά την επιφάνεια της ακινησίας εκεί μέσα, τα ξημερώματα, όταν η πόλη σηκωνόταν αργά από έναν ύπνο που κρατούσε δεκαετίες, με έναν ζεστό, σιγανό μεταμερισμό των αναγκών της, των οποίων η αύρα στάλαζε γύρω της μία πάχνη κάποιου σπουδαίου αλλά νεκρού γεγονότος, του οποίου τη μνήμη όλοι είχαν λησμονήσει πια. Τότε ήταν η στιγμή που είχε τολμήσει να εισχωρήσει μέσα στα συμβάντα του κλουβιού του στέρνου, όπως ήθελε η μειωμένη του τόλμη, μέσα σε γκρεμισμένα πέτρινα χτίσματα, στερεωμένα με ξερή λάσπη, χωρίς όμως να καταφέρει να διαρρήξει με τον πολιορκητικό κριό της πρωινής θέλησης, την μυστική είσοδο, όπως είχε προηγουμένως προτείνει στον εαυτό του, γιατί ήξερε πως ήταν αρκετή μία ανάσα από το πληγιασμένο του στόμα για να πέσουν, να υποχωρήσουν μέσα στα χάρτινα κασελίκια τους, οι φαινομενικά δυνατές πόρτες από σίδερο που στα εφηβικά του χρόνια είχαν σταθεί σε καταιγίδες κι επιθέσεις του θανάτου και της θλίψης και να φανερωθεί το χάος των συνδέσεων της καρδιάς του ή ίσως το κενό – κρύο, παγωμένο, και γλιστερό.
    Ήταν λες κι έμπαινε τώρα σε μία άλλη εποχή, γιατί ο άνεμος που ερχόταν από το κλιματιστικό ήταν αραιός όπως μέσα σε πηγάδι γεμάτο με συντρίμμια από το περσινό πέρασμα του πόνου και η σιγαλιά του πρωινού ήταν ακόμα πιο αρχαία έτσι που όλα τα αντικείμενα μέσα στο μικροσκοπικό γραφείο να μοιάζουν εξασθενημένα σαν πλάσματα ενός άλλου πλανήτη. Σε όλο το μήκος του πολύ στενού γραφείου-φωτοτυπικού, που οι ψεύτικοι τοίχοι είχαν σχεδόν πέσει από την πίεση που ασκούσε η ξεχαρβαλωμένη ξύλινη οροφή του παταριού, βλέπουμε τον φύλακα αυτής εδώ της περιοχής, τον καταληψία του μέρους – ένα μάτσο με κλειδιά παρατημένα πάνω στο πλαστικό επίθεμα του μεγάλου μηχανήματος φωτοαντιγράφων, τα ντουλάπια να ξεχειλίζουν από παντός είδους κιτρινισμένων φακέλων, ο πάγκος που έχει μετατραπεί σε γραφείο με χοντροκομμένα κομμάτια ξύλου καρφωμένα πρόχειρα μεταξύ τους,  πιάτα γεμάτα με ξεραμένα φαγητά αφημένα πάνω σε κηροπήγια, σκοτεινά σημεία που ενώνουν με το πατάρι όπου στεγαζόταν η Εθνική Υπηρεσία Διανομής Τουριστικού Καταλόγου, δύο αφίσες του ΕΟΤ πίσω από το πιο βρώμικο και τελευταίο έτος της δεκαετίας του ογδόντα, που είχαν ξεμείνει εκεί τόσα χρόνια, ανάμεσα από υπομνήματα και χορτιαριασμένα από τα ακάρεα πρες παπιέ που η συνηθισμένη τους χρήση ήταν για την απειλή κάποιου ενοχλητικού παιδιού ζητιάνου, αργό και βαρύ σαν την πιο αργόσχολη ζωή του κόσμου. Στη μέση ακριβώς υπάρχει ένας τσίγκινος κουβάς που κολλάει από τη βρώμα, όπου περισσότερες από πέντε γενιές στελεχών του Χ.Ρ.Ι.Σ.Τ.Ο.Υ.Λ.Η. είχαν μετατραπεί σε γενναίες νοικοκυρές που έβγαζαν πολεμικές ιαχές, πιο μέσα βλέπουμε τον «καλόγερο» των παλτών που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα χαρτόκουτο που ρίχνουν μέσα όλοι τα πανωφόρια τους, μεταμορφωμένο σε θυσιαστήριο, ανάμεσα από τα μαραμένα φύλλα των χρυσάνθεμων μέσα στο θολό νερό του γυάλινου βάζου που έχει πιάσει να γεννάει πεταλούδες, τις σπασμένες κόρνες από τα ρώσικα ποδήλατα που μάζευε ο προηγούμενος ενοικιαστής αλλά που κανείς δεν είχε βαλθεί να πετάξει στα σκουπίδια ποτέ – ευρήματα από την εποχή του ήρωα, το μπαούλο της χολέρας, το καροτσάκι από τη χρονιά του Ουρανού, τις στάχτες των νεκρών από τον καιρό της Χρυσής Εποχής, το αυτοκίνητο του χασάπη από τον τελευταίο αναστεναγμό του πολέμου, όλα σε πολύ καλή κατάσταση κάτω από πεθαμένα έντομα και περασμένα ένα βερνίκι αυτοκρατορικής λήθης.
    Πιο μέσα – αλλά πόσο πιο μέσα να πάει κανείς σ’ αυτήν εδώ την ντουλάπα της μαϊμούς – πίσω από σιδερένιες σφραγίδες, στέκονται τα πολυμερικά άνθη, πυρακτωμένα από την κιτρινισμένη πιτυρίδα των επισκεπτών, που στη σκούρα τους αντανάκλαση ροχάλιζαν την παλιά δόξα των πολυκαταστημάτων οι σάπιοι κάπελες, κι είχαν αυγατίσει τόσο πολύ από την ουραιμία, την αμνησία και το παραστράτημα, που μόλις ήταν δυνατόν να διακρίνεις μία σπιθαμή χωρίς μικρόβια μέσα σε εκείνον τον αποχρωματισμένο αέρα, μπερδεμένο με την δυσοσμία που κατάφθανε από κάτω του τραπεζιού με τις γεμάτες σοβάδες γλάστρες, την αηδία από το σαν χοιροστάσιο τραπέζι των αρχιτεκτονικών σχεδίων και το ξεροστάλιασμα των ούρων που ερχόταν από την είσοδο της στοάς. Υπάλληλοι και πελάτες – εδώ έχουμε ένα παρανοϊκό, αρχαίο παράρτημα του καταστήματος του Συντάγματος που απλά εξυπηρετούσε όσους ήθελαν να φωτοτυπήσουν κάτι στα γρήγορα – χαζεύουν την αποικιακού ρυθμού αρτοκλασία που έφτιαχνε το μωσαϊκό, που πλέον περισσότερο έμοιαζε με καταστροφή μετά από εγκέλαδο.
   Καθώς προχωράς μέσα στην οργιαστική βλάστηση του σοβά, βλέπεις την σαν αψίδα αφίσα των παλαιών οχημάτων του ΚΤΕΛ Αττικής, με τις γιγαντιαίες γαλαρίες και τα στρογγυλά φανάρια, από πίσω τους ακριβώς ίσα που ξεχωρίζεις τις παράγκες των γυναικών του δρόμου, τα πολλά και διαφορετικά απομεινάρια των σπιτιών της εποχής του ’91, καταλαβαίνεις τον ρυθμό που δούλευαν οι γραφομηχανές - και να σκεφτείς πως εκεί μέσα έχουν πεθάνει πάνω από διακόσοι νοματαίοι από όλες τις μεριές της χώρας μας - ένα τσούρμο από καθυστερημένα κουνάβια έχουν γεννηθεί δίπλα από τις ρόδες, βλέπεις την αταραξία της ειρήνης που είναι πιο κοφτερή από την αταξία του ύπνου, αντικρίζεις αυτοσχέδιες κουζίνες και πλυσταριά, κοτέτσια, παραχωμένες αποθήκες που καίγονται μέσα στο φως της αυγής, σκισμένα ιμάτια που έχουν γίνει ξεσκονόπανα και σαπίζουν παραχωμένα σε τασάκια και κουβάδες ξεραμένης μπογιάς, αφημένα σε γούρνες από αίμα, την προοπτική του απόπατου απέναντι, που είναι ίδιος για τις εκδιδόμενες αλλά και για τους υπαλλήλους, και στο πιο μέσα μέρος ξεκαθαρίζεις τα εκ Μεσοποταμίας δέντρα από χαλκό που είναι φυτεμένα μέσα σε κήπους τριχών, με το ίδιο τους το γενετικό υλικό θαμμένο, τα υγρά και τις απαλές βροχές που πέρασαν πάνω από το χερούλι της πόρτας του οδηγού, και πέρα από τα δέντρα εκείνα βλέπεις το Δημαρχείο του Εγκλεισμού, τεράστιο και λυπημένο, από τα θρυμματισμένα δόντια ραφιών που ανάμεσα τους μπαινοβγαίνουν ακόμη τα σκουλήκια και οι μουσούδες των νυχτοβίων.
    Δεν χρειάζεται όμως να σπάσουμε τη πόρτα, όπως στην αρχή μπορεί να είχε κάποιος πονηρός σκεφτεί, γιατί το γραφείο είναι φανερά βιτρίνα κάποιου άλλου, πολύ πιο κρυμμένου πράγματος - ρουφάει τις φωνές των μυρμηγκιών, έτσι που όταν ανεβαίνει κανείς στο στενό πατάρι μέσω της σιδερένιας σκάλας, το κόκκινο έχει πλέον ξεθωριάσει από τις σόλες και το τρίψιμο των χεριών – που ξεκινάει από την είσοδο μέχρι και την τελική γωνία της ψευδοροφής, ξεκαθαρίζεις ρημαγμένα βιβλία απουσιών γυμνασίου, μηχανήματα κάρτας εργασίας, εργαλεία ευθυγράμμισης άξονα, από όπου είχαν περάσει, πάνω τους, ξεδιάντροποι βιαστικοί συμβολαιογράφοι και δικηγόροι, κραδαίνοντας λαδωμένες τυρόπιτες, λεκιάζοντας τις βαριές βελούδινες κουρτίνες που είχαν ξεμείνει εκεί από τον καιρό του Τρικούπη και χαρχαλεύοντας τους ανομοιόμορφα σφραγισμένους τραπεζίτες μέσα στο σάρκινο σπήλαιο με σακατεμένα δάχτυλα, να περιμένουν τη σειρά τους για την φωτοτυπία κάποιου επείγοντος εγγράφου.
    Η στοά Πεσμαζόγλου, αν την έβλεπες από ψηλά και είχες καταναλώσει μερικά αξιοπρεπή ψυχαδελικά προϊόντα, σχημάτιζε ένα εννέα που στο κεφάλι του ξάπλωνε ένα Γ. Το μάτι μπορούσε να το δει αυτό από ψηλά και το ερμήνευε αμέσως σαν το γράμμα Ρ του ελληνικού αλφαβήτου που αντιπροσώπευε την επίσημη, δεύτερη είσοδο εκείνων των υπόγειων πλασμάτων που όλοι έκαναν πως δεν γνώριζαν για την ύπαρξη τους:

    Το γραφείο διανομής καταλόγου βρισκόταν ακριβώς στην απόληξη του ανάποδου έξι, στην άκρη του «κώλου» της στοάς – ανάλογα από πού το κοιτάς μπορεί να είναι και το στόμα της. Τα γκρίζα, σκοροφαγωμένα προφίλ των καταλόγων του ΟΤΕ σχημάτιζαν περιγράμματα από φανταστικούς πίνακες διάσημων μαχών - αγίων και στρατηγών πρόσωπα - ανάμεσα από ημιδιάφανα έπιπλα και φρέσκες κουράδες φερμένες από το πεζοδρόμιο, μισή τραπεζαρία αφημένη δίπλα σε μία απομίμηση αγελάδας από κερί, ένα μουσικό κουτί σε σχήμα καρδιάς, ένα φιλντισένιο αυγό, ένα μίνι τραπέζι του μπιλιάρδου που πάνω του κάποιος έχει ρίξει ένα βουναλάκι από ξηρά τροφή για τις γάτες της στοάς. Σε μία γωνία που δεν είναι ακριβώς γωνία, κάθεται ένας ανεμιστήρας, από εκείνους που χρειάζονται τρία βαριά βιβλία πάνω στην οροφή τους για να σταθεροποιηθούν σε ένα σημείο και να μην χορεύουν, σαν ένδειξη ή σαν προειδοποίηση, έτσι ώστε να αντέχουν οι άνθρωποι που δουλεύουν εδώ, δηλαδή οι δύο άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι για την ορθή λειτουργία του, την μπόχα του μη συντηρημένου για χρόνια κλιματιστικού, μία νοσταλγία χαμένη μέσα σε θάλασσες ιδρώτα, κλουβιά αναποδογυρισμένα χωρίς ζώσα ψυχή μέσα τους, σκεπασμένα ακόμα με καραβόπανο από κάποια νύχτα της προηγούμενης δεκαετίας, αμέτρητα σπασμένα γυαλιά ποτηριών, ένα τεράστιο βαλσαμωμένο ελάφι αφημένο μέσα σε μία κοιλιά χαλασμένης τηλεόρασης, έναν χάρτη της πόλης που δεν φανταζόταν την εξέλιξη εκείνης της μάλλον Τετάρτης που μόλις είχε αρχίσει να δημιουργείται μέσα στη μνήμη της, πέρα από τα τείχη της, μέσα στην ευθεία του ορίζοντα. Παντού σβησμένες λακκούβες από στάχτη στην ατελείωτη χέρσα περιοχή της εισόδου λίγο πριν από τον ωκεανό του αλλαγμένου μοτίβου του εδάφους.
    Μέσα σε εκείνον τον χώρο που μόνο οι πολύ δοσμένοι στη δουλειά τους και τυχεράκηδες του κόσμου, είχαν την δυνατότητα να αναπνέουν και να διεισδύσουν, αισθάνθηκαν για πρώτη φορά την μυρωδιά του φρέσκου αίματος που έπεφτε πηχτό από το στόμα των περιστεριών, αφουγκραστήκανε το αιωνόβιο άσθμα τους, τους συναγερμούς των κουρνιαχτών τους και, παίρνοντας στο κατόπι τον άνεμο της σαπίλας του κλιματιστικού και των φτερών τους, βρήκαν στα συρτάρια αναφορές και κομμάτια από ανθρώπινα οστά, που τα μοτίβα τους επαναλαμβάνονταν αμέτρητες φορές μέσα στους καθρέπτες του αλουμινίου του εσωτερικού τους.
    Αυτός εδώ ήταν και ο μόνος που μπορούσε να χειριστεί το τερατώδες, παλιό φωτοτυπικό και να αντέξει όλη αυτή την πληροφορία ενός τόσο μικροσκοπικού χώρου εργασίας – ο Πρακτικάριος Πίτσας ήταν μόνο για το θεαθήναι εδώ, να του φέρνει κανένα καφέ, εφημερίδα, κουλούρι με σουσάμι συν τσιγάρα συν κόκα κόλα ή να γεμίζει τα σωθικά του φωτοτυπικού με χαρτιά Α4 όταν χρειαζόταν. Ο τετραγωνισμένος πολτός έχει πάνω του μία κάθετη συνοχή μελανής γραμμικής οπτικής ακολουθίας, τα κάτω άκρα του είναι σε ευθυγράμμιση με το ξύλινο, μαύρο επίπεδο, ακριβώς απέναντι του πορτοκαλί σε απόχρωση όρθιου πύργου που είναι φτιαγμένος από σκληρό, ινώδη, δομικό ιστό. Το άνω του άκρο είναι τυλιγμένο και ξεραμένο, τετράγωνο και πολτοειδές. Πίσω του κρύβει επιμελώς ένα σύνολο πενήντα φετών ενός γαλανού γραμμικού πλέγματος. Το σπήλαιο που είναι υπερυψωμένο, δηλαδή το πατάρι, κατακλύζεται - κεύθει εντός του - πολυμερικά τετράγωνα που εσωκλείουν δισκία τα οποία χρησιμοποιούνται για την εκδίωξη του πτηνού Κολούμπια Λίβια. Τα άνω άκρα του ανασκαλεύουν τον τετράγωνο πολτό που στην πρόσοψη του βρίσκει κανείς μία αποτύπωση δημοφιλούς απεικόνισης μελωδικού κύματος. Το κρατάει ανάποδα ο ηλίθιος ο Πίτσας – είναι το οπισθόφυλλο ενός δίσκου των Κουίν – που δεν μπαίνει καν στον κόπο να διαβάσει τον τίτλο. Εδώ μέσα μπορείς να βρεις και τα ίδια τα σφραγισμένα δόντια του Φρέντι, λέει από μέσα του και βρίσκει αυτομάτως το σχόλιο του ανεπίκαιρο και υπερβολικό. Το άνω μαλακό σύμπλεγμα του Πίτσα ηλεκτρίζεται και αποκληρώνει δεδομένα μη γραμμικής φύσεως. Διενεργείται μία επιτυχής εύρεση ελάσσονος τετράγωνου πολτού. Μπράβο αγόρι μου! Του ρίχνει μία ελαφριά φαπίτσα. Ο χώρος του άνω σπηλαίου είναι απόλυτα κατειλημμένος με σύνολα πόνου που εξασφαλίζουν την ομαλή ροή της ψυχαγωγικής τους ηλεκτρόλυσης του μαλακού στοιχείου του άνω οστού. Εκείνος εκτελεί μία εντολή ενός θηλυκού συνόλου πόνου πάνω στην φωτεινή επιφάνεια και ρίχνει μία ανεπαίσθητη ροχαλίτσα στο πάτωμα, χωρίς όμως να τον δει κανείς.
    «Γαμώ τα γαμωπερίστερα!» μουρμουρίζει ο Πρακτικάριος Πίτσας καθώς προσπαθεί να τα διώξει με τη σκούπα που στην άκρη της δεν έχει μείνει σχεδόν καμία τριχούλα από πλαστικό. Ξεδοντιάρες. Μέσα στο γραφείο, πίσω από την καρέκλα, πάνω στο πατάρι, είχε κρεμασμένη την πορτοκαλί στολή του καταστήματος από του οποίου στην ουσία ήταν εξορισμένος – σε αυτή την καταραμένη ντουλάπα-αποθήκη-φωτοτυπείο. Κανονικά θα έπρεπε να είναι προϊστάμενος Πολιτισμού τώρα, μετά από τόσα χρόνια, στον τέταρτο, πολυτελέστατο όροφο του Μουλτιτσάμπα του Συντάγματος. Το πτυχίο του δασκάλου ήταν ακόμα μέσα στο φάκελο, άχρηστο και παράταιρο με το παρόν. Τον είχαν όμως κολλημένο εδώ, να ρίχνει φάπες στις μύγες και στους πρακτικάριους και να νταντεύει τον Πίτσα. Το τελευταίο υπόμνημα έλεγε πως έπρεπε να παραμείνει στη θέση του μέχρι νεωτέρας. Δεν ήταν εύκολο να ανακαλύψεις εκείνο το τομάρι όταν ήσουν καρφωμένος εδώ, εκείνον εκεί που είχε σαν όνειρο να δει κάποτε όλη την Αθήνα με χρυσά ντεπόζιτα να λάμπουν στον Αττικό ήλιο μεγαλοπρεπώς σαν τον χειρότερο, νυχτερινό εφιάλτη του Σαρλ-Εντουάρ Ζανρέ-Γκρι .
    Το γραφείο ήταν χωνευτό μέσα στην ψευδοροφή κι εκεί τον έβλεπες με το λινό του πουκάμισο μέσα στο καταχείμωνο, χωρίς διακριτικά του καταστήματος, με το κορδονάκι παρατημένο δίπλα από μία ρέπλικα ενός τροχού Φέρις, το ταμπελάκι με το όνομα του μέσα στο γεμάτο με ξεραμένο αναψυκτικό τασάκι έγραφε: Δημήτρης Χορνιόπουλος, Σύμβουλος Πωλήσεων Βιβλιοπωλείου. Όμως όλοι τον ήξεραν «Χόρνι» – ακόμα και η συχωρεμένη του γιαγιά έτσι τον φώναζε. Τα παπούτσια από δέρμα μαύρου κροκόδειλου που του είχε κάνει δώρο ο θείος του ο οποίος τα φορούσε την περίοδο ’89-’91 στο χωριό, στο καφενείο της Ροδούλας κάθε Σάββατο βράδυ πριν καβαλήσει το καλολαδωμένο Ντι-Τι, και τύχαινε να φοράνε το ίδιο νούμερο, το χρυσό σταυρουδάκι στο λαιμό από τη βάπτιση του (ναι υπάρχει ακόμη ελπίδα Ιωσήφ Τσεπέτο), πιο παλιός από όλους τους παλιούς υπαλλήλους των πεντακοσίων ευρώ, σε ξηρά και θάλασσα, Δύση και Ανατολή, Βορρά και Νότο, ξαπλωμένος σχεδόν στο πάτωμα του παταριού, μπρούμυτα, με το δεξί του χέρι κάτω από το κεφάλι του για μαξιλάρι, να τον έχει σχεδόν πάρει ο ύπνος, όπως πάντα έκανε ετούτη την δύσκολη ώρα του ανοίγματος, για να μπορέσει να ξυπνήσει καλύτερα. Ένας ύπνος ήταν πάντα αποτελεσματικότερος και από τον πιο δυνατό καφέ, συνήθιζε να λέει στους πρακτικάριους που τους ανάγκαζε να φυλάνε τσίλιες τα πρωινά στην είσοδο του φωτοτυπείου, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να αποφύγει την κατσάδα από τον Διευθυντή Θαντέρα που τον έβλεπε να κοιμάται από τις κάμερες. Τελικά εκείνη η ικανότητα του στην Παντοφλολογία δεν του είχε χαρίσει κανένα δωρεάν εισιτήριο στην λούφα.
         Ο πιο σωστός τρόπος να τους τρομπάρουν το στρες της βρωμερής παντόφλας είναι να βάλουν κάποιον ειδικό να αναλάβει γι' αυτούς το βάρος των εξαντλητικών μυκητιάσεων τους...να καταρρέει γι' αυτούς μέσα σε άγριες, τροπικές καταιγίδες αναδουλειάς, στις παραισθήσεις τους μέσα από ατσάλι, να χλαπακιάζει τα απομεινάρια των κλαμπ σάντουιτς τους, να κατουράει στις εισόδους των πολυκατοικιών τους, να έχει τις ανικανότητες στύσης τους, να αγκαλιάζει τις σκέψεις εκείνες που οι γιατροί της Ανώνυμης Συντροφιάς βρίσκουν ακατάλληλες....να τρέμει όλα εκείνα που αυτοί δεν έχουν καμία διάθεση να τρέμουν γι’ αυτά...σκεφτείτε τα λόγια του τρομερού Ιπτάμενου Μοναχού Πάσσαρη:
    «Δεν είναι δυνατόν να κουμαντάρεις ένα ολόκληρο πολυκατάστημα με βάση μόνο τη μυρουδιά απ' τις παντούφλες σου».
    Απλώς σιγομουρμούρισε τον εθνικό ύμνο του τμήματος σου και προσπάθησε να μην λιποθυμήσεις. Μετά θα είναι έτοιμος να κάνει βαρελάκια σ' όλο το κατάστημα, με τα πόδια ψηλά, και θα κραδαίνει ένα καρπούζι από αφρό, τη χοντρή μύτη και τη γραβάτα του Μητσοτάκη, σίγουρα με Μαξ Σρεκ ύφος, ενώ η  χορωδία θα γκαρίζει άλλο ένα κουπλέ από...καμιά αυτοσχέδια βλακεία. Για σάλτσα, θα υπάρχει και μία οπτασία οράματος, φαινομενικά πραγματική κάπως, που θα μπουσουλάει προς την οθόνη πάνω απ' το τμήμα της Μουσικής, δίπλα απ' τα κρανία των πελατών, πάνω στις ράγες μίας κομψής απομίμησης του ΟΑΣΑ που θα θυμίζει πολύ το ανφάς ενός σκουληκιού απ' τα Γουόρμς αλλά καθόλου με κιτς ανομοιότητα δοσμένο – και μετά θα τρέχει πάλι προς το τμήμα με τα ακουστικά του ιντερνέτ, μέσα και πάλι έξω, οι οπτασίες θα αλλάζουν χρώματα πολύ γρήγορα, τόσο άξαφνα, που το σιέλ σου χρώμα της πατούσας που έχει μείνει καιρό μέσα στο παπούτσι, θα έχει μία τάση να πρασινίζει λίγο απ' την σήψη, όπως λένε.
    Οι εικόνες αυτές είναι παραπήγματα απ' τη ζωή του Χόρνι ως επίτιμου Παντοφλολόγου, και η βάση τους είναι από τότε που αναλωνόταν μέσα στα Κέντρα Νεότητας κάποιας βλεννώδους επαρχίας κι είχε ήδη μετουσιωθεί σε ένα βδελυρό εξόγκωμα στην άκρη της πλάτης του. Ήξερε από καιρό πως πολλές απ' τις εναλλασσόμενες παντοφλομυρουδιές που μύριζε δεν υπήρχε περίπτωση να 'ταν δικές του. Αυτό δεν το γνώριζε απλά έτσι, το είχε πάρει πρέφα από τότε που καθάριζε οικόπεδα με τη βοήθεια μίας συμπαντικής σκούπας. Κάποτε όμως, ήρθε η μέρα ή μάλλον η νύχτα, που γνώρισε επιτέλους εκείνον τον πραγματικό κάτοχο της Παντόφλας του, που ο ίδιος, ο Χόρνι, είχε οσμιστεί πρόσφατα: βρισκόταν δίπλα από μία σειρά μαρκαδόρους στον τελευταίο όροφο του πολυκαταστήματος του Πλαισίου στο Σύνταγμα – στον τρομερό Κόκκινο Πύργο - ένα πρωί που φαινόταν σαν να είναι βράδυ για κάποιο οφθαλμικό, δικό του λόγο, μία αίσθηση αλατιού στην ατμόσφαιρα και ίσως λίγο θειάφι, μέσα απ' το ράφι με τα είδη χαρτιού που τόσο ήθελε να είναι δικό του, το πλακάκι θύμιζε χαλίκι, τόσο μαλακό που μπορούσες να τριφτείς πάνω του, και να που ένας βρωμερός, σαλιάρης, με ξεκούμπωτο φερμουάρ υπάλληλος του Πλαισίου, από εκείνους που φοβάσαι μη σου τύχουν και σ’ αρχίσει στα ατελείωτα παρακαλώ τι θα θέλατε και στα πως μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε, που σταμάτησε και κοίταξε, έντονα, τους πισινούς δύο πανέμορφων νεανίδων που χάζευαν κάτι εξαίσιες συσκευασίες με αυγοτέμπερες. Έσκυβαν, μη παρατηρώντας, τα γλυκά μου κορίτσια, τις κόκκινες λωρίδες απ' το βαμβακερό τους βρακάκι που έβγαινε σε κοινή θέα, με τις θεσπέσιες τσουλήθρες και τις θαυματουργές ανηφοριές που σχημάτιζαν τα ποπουδάκια τους από γνήσιο ΒΠ λίπος, να αποτελούν χτύπημα για τις συνάψεις του ήδη ταλαιπωρημένου του εγκεφάλου, όσο μεθυσμένος από φτηνό πορτό και να ήταν. Ο μεθυσμένος Πλαισιομαίος πόρδισε και μετά έδειξε με την πρησμένη του μύτη, κοίταξε τον Χόρνι που κρυβόταν πίσω από μία πλαστική φοινικιά με διαφημιστικά μηνύματα της Κοσμοτέ στα φύλλα της, λέγοντας του κάτι το εκπληκτικό:
    «Αχά! Αυτές οι λουλούδες θα 'ναι ο ήχος που θα κάνει ο Θάνατος σου...ε;». κοιτάζοντας με μαργωμένο βλέμμα τον Χόρνι, τέρμα τα αστεία...Ε, λοιπόν, ο Χόρνι είχε πιάσει με τη Παντόφλα του όλα εκείνα τα λόγια, προχτές τη νύχτα, πριν ξυπνήσει για να πάει για ύπνο ξανά, ήταν μέρος της παραδοσιακής λίστας βραβείων σε έναν διαγωνισμό που είχε γίνει πλέον κλισέ και βαρετός, από κάποια εσωστρεφής ειδίκευση λεκιασμένων δρόμων από χυμό νεραντζιού...δεν ήταν ικανός να θυμηθεί επακριβώς...μανιακός πλέον απ' τον τρόμο του, απάντησε:
    «Ουστ από δω...κοπρόσκυλο...θα φωνάξω τη Δημοτική αστυνομία». Αυτό φυσικά κι έλυσε το άμεσο του πρόβλημα αν και στην ουσία ήθελε να πει Απογραφική Υπηρεσία πριν μπερδευτεί. Με το έναν ή με τον άλλο τρόπο, όμως, θα έφτανε εκείνη η στιγμή που κάποιος άλλος άγνωστος υπάλληλος θα ανακάλυπτε το χάρισμα του, κάποιος που είχε το χρόνο να δώσει την πρέπουσα σημασία –μία ολόδικια του μόνιμη Μυρουδιά, κάτι σαν κομεντί του Άλτμαν, όπου μία μυστική οργάνωση Κινέζων ραφτών τον απήγαγε και τον χρησιμοποιούσε σαν ανθρώπινο καπέλο για τηγανιτά κοτοπουλάκια μέσα σε αποπνικτικά δωμάτια γεμισμένα με φαρίνα Γιώτης και λιβάνι. Το 2009 είχε το πρώτο συμβάν έξω από κάθε γνωστή κατάσταση παντοφλολογιακής ενόρασης – ήταν κατά την περίοδο Μαρκ Ε. Σμιθ του: δημόσιοι υπάλληλοι απ' το Αφγανιστάν μέχρι εκεί που μπορούσε να δει το μυωπικό του μάτι, γαστρεντερίτιδα από τροπικά καρυδότσουφλα και Ινδικά βουνά από πύον που έκαναν θραύση στους απεσταλμένους του Συνεδρίου Πωλήσεων, καθόλου παγωμένη σουμάδα για ένα ολόκληρο ΣΚ, το κινητό του να μην πιάνει ούτε Γιου Έιτς Εφ, και πολλά παράσιτα από άλλα πολυκαταστήματα που ήθελαν να είναι οι κύριοι όλων εκείνων των αποκρουστικών Αράβων που μύριζαν, ένα θεός ξέρει γιατί και πως με αυτά που χλαπάκιαζαν, κι όλη η υπαλληλική, συνεδριακή παράδοση να πηγαίνει στράφι, δεν έχει Τζένη Καρέζη να σαλιαρίζει μέσα κι έξω βάζοντας συνδετήρες κάτω από μαγνητικούς κουβάδες με μπίρα εκεί πάνω...ούτε καν Αράπη Με Μεγάλη και Λιγδερή Οργανική Κελεμπία για να περάσεις την ώρα σου, όπως σε εκείνο το μελοδραματικό άσμα που έχει ακούσει ο κάθε Έλληνας Υπάλληλος Πολυκαταστήματος...που είναι…όποιο σε βολέυει…δεν είναι δα και έκπληξη που κάπου στις τρεις το μεσημέρι, με μάτια σαν πιάτα και σφίγγες να κουτουλάνε παράθυρα, στη μυρωδιά κοπριάς από καμήλα που σαπίζει, μετά από τρία εκατομμύρια φορές που είχανε ακούσει τη Γέφυρα του Θανάτου μέσα στο σαλέ, τι άλλο θα συνέβαινε στον Χόρνι παρά ένα Ραμπικό σχεδόν συμβάν Ανατολίτικης Περιπέτειας: κάνεις ένα αλογίσιο πήδημα πίσω απ' τα σταντ με τα κινητά και τρυπώνεις μέσα στο τμήμα με τις ηλεκτρονικές Μπούρκες που είναι και τηλεοράσεις. Εκεί πέφτεις πάνω σ' έναν ξυλοδαρμό που διοργανώνει κάποιος που μοιάζει πολύ με τον Νίκλας Κέιβ (επιτέλους θα μου πει κάποιος τι συμβαίνει με το πρόσωπο του;) αλλά εκατό κιλά πιο χοντρός, που κανείς δεν το έχει παρατηρήσει ακόμα, και ξέρεις, καθώς τα μάτια σας διασταυρώνονται όπως τα ξίφη του Γουίλιαμ Σ., πως εσύ είσαι ο Όλιβερ Ριντ του, ο Μπρους Γουίλις του απ' το Περιστέρι, ότι εσύ είσαι που πρέπει να τον πείσεις για την Απόκοσμη Φύση του, το ταλέντο του, να το ανακοινώσεις σε όλους, να τον αγαπήσεις σαρκικά και πνευματικά, και να κάνεις κάποια θυσία στο όνομα Του...και όλο αυτό δεν θα μπορούσε να είναι η Παντόφλα παρά μόνο του Α.Χ. Ζυγομαλά. Υπάρχει τουλάχιστον ένας Ζυγομαλάς σε κάθε τμήμα, ο Ζυγομαλάς είναι εκείνος που όλη την ώρα ξεχνάει πως οι φανατικοί της Μουσουλμανικής πίστης δεν ενθουσιάζονται όταν τους δείχνεις το γυμνό σου πιπί εν ώρα αιχμής...ο Ζυγομαλάς είναι εκείνος που θα σκουπιστεί πάνω στη στολή σου, θα σου κάνει τράκα το τελευταίο σου τσιγάρο, βρίσκει το εναπομείναν μπάφο μέσα στο σακάκι σου και τον καπνίζει στην τουαλέτα μόνος του, μετά από λίγο χασκογελάει σαν ηλίθιος δίπλα από μία ψησταριά με γδαρμένους σκύλους και φωνάζει τον διευθυντή της αποστολής με το παρατσούκλι του. Έτσι, είναι φυσικό, όταν ο Χόρνι κάνει το μεγάλο σφάλμα να εξακριβώσει την Μυρουδιά μιλώντας με τον ίδιο τον Ζυγομαλά, δεν περνάει και πολύς χρόνος μέχρι να γίνει βούκινο μέχρι τα κεντρικά της Μαγούλας – ο λόγος που σήμερα βρίσκεται σφηνωμένος ανάμεσα σε δέκα χιλιάδες πρακτικάριους και μία κέρινη αγελάδα. Χακάρει το βιογραφικό του, και σε κάποια φάση οι υπεύθυνοι της Ανώνυμης Συντροφιάς, στην αδιάκοπη και ακούραστη τους έρευνα για πωλήσεις και ικανότητες πωλήσεων, θα του στείλουν ένα μέμε μέσω ενός μυστικού καναλιού του Φορ Τσαν, για να τον ξεκοκαλίσουν και να τον δουν ζωντανά να εκστασιάζεται μέσα από προσομοιώσεις απογευμάτων Παρασκευής παραμονής Χριστουγέννων, με τα μάτια γυρισμένα μέσα στο κρανίο, να απαγγέλουν παλιά ηλεκτρονικά ταχυδρομεία από δοξασμένες εποχές του Μολ και να τις αποτυπώνουν μέσα στις εσοχές του εντέρου του που μοιάζει με δεύτερο μυαλό, το άτιμο... Στην αρχή δεν γινόταν τίποτα. Οι Παντόφλες ήταν φυσιολογικές, αλλά δεν άνηκαν σε κανέναν περιφερειάρχη. Η Ανώνυμη Συντροφιά όμως είναι γνωστή για την υπομονή της, και οι Σύντροφοι είναι κολλημένοι στο πολύ βάθος χρόνου. Τελικά, ένα Αττικό δειλινό σε Τσιτσανοειδής κλίμακα, ο Χόρνι αισθάνθηκε την καθαρή μυρωδιά της βενζίνης, χωρίςςςςς ντροπή, αναζητούσε, κάτω από μία καμένη λάμπα του δρόμου, και μέσα από ένα σύννεφο καυσαερίου, υλοποιήθηκε μπροστά του εκείνος ο πραγματικά Τεράστιος Κορίτσαρος που άφηνε πίσω του ολόκληρα βουνά από άμμο, μία θηλυκή, εντελώς οργανική μορφή-γίγαντας, με κοτσίδες από περιεχόμενα χιλιάδων ηλεκτρικών σκουπών και πρόσωπο σαν χυμένη πίσσα. Εκείνο το πράμα άρχισε να γλιστράει προς το μέρος του, πάνω στο πλακόστρωτο της Πλάκας, σαν γυμνοσάλιαγκας βαρέων βαρών. Ο Χόρνι άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα σαν καμία φοβισμένη παιδούλα. Φυσικά αυτό το πράγμα ήταν ένα τεράστιο Ανόργανο Ον Μοδάτη Νοικοκυρά. Τουλάχιστον σαν την Μητρόπολη, και μεγάλωνε λεπτό προς λεπτό. Η Αθήνα και ίσως ολόκληρη η Ελλάδα ήταν σε κίνδυνο! Όλο εκείνο το βδέλυγμα είχε κάποτε κάτσει στο λαιμό του Λόρδου Λεβαντόφσκι, που εκείνη την περίοδο είχε την Τουαλέτα της Αθήνας στο Πεντάγωνο, μία εντελώς ασήμαντη τρύπα για της περασμένης δεκαετίας Ανατολικό και Κυπριακό Ζήτημα, μιας και από εκείνο το κράτος κρεμόταν τότε ολόκληρη η πολυκαταστηματική Ευρώπη. Ολόκληρα καραβάνια από κορίτσια της παντρειάς τσαχπίνικα εξοπλισμένα με παπουτσάκια γουνάκι και ζαρτιέρες χορεύουν κάπου εδώ γύρω για λίγο, ενώ σε κάποιο άλλο τμήμα του πολυκαταστήματος ο Λόρδος Λεβαντόφσκι αρχίζει να καταναλώνεται απ' το ίδιο του το Ανόργανο Ον, κάποια τρομερή μετάλλαξη μοριακού πλάσματος, χωρίς εξήγηση απ' την δυτική Ιατρική...μετά από λίγο, νικελωμένα τσαρούχια τάματα πεταμένα στην μέση της απομίμησης της πλατείας Εξαρχείων μέσα στο πολυκατάστημα, φτιαγμένο από τριαντάφυλλα, σκουπιδοσακούλες, περιτυλίγματα από σουβλάκια και φελιζόλ, φτηνό πατσουλί πλανιέται στα τμήματα των παπουτσιών καθώς εκείνο το Ανόργανο Ον συνεχίζει την τρελαμένη του πορεία, πλέον ανεβασμένο ως την Αγία Παρασκευή, έχει σίγουρα κάποιο σχέδιο, επιλέγει μόνο συγκεκριμένα πολυκαταστήματα και διευθυντές που του είναι χρήσιμοι – είναι σαν να υπάρχει τώρα ένας ξεκάθαρος κοινωνικός διαχωρισμός στην Ελλάδα, ανάμεσα σε υπαλλήλους και διευθυντές, που ρίχνει το Υπουργείο Οικονομικών σε επιληπτικές και επίμονες κρίσεις αδιαφορίας...δεν υπάρχει κανείς που να ξέρει πως πρέπει ν' αντιδράσει...γίνεται μία εντελώς βαριεστημένη προσπάθεια να εκκενωθεί το Λεκανοπέδιο, ιδρωμένα κρανία συνωστίζονται για λίγο πάνω, στο τμήμα των αυτοκινήτων (κανείς δεν ξέρει γιατί το έβαλαν εκεί πάνω αυτό), μαζικά σαν σκαθάρια σε παρέλαση πάνω από κυλιόμενες σκάλες γεμάτες με ροχάλες, όλα τα μάτια του κλειστού κυκλώματος επικεντρώνονται παντού.
    «Το είδα κάπου πίσω απ' τα κατηργημένα παιχνίδια της Νιτέντο, απλά έχει αράξει εκεί και...αναπνέει, σαν...παφ πουφ...φουσκώνει και ξεφουσκώνει...».
    «Ακούσαμε τίποτα;»
    «Ναι, είναι αηδιαστικό...σαν μία τεράστια, σταθερή χλέπα είναι...ρουφάει τα πάντα μέσα του».
    «Για σουτ...ωχ...αρχίζει...ρουφάει, θεέ μου, δεν υπάρχουν λόγια...είναι τόσο φρικτό…» η σύνδεση σταματάει, οι οθόνες νεκρώνουν, οι κάμερες λιώνουν απ' τη θερμότητα του. Ολόκληρες ομάδες υπαλλήλων κατεβαίνουν στο τμήμα του Καλλωπισμού με πυροσβεστήρες, καταφθάνει η πυροσβεστική, η αστυνομία, ο στρατός με δύο τανκς και πλήρη εξοπλισμό μάχης αλλά κάποιος τους κάνει πλάκα και δεν έφεραν μαζί τους πραγματικές σφαίρες – το Ανόργανο Ον δέχεται βλήματα από Αγιασμό, όλοι κάνουν το σταυρό τους, άλλοι πέφτουν στα τέσσερα και κλαίνε, άλλοι τρώνε Γκούντις και άλλοι καπνίζουν κρακ ή πίνουν φραπέ, έχει έρθει κλιμάκιο απ' το Πανεπιστήμιο Αθηνών και ρίχνει βολές ηλεκτροσόκ, κίτρινα και ροζ λιπίδια πετάγονται σ' όλο το πολυκατάστημα...φωτίζονται απ' τα φλας των δημοσιογράφων, ένα απαίσιο ροζ αμοιβαδοειδές σέρνεται προς τους Ψυχιάτρους με τα φορητά μηχανήματα του ηλεκτροσόκ και ξαφνικά πριιιιιιιιιτςςςςςς! Κλάνει και καλύπτει ένα ολόκληρο λόχο από ψυχίατρους μέσα σ' ένα αηδιαστικό σπήλαιο από κίτρινη μάζα και βλέννα που αρχίζει τώρα να κουνιέται γιατί μάλλον χωνεύει τους δύστυχους επιστήμονες – που δεν προλαβαίνουν καν να ουρλιάξουν.
    Ο σκοπός του Χόρνι/Λεβαντόφσκι είναι να έρθουν κοντά στο Ανόργανο Ον και να του τάξουν λαγούς με πετραχήλια έτσι ώστε να μάθουν κάτι απ' αυτό που μπορεί να τους φανεί χρήσιμο σε μελλοντικές πωλήσεις, που τώρα έχει πάρει να μοιάζει λίγο με το τούτο του Κοσκωτά. Η φάση του είναι πολύ σταθερή τώρα, ευτυχώς, το Ανόργανο Ον Νοικοκυρά Κοσκωτάς έχει πλέον καταλάβει όλο το τμήμα του Βιβλίου, τα ιστορικά μυθιστορήματα δεν υπάρχουν πλέον, η μεταφρασμένη λογοτεχνία έχει ήδη χωνευτεί, όλα είναι τόσο συγκεχυμένα που η επικοινωνία τους με τα άλλα τμήματα μέσα στο πολυκατάστημα γίνεται με κουβέρτες και σήματα καπνού από υπαλλήλους που τολμάνε να ανέβουν πάνω στο τραπέζι ανάγνωσης των πελατών...όλα είναι πολύ επισφαλή – οι πελάτες απάγονται, ενώ χαζεύουν λίγο Επιστημονική Φαντασία ή σουλατσάρουν δίπλα απ' τα Χόμπι, απ' τα πράσινα, γλοιώδη του μέλη που μοιάζουν με κεραίες. Κάθε πρωί, ο Λόρδος Λεβαντόφσκι πηγαίνει για προσκύνημα μπροστά απ' τον πίσω σταθμό εργασίας, δίπλα απ' το παιδικό τμήμα βιβλίου. Αυτό τον κρατάει τόσο απασχολημένο που τα κεντρικά στη Μαγούλα ανησυχούν για την Περιφέρεια του. Το 2009 όλοι ακόμη έπασχαν από Πολυκαταστημίτιδα, κατάσκοποι με ψεύτικα φρύδια κρυβόντουσαν πίσω από ανανάδες με το σήμα της Τουρκίας, κωδικοποιημένα μέμε με τη μορφή Ζεβεδαίων εξαφανίζονταν μέσα σε μία κλιματιστική ομίχλη, μικροσκοπικά τσιπάκια χώνονταν μέσα σε σκληρούς ποπούς απεσταλμένων της Ανώνυμης Συντροφιάς...ήταν όλα τόσο καλοσχηματισμένα και πάντοτε γνωρίζονταν μεταξύ τους. Η Τουαλέτα της Αθήνας ήταν ένα πολύ μυστικιστικό μέρος της Ευρώπης και τελικά το Υπουργείο Οικονομικών πήρε την απόφαση να ζητήσει βοήθεια από τη Μαγούλα. Η Ανώνυμη Συντροφιά ήξερε τον κατάλληλο άνθρωπο. Κάθε μέρα, για τρία χρόνια, ο Χόρνι πήγαινε να καλημερίσει εκείνο το μπλαστρωμένο Ανόργανο Ον Νοικοκυρά Κοσκωτά της Σουτουάς 20 που κρυβόταν τόσο καιρό στο τμήμα του βίντεο γκέιμ και προσφάτως είχε μετακομίσει στη στοά Πεσμαζόγλου. Σχεδόν έχασε τα λογικά του. Αν και παραλίγο να καταφέρει  να μιλήσει την γλώσσα του, ο Χόρνι δεν διέθετε την κατάλληλη μύτη για να μιμηθεί εκείνους τους λαρυγγισμούς του φωτοτυπικού, κι έτσι το όλο πράγμα κατέληξε μία φαρσοκωμωδία – χωρίς όμως να μπορέσει να επιστρέψει στο πόστο του ποτέ. Καθώς και οι δύο επικοινωνούσαν με κλανιές, ρεψίματα, ρουφήγματα, γαργάρες και ότι άλλο θες, ψυχίατροι, κρυφοί θαυμαστές του Ρ.Ν. Λέινγκ, μετρούσαν συμπεριφορές και, ανεβασμένοι πάνω σε κάτι ξύλινες σκάλες καρμανιόλες, έξυναν με σπάτουλες εκείνον τον ανεβαστικό, κρυστάλλινο ιδρώτα του Ανόργανου Όντος Νοικοκυράς Κοσκωτά Φωτοτυπικού – το λεγόμενο  καθαρό Εμ Ντι Εμ Έι – γέμιζαν ολόκληρα φορτηγά με εκείνη την κρυσταλλική ουσία, χέρι με χέρι σαν πυροσβέστες της κάβλας, το έδιναν στη έξοδο, διαμέσου ενός καλοστημένου υπόγειου δικτύου Πυγμαίων με αρχηγό του καρτέλ μία τυχαία Ουκρανέζα Χιονάτη που έμοιαζε πολύ με τη Δήμητρα Μαργέτη και ξεκινούσε από τη στοά με σχήμα Υ, δηλαδή τη στοά Φιξ και Τρίτη είσοδο για τα φρεάτια. Η κάτοψη παρουσίαζε εξαιρετικό ενδιαφέρον κι έμοιαζε με το κόκαλο του κοτόπουλου που έπαιζες εκείνο το παιχνίδι:


 Φυσικά, ποιος χέστηκε για τα συναισθήματα του Κοσκωτά; Κανείς...Τελικά, ευτυχώς, ο Λόρδος Λεβαντόφσκι κατάφερε να επιστρέψει ψυχή και σώματι πίσω στο γραφείο της Αθήνας. Στις αρχές του 2010, τον ανακάλυψαν πεθαμένο μέσα σε μία γούρνα από Ρεντ Μπουλ, δίπλα απ' το τμήμα των ηλεκτρολογικών υλικών, στο κατάστημα του Συντάγματος, δίπλα απ' το σταντ της Σάμσουνγκ. Κάποιοι είδαν ευθέως το χέρι της Ανώνυμης Συντροφιάς στα γεγονότα. Ο Χόρνι είχε επισήμως σώσει το τομάρι της Ευρώπης από εκείνο το Βαλκανικό Βδέλυγμα που είχαν κατασκευάσει εκείνοι οι ξεδιάντροποι γέροι στις τουαλέτες τους αλλά είχε θυσιάσει την θεσούλα του στον Πολιτισμό, ξεμυαλισμένος απ' τα κεμπάπ και τα κοκορέτσια του Έλβις. Το Βαλκανικό Βδέλυγμα τρύπωσε φοβισμένο για πάντα μέσα στο φωτοτυπικό κι είναι εκεί μέχρι σήμερα που μιλάμε. Μέχρι τότε όμως, η Ανώνυμη Συντροφιά, άφηνε στον Χόρνι μόνο σταγόνες από εξωσωματική ειρήνη και ηρεμία, τόση έτσι ώστε να διατηρήσει τα λογικά του ανέπαφα, αλλά όχι και τόση ώστε να τον αφοπλίσει. Το παντελόνι του τώρα είχε πιάσει να βρωμοκοπάει σοβαρά κι αμετάκλητα κάτουρο. Είχε στεγνώσει για τα καλά πάνω του. Είχε κατουρηθεί μέσα στον ύπνο του που έβλεπε να οδηγάει την άσπρη βέσπα του Βέγγου και να περνάει μέσα από τους πολύχρωμους καταρράκτες του ουράνιου τόξου του ίδιου του βάρους του, αγκαλιά με τον Τίνμαν που είχε τώρα το κεφάλι του Τσίλικου Ντεποζίτο κι έμοιαζε υπερβολικά πολύ στον Ανδρέα τον πατέρα του.
    Ο Πρακτικάριος Πίτσας εναποθέτει την ικτερική λωρίδα των κολλητικών ενδείξεων των παραγγελιών του διάφανου δικτύου στον Χόρνι.
    «Κάτι μυρίζει εδώ πάνω» λέει ο Πίτσας.
    «Μόλις ξύπνησα» λέει ο Χόρνι καθώς ανασηκώνεται από το πάτωμα, παράξενα σχέδια είναι τυπωμένα στο δεξί του μάγουλου που θυμίζουν τις πτυχώσεις του χαλιού.
    «Πουτσίλα και…κεφάλι…σαν το μέσα μέρος του καπέλου».
    «Μη μιλάς τόσο δυνατά…μπορεί κάποιος να μας ακούσει».
    Ο Χορνιόπουλος δεν μπορεί να διανοηθεί τη ζωή του χωρίς την πορτοκαλί δύση των ονείρων του, χρώμα που αναδύεται από πολυμερικές εκλάμψεις της κόλασης του ταβανιού. Μπερδεύεται καθώς θυμάται τον καιρό που είχε ανακαλύψει πως ο πατέρας του ήταν ο εφευρέτης του γνωστού εκείνου ραντάρ που χρησιμοποίησαν οι Αμερικάνοι στον Πόλεμο του Κόλπου το ’91. Το πλοίο όντως έμοιαζε πολύ με το ίδιο το πολυκατάστημα, εκείνο εκεί απέναντι το πορτοκαλί ανάθεμα της κοινότητας του Κέντρου, από το οποίο πλέον είχε εκδιωχθεί μετά από την περιέργως επιτυχημένη αποστολή Παντόφλα. Πως γινόταν να ήταν επιτυχημένος αλλά και εξόριστος την ίδια στιγμή; Τι δεν έκανε σωστά; Αναζητούσε το είδος των μαλλιών του μέσα σε εξώφυλλα Βρετανικών συγκροτημάτων, κυκλοφοριών που ξάπλωναν πάνω σε τεράστια σιδερένια λευκά ράφια ντροπής και τα οποία ποτέ δεν έβγαζαν τον παραμικρό σάρκινο ήχο.
    Ο Ιωάννης Δάνβαρ Χρονιόπουλος ήταν γεννημένος μέσα σ’ ένα φωλεό ερπετών, βουτούσε τις κενές ώρες του – τότε που το κατάστρωμα ήταν γεμάτο με τα σιωπηλά Μπρόνκο και τα καπνισμένα Γουάηλντ Γουίζελ, ήρεμα κι ακίνητα σαν κοιμισμένα άλογα – παρατηρώντας τις διακοσάχρονες χελώνες Καρέτα Καρέτα που έφεραν κολλημένα από φουρτούνες και ήλιους αναποδογυρισμένους, πάνω στο καβούκι τους, πεταλίδες και όστρακα ανυπέρβλητης ομορφιάς. Οι γωνίες του προσώπου του πατέρα έσχιζαν τα μαύρα νερά της Ας Σαλιμίγια, δίπλα από την πόλη του Κουβέιτ. Η καθημερινή αγγαρεία ήταν κάτι το τρομακτικό, κάτι που δεν σταματούσε ποτέ κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τα πληγιασμένα και πρησμένα τους μάτια έκλειναν ελάχιστα και μόνο κατά τη διάρκεια της επέλασης του λυκόφωτος, μιας και οι επιδρομές των αεροσκαφών γινόντουσαν τη νύχτα. Κάποτε έμοιαζε πολύ μικρότερος από την ηλικία του αλλά το Σύνδρομο του Κόλπου τον είχε γεράσει, τον είχε καταπιεί σχεδόν, τον είχε παγιδεύσει σε μία εξουθενωτική πορεία απάθειας και φαρμακευτικών δοκιμών. Αισθανόταν τότε όμως την συντροφικότητα του προσωπικού, με ένα νεύμα του Σαρακατσάνου, του νέου πυροβολητή από την Αλεξανδρούπολη που είχε έρθει στη φρεγάτα «Λήμνος» προ δύο μηνών με αποστολή επάνδρωσης από το Τιράν. Άβγαλτος και μαυριδερός σαν αυτούς της ερήμου, οι μασχάλες του μύριζαν από δέκα χιλιόμετρα και μέσα στην κουκέτα δεν τον πλησίαζε κανείς ή μόνο εκείνοι που ήθελαν επιτέλους να κάνουν εμετό από την υποπίπτουσα τους ναυτία. Του είχαν κλέψει, του πατέρα, μέσα σε λαμαρίνες ερυθρές από την λάβρα, τη ζωή του αλλά έτσι δεν έκλεβαν και τη ζωή του υιού μέσα σε δωμάτια τόσο στενά όσο το πέρασμα μίας κεφαλής βελόνας; Εκείνοι όμως το κάνουν πιο ανεπαίσθητα και δεξιοτεχνικά, όχι τόσο χοντροκομμένα πλέον, πιο πολιτισμένα, με κτίσματα μυτερά που πρέπει να τα κοιτάει με μάτια μυωπικά και να φτιάχνει ρυτίδες στις άκρες των ματιών, κάτω από φεγγάρια αριθμών που αρρωσταίνουν τα νεφρά του, με αιώνες ορθοστασίας, μισθούς που περισσότερο θύμιζαν τελικές ταχύτητες αγωνιστικών μηχανών παρά αξιοπρεπές εισόδημα δυτικής κοινωνίας, όλα δοσμένα με αντάλλαγμα το τίποτα, την περιφρόνηση και πολλά κόντρα πλακέ επιθέματα απομιμήσεων σκιών και βραβείων.
    Ο Χόρνι γνώριζε την περίπτωση Μουκοβίνα, ήξερε από τις υπομνήσεις και τις σιγανές ανταλλαγές πληροφοριών και ηλεκτρονικών ταχυδρομείων πως ήταν ένας ποταπός εσωτερικός του Πλαισίου, του τρίτου παραρτήματος του Κόκκινου Πύργου. Σίγουρα είχε βαλθεί να μας καταστρέψει όλους εκείνος ο σκερβελές. Το κατάστημα του Συντάγματος, η Ναυαρχίδα του Μούλτιτσάμπα, πήγαινε κατά διαόλου μετά τις απανωτές, νέες επιθέσεις των Κλεφτών Κουνταμπάφερ – εκείνες εκεί οι αναθεματισμένες τραγιάσκες δεν είχαν σταματημό και δεν μπορούσαν να συγκριθούν σε τίποτα με τους προκατόχους του τους Πλαισιομαίους, οι οποίοι μπροστά στα Κουνταμπάφερ θύμιζαν κλέφτες ζαχαροπλαστείων. Αλλά ο Μουκοβίνας δεν ήταν παρά η μυτούλα του παγόβουνου. Υπήρχαν δεκάδες εσωτερικοί του Πλαισίου που δούλευαν στο Μούλτιτσάμπα και αυτό ήταν κάτι που δεν τον τρόμαζε καν. Εκείνο που είχε σημασία όμως ήταν η φήμη που είχε ακουστεί για το υπόγειο δίκτυο μεταφορών προϊόντων και υπηρεσιών. Του φαινόταν αδιανόητο κάτι τέτοιο. Άραγε υπήρχε αέρας εκεί κάτω; Και αν υπήρχε αρκετός αέρας τότε τα παιδιά τους τι χρώμα θα έβγαιναν, με τι ασθένειες και με ποιο τρόπο θα κατακτούσαν τους πάνω; Δεν υπήρχε κανένα μυστήριο εδώ, όλοι γνώριζαν τα πάντα αλλά ο πόλεμος των πολυκαταστημάτων δεν ήταν στην ουσία δικός τους, ήταν μία μάχη των τάξεων και των μισθών, του νόμιμου κλεψίματος εναντίον του πατροπαράδοτου. Κανείς δεν μπορούσε να αδράξει τα γεγονότα πέρα από την σκουροφιγούρα που χανόταν πίσω από τα ξεφτισμένα χέρια του Άτλαντα.
    Δεν ήταν η φτώχεια που οδηγούσε τον Μουκοβίνα να κλέψει αλλά η λύσσα του να ανέβει στάθμη μέσα στον απόπατο, να περιχαρακωθεί πίσω από μία ανώτερη βαθμίδα εντολών και διαταγών. Το ίδιο κριτήριο όμως δεν οδηγούσε και την πορεία της ζωής του Χόρνι; Ας μη γελιόμαστε. Χαχα. Το ίδιο ναι. Ήταν φανερό πως ο Μουκοβίνας έβρισκε θύματα υπαλλήλους – φιλότιμα παιδιά κάτω των είκοσι πέντε – και τα μπουρδούκλωνε, τους έριχνε μελάνι στα μάτια, σαν σουπιά που ελίσσεται μέσα στο βυθό με τις μαγευτικές της κινήσεις, τα μετέτρεπε σε δούλους του, σε πάροικους της σπιρτάδας του, θαυμαστές των ατοπημάτων του χαρακτήρα που προωθούσε – γιατί μέσα του ήταν κενός, ένα κουφάρι αναμνήσεων και μιμήσεων. Τους σύλλεγε, τους ρουφούσε το εμπορικό τους αίμα και μετά τους πετούσε στην ένδεια της παρακολούθησης ενός απομακρυσμένου υπαλληλικού καθήκοντος, στην απώλεια του, στην νοσταλγική του ανάμνηση. Την λήθη κάθε σωστού αλλά κουρασμένου υπαλλήλου.
   Ο όγκος όμως των πληροφοριών ερχόταν κυρίως από την σγουρομάλλα τσαχπίνα του τμήματος των διαδικτυακών παραγγελιών του τμήματος Πολιτισμού: η Αφροδίτη Χουσεΐν ήταν το πιο ψηλό κορίτσι της τάξης της στο Αρσάκειο, μία κοκκινομάλλα αμαζόνα, Βιράγκο του ορόφου – όλοι οι λάρυγγες και τα μήλα του Αδάμ των αρσενικών (ακόμα και κάποιων θηλυκών) γυρνούσαν μέχρι το όριο τους στο πέρασμα της, βαριανασαίνοντας και ιδρώνοντας μυστική ηδονή για το κορμί της, την καρδιά της αλλά και το αστρικό της σώμα ακόμη.
    Ήταν σίγουρος για το ύποπτο παρελθόν του Μουκοβίνα. Είχε κρυφακούσει τις συνομιλίες  και είχε υποκλέψει τα μνημειώδη ηλεκτρονικά ταχυδρομεία του 2009 που τον ήθελαν στέλεχος του Κινήματος των Πουρμπουάρ. Ήταν εκείνος ο Μουκοβίνας κι ένας ακόμα συνάδελφος από την Καλλιθέα, ο επονομαζόμενος και Αγγλικό Σαπούνι,  σεσημασμένος παλιός υπάλληλος με παρελθόν στα συνδικαλιστικά με το Π.Α.ΜΕ., τύπος που αποδείχτηκε πως είχε διαπράξει μέχρι και ένοπλη ληστεία με άδειο νεροπίστολο στο Μπράιτον το 2001 αλλά χωρίς ποτέ να κατηγορηθεί ή να εκδικαστεί η περίπτωση του λόγω του ότι είχε ισχυρές διασυνδέσεις με τον εκπαιδευτή των γλυκύτατων Γουέστι της γυναίκας του κουμπάρου του μπατζανάκη ενός ξαδέρφου του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το Κίνημα των Πουρμπουάρ ήταν μία κίνηση του ίδιου του Μουκοβίνα, σχεδόν τρομοκρατική, που απαιτούσε από τους πελάτες του Μούλτιτσάμπα, και κυρίως του τμήματος του βιβλίου και της μουσικής, να δίνουν λίγο πάνω από δύο και μισό ευρώ (δηλαδή το ισότιμο του ωρομισθίου του) φιλοδώρημα στον υπάλληλο που, παρότι την ψυχολογική και σωματική του αποσύνθεση, έψαχνε, εντόπιζε και παρέδιδε στα χέρια του αυτάρκους πελάτη το βιβλίο ή μουσικό δισκάκι ή παιχνίδι που επιθυμούσε με τόση λύσσα, βιασύνη και αναίδεια. Σε περίπτωση άρνησης, τότε η τρομοκρατική ομάδα του Πουρμπουάρ εντόπιζε και έκαιγε το αυτοκίνητο ή μηχανάκι ή ποδήλατο ή πατίνι του πελάτη. Σε περίπτωση που δεν είχε τίποτα από τα τέσσερα, του έκαιγε τα μαλλιά. Σε περίπτωση που δεν είχε μαλλιά του έκαιγε τα μαλλιά του στήθους και σε εξαιρετική περίπτωση που ήταν σπανός τότε του έκαιγε τα φρύδια αλλά αν δεν είχε ούτε φρύδια τότε του έκαιγε τις κωλότριχες. Αν δεν είχε ούτε κωλότριχες ε τότε πια τι να πω…εδώ έχουμε να κάνουμε με εξαίρεση της εξαίρεσης...της εξαίρεσης…της εξαίρεσης…της εξέρ…
    Μέσα στο ασθενικό φως του κουβούκλιου η αποφορά της λαμαρίνας δικαίωνε τα όνειρα του μοναχικού ναύτη που έμοιαζε στο πρόσωπο τρομαχτικά με τον Κοσκωτά. Όχι όμως μόνο στο πρόσωπο, το σουλούπι του σαν σύνολο πόνου, το κορμί του που θύμιζε μονοκόμματο μπακλαβά, σαν λαχταριστή τουλούμπα στον πάγκο του εικοσιτετράωρου σούπερ μάρκετ, ένα αντίγραφο του πραγματικού γλυκού της απάτης, ήταν σαν να είχε δραπετεύσει από το Σάλεμ και να έκανε τις διακοπές του στον Κόλπο. Ο πατέρας του είχε εξιστορήσει τα διαδικαστικά των μελαμψών ονειρώξεων του Κοσκωτά. Πίστευε πραγματικά πως ήταν αυτός! Ο Χόρνι γελούσε αλλά με λίγο πίκρα στη χροιά του γέλιου γιατί διαφαινόταν καθαρά πως ο πατέρας το είχε χάσει. Τρόμαζε στην ιδέα πως ίσως ο πατέρας να ήταν για δέσιμο – να φταίγανε οι ενέσεις που τους είχε κάνει ο Αμερικάνικος Στρατός; Ιπτάμενοι Κοσκωτάδες παντού – αυτή ήταν η έμμονη ιδέα του πατέρα. Το μάτι έβλεπε μέσα από τον πύραυλο Σκουντ και τώρα στην πράσινη οθόνη εμφανιζόταν το κεφάλι του Άραβα που έτρεχε να ξεφύγει από την πατούσα του γίγαντα, να γλιτώσει από τη λεπίδα του τεχνοκράτη που χωνόταν μέσα στη γέφυρα της πόλης του. Το Σύνδρομο του Κόλπου, ήλπιζε, να μην ήταν μυστηριωδώς μεταδοτικό, μπορεί κι εκείνος να άρχιζε να το χάνει και να βλέπει υπόγεια δίκτυα οργανώσεων και πόλεων κάτω από την κανονική πόλη, δίπλα από την Αρχαία Αθήνα, κάτω από τη γενέτειρα του που ήξερε και αγαπούσε. Η ψυχική του υγεία θρυμματιζόταν σθεναρά τώρα κι έτσι στούμπωνε τις ταχυκαρδίες του με Στολίσναγια και ταμπάκο, ο πατέρας μπροστά από την όαση της ερήμου της Ας Σαλιμίγια, το καταπράσινο χορτάρι απλωνόταν κάτω από τις διακυμάνσεις του φωτός που τρυπούσε τα χοντρά τόξα των φοινίκων, φρέσκοι και ψηλοί, παλιοί σαν πύργοι πτηνών αρχόντων, μπαλώματα και φυλλώματα υπεριωδών ακτινών που σερνόντουσαν με το πέρασμα των λευκών δαχτύλων προς την προκυμαία. Τις πολύ παγωμένες νύχτες του Κόλπου το προσωπικού του «Λήμνος» ξεπόρτιζε με εφηβικές στριγκλιές πίσω από θεόρατες, σιδερένιες πόρτες στην απόχρωση του μόλυβδου, βαμμένοι με το φούμο των Καταδρομών, τα πρόσωπα τους να γυαλίζουν σαν να είναι χωρίς μακιγιάζ ή το λάθος επίθεμα επιδερμίδας μπροστά ή πίσω από το λάγνο μάτι του Καλωδιακού Ενημερωτικού Δικτύου των Η.Π.Α., να καθρεπτίζονται στο λιμνάζων απόκομμα του φεγγαριού του Φεβρουαρίου που ήταν σαν πατημένο εισιτήριο για φτηνή, μαζική προβολή πορνό, με τις σαν σάρκινες αυτόματες καραμπίνες που είχαν όλες στραβή κάννη από την ακινησία και την υγρασία μέσα στο πλοίο, να ξαπλώνουν σαν εραστές της αιχμηρής απόστασης του κενού πάνω στο κρυσταλλιασμένο ταρτάν του μπαλκονιού, δίπλα από τις αχνισμένες ρόδες ενός Γουίζελ και τα πλευρά ενός Σκουντ που έγραφε με χοντρά λευκά γράμματα μπογιάς από το χέρι ενός λοχία που καταγόταν από το Ο’ Φάλλον του Μιζούρι: ΣΑΝΤΑΜ ΑΝ ΔΕΝ ΣΕ ΠΕΤΥΧΩ ΕΓΩ ΘΑ ΣΕ ΒΡΕΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ – ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΜΑΚΟΥΤΛΙ, από κάτω το πηχτό μαύρο της θάλασσας βογκούσε σαν ετοιμοθάνατο τέρας μέσα σε σπηλιά καθώς το νερό έσκαγε με δύναμη πάω στα πλευρά του ατσάλινου όγκου, είκοσι μέτρα πιο κάτω, έκλεινε μέσα στην αγκαλιά του το ρούφηγμα και το τράβηγμα της, τους χτύπους και το τράνταγμα των φλεβών τους, σημαδεύοντας και με τα δύο μάτια ανοιχτά τις μικροσκοπικές κουκκίδες – βάρκες που είχαν ξεχαστεί εκεί από τους τοπικούς ψαράδες – που ελάχιστα χορεύανε μέσα στο αχνό φως, σαν κομμάτια ζαχαρωτών πάνω σε τσαχπίνικο φρουί ζελέ από έβενο και λάσπη. Ο Κοσκωτάς ήταν ο καλύτερος στο σημάδι από την μουτζουρωμένη παρέα - μάλιστα είχε δείξει στον πατέρα πώς να κρατάει την αναπνοή του για να μην επηρεάζει την πορεία του βλήματος. Τα φοινικόδεντρα έφτιαχναν λαβύρινθους πίσω από την τσιμεντένια αποβάθρα που την κατεύθυνε το στόμα του ανέμου, την λάξευε, την αποδυνάμωνε κάθε νύχτα πιο πολύ, την κάλυπτε με χιλιάδες βελόνες από κόκκους άμμου που έφερνε από την έρημο. Όταν ηχούσε το κουδούνι της επιδρομής, όλοι έτρεχαν με τα ιδρωμένα του σκέλια και τα παγωμένα του δάχτυλα να τρίβουν τα πρόσωπα τους για να φύγει το μαύρο, ξανά πίσω βαλμένοι σε υπηρεσίες και οθόνες – η χαρά τους όμως ήταν ανείπωτη γιατί το έκαναν αυτό για πρώτη φορά και από απόσταση, δεν μύριζαν το αίμα και ο τρόμος από τον ήχο που κάνει το σπασμένο κόκαλο δεν τους άρπαζε το στομάχι – πηδούσαν τώρα σαν νεογέννητα κατσίκια πάνω στο σίδερο του κουβουκλίου καθώς επευφημούσαν για τον Άραβα που έτρεχε πάνω στην οθόνη με τον πράσινο σταυρό, σχεδόν είχε φτάσει την άκρη της γέφυρας και την γλίτωνε ο μπαγάσας, οι αποχρώσεις του σμαραγδιού που θαμπώνει από το νερό, το ξύλο και το ατσάλι που καταρρέουν στη λάσπη της όασης όταν η μύτη του Σκουντ καρφώνεται στο πρώτο μόριο της κατασκευής – και να που ο μικρός Άραβας τρέχει τώρα με τα πνευμόνια του να μην χωράνε άλλο μπαρούτι και άλλο αέρα, να προλαβαίνει τη συνέχεια της ζωούλας του από την άλλη πλευρά του πολέμου, από την αθέατη, ετοιμόρροπη σκηνή του Θεάτρου που ακόμη εμπεριέχει λίγη ακόμη ζωή, κι εκείνοι να τρελαίνονται από μία ανόητη χαρά – σαν να βλέπουν αγώνα ράγκμπι – να χειροκροτούν και να ουρλιάζουν σαν λύκοι, λύκοι χορτάτοι που δεν τους νοιάζει η πείνα γιατί ποτέ δεν την έχουν νιώσει στο πετσί τους ακόμη, μέσα στο σμαραγδένιο τετράγωνο κουτί της οθόνης – την γλίτωσε ο μπαγάσας, δεν διαμελίστηκε, θα ζήσει να το πει στην οικογένεια του και να προσευχηθεί πέντε φορές και να φάει τα ρύζια του για άλλη μία μέρα, να ταΐσει τις καμήλες του, αν έχει, να καπνίσει το ιερό του χόρτο και να κάνει έρωτα ξανά με τις πολλές του γυναίκες.  
    Το βλέμμα μέσα στις φωτογραφίες με γερμένο το κεφάλι ήταν φοβισμένο, σαν τον αμνό στα μπλε της στολής με τις ρίγες στο γιακά που έφτανε μέχρι πίσω, όλοι της δικής του σειράς ιδιοφυίες στον τεχνολογικό πόλεμο, οι περισσότεροι γυαλάκιες που κολλούσαν τα ίδια τους τα μάτια με λευκή ή μαύρη ή καφέ μονωτική ταινία γιατί δεν υπήρχε χρόνος να φτιάξουν καινούρια μέσα στο πλοίο, στη φωτογραφία του 1991 μοιάζει πολύ μικρότερος από την ηλικία του όντως, είναι ένα πολύ ήρεμο και πράο αγόρι που όμως έχει πλέον φτάσει τα τριάντα πέντε του χρόνια, η φωνή του είναι αργόσυρτη και χαμηλή σε ένταση, οι κινήσεις του είναι συγκροτημένες, μαλακές κι εμπνέουν εμπιστοσύνη στους ανωτέρους του. Χαμογελάει με ένα γνήσιο Αμερικάνικο χαμόγελο, λεπτό και συγκαταβατικό – ένδειξη πως είχε λείψει πολλά χρόνια από τη χώρα, χαμένος μέσα σε βάσεις από σκουριά και νεκρό δέρμα, κοντάρια που έφταναν στον ουρανό των προπόδων της Σάντα Άννα, τεντωμένος σε σημείο που δεν πήγαινε άλλο, εκπαιδευμένος να αντιδράει πιο γρήγορα απ’ ότι θα μπορούσε να του είχε ποτέ ζητηθεί, να λύνει εξισώσεις που τις διέκρινε το κοφτερό του μάτι μέσα σε σύννεφα από την τσαγιέρα δίπλα από το ξύλινο παράθυρο της κοινής κουζίνας στην βάση του Λος Αλαμίτος που εκεί έβλεπες τα πιο μακρόσυρτα σύννεφα του κόσμου, σαν ουρές από προϊστορικά, ιπτάμενα αιθέρια πλάσματα.
    Η ιστορία του πατέρα ξεκινάει το ’86 όταν η Ελλάδα είχε γίνει πλήρες πλέον μέλος του ΝΑΤΟ, κάποιος του είχε αναφέρει πως σαν διπλός υπήκοος μπορούσε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν ταυτόχρονα θα μπορούσε να κάνει σπουδές στο στρατιωτικό πανεπιστήμιο δωρεάν. Η μεγάλη του λατρεία από πάντα ήταν η θάλασσα, εκείνη η μητέρα όλων των αιώνων και των πλασμάτων που ξεκίνησαν σαν ασήμαντες αμοιβάδες και έβγαλαν τελικά φτερά και διαφέντεψαν τον παλιό κόσμο. Το δεύτερο αγαπημένο του πράγμα ήταν τα αεροπλάνα οπότε το να καταταγεί στο Αμερικάνικο Πολεμικό Ναυτικό ήταν μία θαυμάσια ιδέα με πολλές προοπτικές. Είναι η εποχή που ο ψυχρός πόλεμος ακόμη δεν έχει τελειώσει και τα πλοκάμια του έχουν αρπάξει την μαζική στρατικοποίηση του Αμερικάνικου Ονείρου που παραπαίει μέσα στα φλογερά μάτια του Ρίγκαν και των απόνερων του σκανδάλου Γουότεργκέιτ, μία πληγή γεμάτη βαθύ συντηρητισμό αλλά ταυτόχρονα η κυβέρνηση αρχίζει να μειώνει τους φόρους και τις κρατικές δαπάνες, οι πλούσιοι γίνονται αισχρά πλούσιοι και οι φτωχοί ψοφάνε στην άκρη του σπασμένου πεζοδρομίου κάτω από την ζοφερή κουβέρτα του χιονιού, τα Ριγκανόμικς αποδείχθηκαν Νέμεσις για την εργατική τάξη, και ξεκίνησε η χειρότερη στασιμότητα στην οικονομία μετά από δύο δεκαετίες ανάπτυξης. Οι μισθοί είχαν θαφτεί και η φτώχεια είχε αυξηθεί κατά είκοσι τα εκατό. Βγήκε στην επιφάνεια το σκάνδαλο με τη Νικαράγουα και το Ιράν που χρηματοδοτούσε κρυφά τους Κόντρας…αλλά να που οι όμηροι στην Τεχεράνη να πρέπει να ανταλλαχθούν με όπλα. Η Σοβιετική Ένωση είχε αρχίσει να αναπνέει βαριά και μετά την εισβολή της στο Αφγανιστάν όλα είχαν τελειώσει για το μεγάλο Κόκκινο Τέρας που είχε τρομάξει δέκα γενιές αφράτων Αμερικανών που τώρα όμως πέθαιναν στους δρόμους και κάτω από υγρά δέντρα με σκουλήκια μέσα στα μήλα και στα πνευμόνια τους. Ο Πόλεμος Των Άστρων είχε πάρει να θεριεύει μέσα στα διογκωμένα Αρειανά κεφάλια των παρακρατικών του Λευκού Σπιτιού που έπιναν το αίμα του χώματος το οποίο έσταζε από φλέβες ανοιχτές σε όλες τις μεριές του ορίζοντα. Ο Γκορμπατσόφ δέχτηκε να ξεκινήσει τα εντατικά μαθήματα μπέιζμπολ που του αναλογούσαν για να μπορέσει να υπογράψει την σύμβαση για τον έλεγχο των όπλων της ετοιμοθάνατης χώρας του, και η Θάτσερ ξεσκόνιζε τα καλά της ποτηράκια του τσαγιού για να υποδεχτεί τον αγαπημένο της Πρόεδρο Ρίγκαν ένα θολό και μελαγχολικό απόγευμα στο καρυδένιο γραφείο της στην Ντάουνινγκ Στριτ για να μιλήσουν για τις πολύ συγγενικές τους απόψεις για τον κόσμο. Η Αυτοκρατορία του Καλού έπρεπε να προστατευτεί πάση θυσία με πύραυλους από το διάστημα έστω κι αν αυτές οι εικόνες που χρειαζόταν για την προπαγάνδα του να προέρχονταν από κάποια ταινία του Σπίλμπεργκ η του Λούκας. Η Αυτοκρατορία του Κακού, όποια κι αν ήταν αυτή, έπρεπε να καταστραφεί ακόμα κι αν αυτό έπρεπε να γίνει μέσα από το φτηνό σελιλόιντ.
    Ο πατέρας όμως ποτέ δεν περίμενε πως θα γίνει πραγματικός πόλεμος. Μετά από δύο χρόνια εκπαίδευσης στο Λος Αλαμίτος πήρε μετάθεση στην Ελληνική Δύναμη σαν ταγματάρχης κι εκπαιδευτής προσωπικού του Ελληνικού Ναυτικού το οποίο ήταν κάτω από την φτερούγα του Αμερικάνικου Στόλου της Μεσογείου. Από το καινούριο αεροπλανοφόρο «Ρούσβελτ» πήρε μετάθεση στη φρεγάτα «Λήμνος» η οποία είχε σαν αποστολή την υποστήριξη της Αμερικάνικης Αποστολής στο Κουβέιτ με βοηθητικά πυρά εκ θαλάσσης. Μετά την ειδικότητα του σαν εκπαιδευτής νεοσυλλέκτων χειριστών Σκουντ αναβαθμίστηκε σε ταγματάρχης ηλεκτρονικών συστημάτων αεροναυπηγικής. Στην αρχή ήταν πολύ χαλαρά, με τις πρώτες αποστολές για δοκιμαστικές βολές στην Νορβηγία, μέσα στο μπλε του πάγου του αρκτικού κύκλου - ένα μυστικό τυλιγμένο μέσα σε μία περγαμηνή από φως που δεν ήταν ικανός να αποκρυπτογραφήσει τα παλμικά της μηνύματα. Το ’89 σαν μέλος του έκτου στόλου ήταν η σειρά τους να κάνουν την περιοδεία τους στην Μεσόγειο πάνω από έναν ήλιο Θεό που τους είχε βοηθήσει όλους στα αυχενικά τους, στους παράξενους πόνους στη μέση και στα κόκαλα από την υγρασία ίσως, στους κοφτερούς πονοκεφάλους μετά από ώρες και ώρες προσήλωσης πάνω στα μόνιτορ και κάτω από τις λαδωμένες κοιλιές των αεροπλάνων.
    Ποιος όμως μπορούσε τώρα να αναγνωρίσει τον πατέρα; Μόνο όταν γύρισε από τη Μεσόγειο ο Χόρνι κατάλαβε πως ίσως ο γέρος να ήταν ένας γνήσιος ήρωας, τρελαμένος από το αλάτι και τα ηλεκτρονικά όρνια της οθόνης, κανένας τους δεν τον είχε δει πραγματικά μετά από αυτό το ταξίδι μολονότι το πρόσωπο του βρισκόταν σε όλα τα νομίσματα των δραστηριοτήτων της οικογενείας, πίσω από κίτρινα και πολυκαιρισμένα σουπλάν, πάνω στις ετικέτες των απορρυπαντικών που χρησιμοποιούσε η μητέρα, σε επιδέσμους και τσάπες πίσω από τον πέτρινο φούρνο στον κήπο που ήταν χτισμένος με βαριές, αρχαίες πέτρες της Φαιστού, κλεμμένες από τον ίδιο από εκείνο το περιφραγμένο μέρος πριν από τη Μητρόπολη Μεσαράς στην Κρήτη, μολονότι η προσωπογραφία του με τη στολή και τη σημαία της Ελλάδας κάτω από εκείνη της Αμερικής, με το λιοντάρι και τον δράκο, τις γαλανές ρίγες που του έφερναν αναγούλα όταν τις κοιτούσε, περισσότερο κι από το κούνημα των πλοίων, ήταν όλα εκτεθειμένα για όλους, όλες τις ώρες, παντού, ήξερε πως ήταν όλα κάλπικα από εικόνες της τηλεόρασης που είχε παρακολουθήσει μικρός πάνω στον καφέ σαν άλογο καναπέ της οδού Κορδελιού, από φωτογραφίες που είχαν έρθει από την εποχή του Ουρανού και του Διαστήματος, όταν όλοι οι πατεράδες ήξεραν πως ο δικός του πατέρας ήταν αυτός που ήταν και ποτέ δεν θα γύριζε πίσω στο γλυκό αγόρι που χαιρετούσαν οι κυρίες στο φούρνο, είχε αισθανθεί τους φίλους του να το λένε, όπως κι εκείνοι με τη σειρά τους το είχαν ακούσει κάπου, σε κάποια μελλοντική παρέλαση σκιών μέσα στα δικά τους μίζερα, σκοτεινά δωμάτια κάπου στο Βύρωνα.
    Από παιδί τον είχαν μάθει να πιστεύει πως ο πατέρας ζούσε μέσα σε ένα παλάτι δύναμης γιατί κάποιος τον είχε τσακώσει να βάζει φωτιά μέσα σε εσοχές μία νύχτα του Πάσχα, ένας άλλος εξιστορούσε πως είχε δει τα λυπημένα του μάτια, τα ανύπαρκτα χείλη του, το τρεμάμενο του χέρι που άδραχνε το κενό κάτω από μία μουριά που δεν είχε ποτέ κλαδευτεί, μέσα από το αμάξωμα ενός δημοτικού οχήματος καθαριότητος στολισμένο με ιερατικά άμφια της Προεδρικής Φρουράς, γιατί μία Τετάρτη σαν αυτή εδώ, πριν από πολλά χρόνια, του είχαν υποδείξει τον κουτσό γύφτο που ήξερε απέξω όλα τα ποιήματα του Νερούδα και του Βαγιέχο και στα έλεγε υπομονετικά μόνο για ένα χιλιάρικο, τότε, κι εκείνος είχε κάνει νόημα να ανοίξει το βέβηλο του στεγνό στόμα, με το χέρι μέσα στην τσέπη, έτοιμο να τον χαστουκίσει ή να τον πληρώσει, κι αυτός είχε σχεδόν ξεχάσει την αναπηρία του και είχε τρέξει μέσα στο χωμάτινο δειλινό που γέμιζε τα μάτια με σκόνη, με μία χούφτα κέρματα, μία δίκαιη ανταλλαγή αγαθών για το γύφτικο του, αυτοσχέδιο θίασο που είχε δώσει μόνο για τον πατέρα, αν και ποτέ δεν τον είχε δει να φανερώνεται μέσα από την πυκνή μουριά, όχι επειδή δεν ήθελε αλλά γιατί κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν τον είχε πραγματικά «δει» μετά την εποχή του ίνφραρεντ εμετού πάνω στο σμαραγδένιο μόνιτορ με τον λευκό σταυρό που μπορούσες να κοιτάξεις μέσα στην χαράδρα της νύχτας και να πετάς πολύ χαμηλά σε κάθε καιρό σαν τον διάβολο, αλλά γνώριζε πως ένα κομμάτι του πατέρα βρισκόταν ακόμη εδώ, το ήξερε γιατί ο κόσμος δεν ήταν επίπεδος, η ζωή προχωρούσε αγκαλιά με το μαύρο κουφάρι του θανάτου, τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία είχαν ξεκινήσει να βράζουν μέσα σε λευκά κουτιά από σιλικόνη στην ίδια την πεδιάδα που ήταν φτιαγμένη από το ίδιο υλικό, η μπάντα της Φιλαρμονικής Αθηνών είχε όλη συνταξιοδοτηθεί πλέον και τα σαχλά της ταγκό και οι βαρετές της πόλκες είχαν πάψει να ηχούν έξω από τα ανοιχτά παράθυρα τις Κυριακές κάτω από τις σκονισμένες νεραντζιές και τα χλωμά φανάρια της πλατείας Προσκόπων κι άλλοι απελπισμένοι πρώην ψάλτες ή παρατρεχάμενοι, ηλικιωμένοι μουσικάντηδες έπαιρναν τη θέση των ήδη πεθαμένων προκατόχων τους μόνο και μόνο από ανάγκη για συνέχεια.
    Μετά από την εξαντλητική περιοδεία στη Μεσόγειο ο πατέρας είχε επισήμως αναλάβει το εργαστήριο του τμήματος του, με πέντε άτομα προσωπικό που κανείς δεν ήταν μόνιμος (μία μοίρα που θα την ενστερνιζόταν και ο γιος του με την κατάρα των Πρακτικάριων) αλλά έδιναν το βοηθητικό τους παρών όταν υπήρχαν κονδύλια για καύσιμα και κενές θέσεις μέσα στα αεροπλάνα. Ο πατέρας ήταν υπεύθυνος για τις επιδιορθώσεις μέσα στο τμήμα. Γυρίσανε πάλι πίσω στην Αμερική για τις πιο σοβαρές επισκευές σε μία ευθυγράμμιση της καθημερινότητας των χιλιάδων στρατιωτών της ναυτικής βάσης της Νέας Ορλεάνης στη Λουιζιάνα. Όταν το πλοίο βρισκόταν αραγμένο εκείνος επιτέλους αισθανόταν πως είχε μία φυσιολογική δουλειά σαν δημόσιος υπάλληλος κάποιου σιδερένιου κράτους που πλέει γαλήνιο πάνω στο νερό, πληρωνόταν έναν καλό μισθό, είχε αυτοκίνητο και διαμέρισμα, πράγματα απλά και αναγκαία για να ζήσει κανείς αξιοπρεπώς. Το ωράριο ήταν κανονικό, πήγαινε στις οχτώ κι έφευγε στις τέσσερις. Μετά το Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ κι όλα γαμήθηκαν.
   Τον Αύγουστο του ’90, τέσσερις μέρες μετά την εισβολή ο ΟΗΕ εξέδωσε ένα σκληρό ανακοινωθέν λέγοντας πως απαιτούσε την άμεση και άνευ όρων αποχώρηση των Ιρακινών στρατευμάτων από τα κατεχόμενα εδάφη. Και τότε ήταν πάλι που ο πατέρας, όπως τα τελευταία χρόνια, όταν από μέσα σου είχαν σταματήσει να ακούγονται ανθρώπινοι θόρυβοι, αλλά ούτε και αιθέριες φωνές από πουλιά, και οι πύλες από ατσάλι και κάρβουνο είχαν σφαλίσει μια για πάντα, ήξερε πως κάποιος βρισκόταν μέσα στο δακρυσμένο κτίριο του σώματος του πατέρα, γιατί τη νύχτα φαινόντουσαν τα φώτα μέσα στα μάτια του που έμοιαζαν με φώτα καραβιών όταν βρισκόταν το κεφάλι του μπροστά από μία εικόνα της θάλασσας, κι όσοι τόλμησαν να πάνε κοντά στο πρόσωπο εκείνο, ίσως μόνο η μητέρα που ήταν η πιο γενναία, αφουγκραζόντουσαν έναν ορυμαγδό από πυραύλους και φυσήματα σκάρτου καυσίμου πίσω από τεράστιους και ψηλούς τοίχους από σάρκα κι ένα μεσημέρι του Μαρτίου είχε δει ένα σκυλί να κοιτάει τον λευκό ουρανό από το μπαλκόνι του πατέρα, και σκέψου, ένας αδέσποτο σκυλί στο μπαλκόνι του με μπαταρισμένο δέρμα, πόσο γελοίο και ντροπιαστικό, τι άθλια χώρα να ζεις, αλλά έγιναν τόσες προβλέψεις για το πώς βρέθηκε εκεί το σκυλί, αφού όλος ο κόσμος γνώριζε πως τα κουτσά σκυλιά δεν μπορούσαν να πηδήξουν δέκα μέτρα και να αράξουν σε μπαλκόνια σαν πρίγκιπες του σκότους, κι ακόμα πιο πολύ εκείνα τα πιο απομακρυσμένα θεάματα πίσω από το φως που τον θάμπωνε, που στο τέλος δεν ήξερε αν τελικά είχε δει το σκύλο στ’ αλήθεια ή απλώς το είχε ονειρευτεί σαν την ψυχή του ίδιου του πατέρα.
    Πλέον κανείς δεν είχε φανεί κοντά σ’ εκείνο το μέρος της απώλειας, ούτε θα ξαναφαινόταν μέχρι το χάραμα του περασμένου Δεκέμβρη, τότε που άρχισαν να φτάνουν πάλι τα πρώτα αρπακτικά της θύμησης, πάνω από την μαρκίζα του πολυκαταστήματος, όπου φώλιαζαν από πάντοτε, έφτασαν αμέσως κι άλλα από μέσα όμως αυτή τη φορά, πάνω στο κεφάλι του Χόρνι, σαν πονοκέφαλος, σαν μάτι. Ήρθαν σε στάδια, σαν κύματα από τη γραμμή μίας σειράς από διασπάσεις άλφα, μία θάλασσα από ρινίσματα υαλομορφών, εκεί που κάποτε ήταν το έδαφος, το πλακάκι, πετούσαν κάθε μέρα πολύ βαριεστημένα, σε κύκλους που δημιουργεί το μάτι, ο οφθαλμός που είναι η εικόνα του κόσμου του καταστήματος και όλες οι αποχρώσεις μέσα του είναι χωρισμένες σε ομόκεντρους κύκλους, ο αισθητήρας αντιστοιχεί στο δάσος που περιβάλλει το εσωτερικό του από παντού· μία άλλη απόχρωση είναι η ενδοχώρα που περιβάλλεται από τους φτωχούς ή που βρίσκεται ανάμεσα από το κύκλωμα και τον καθρέπτη του αισθητήρα· μία τρίτη βρίσκεται στη μεσαία περιοχή: είναι η Ιερουσαλήμ του εμπορίου, το κέντρο και η ψυχή του. Αλλά υπάρχει και μία τέταρτη απόχρωση, η κίνηση του οφθαλμού που είναι ο ίδιος ο Θεός – το κέντρο όλων των πραγμάτων, και διαμέσου αυτής είναι δυνατή η όψη ολόκληρου του κόσμου.
   Είχε ήδη ξεκινήσει το εμπορικό εμπάργκο στο Ιράκ και μία συσσωρευμένη κίνηση στρατιωτικών δυνάμεων μαζευόταν στη Μέση Ανατολή η οποία θα διαρκούσε έξι αργόσυρτους μήνες. Στην αρχή ο πατέρας δεν είχε αναλογισθεί πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει άμεση σχέση με αυτούς, αλλά καθώς η όλη επιχείρηση γιγαντωνόταν διαφαινόταν πως κάτι θα συνέβαινε και μάλιστα σύντομα. Αυτό όμως δεν τους είχε εξοστρακίσει από την ρουτίνα τους – η επόμενη περιπολία θα ξεκινούσε τον Γενάρη του ’91. Εκείνη τη φορά θα έκαναν πρωτοχρονιά στο πλοίο σαν θαλασσινά παιδιά που περίμεναν έναν μπασταρδεμένο, κόκκινο Ποσειδώνα της κόκα κόλα – η τρίαινα είχε χαθεί από τα χέρια του πια και δεν έμοιαζε καθόλου οργισμένος με εκείνα τα παιδιά που είχαν στο βλέμμα τους την απάθεια και καμία αδημονία για μία δική τους Ιθάκη -  να τους φέρει τα αλμυρά του, πικρόγλυκα δώρα.
    Πάνω από το κτίσμα της αόρατης εξουσίας, ένα πριγκιπικό φτέρωμα από νέφη και μία αιματοβαμμένη ραχοκοκαλιά έδινε σιωπηλά τη διαταγή να αρχίσει το κομμάτιασμα των παραθύρων, εκείνος ο αέρας των αποθανόντων ελπίδων για κάτι το στιβαρό ή σταθερό, το πισωγύρισμα των όρνιων από εκείνα τα τζάμια, που μόνο σε κτίσμα στοιχειωμένο από φαντάσματα του πολέμου θα μπορούσε να βρει κανείς. Κάτω στην ξηρά, όταν πλέον όλοι είχαν προσευχηθεί για την ομαλότητα των επιχειρήσεων, το πεζικό μέσα στο καυτό τηγάνι της ερήμου, μέσα στα άδυτα ενός περασμένου βασιλείου, έψαχναν για το πτώμα που το είχαν στιγματίσει οι μύγες, το ίσιο χέρι της γυναίκας που βαστούσε το σκήπτρο, χόρτα και ζιζάνια φύτρωναν εκεί, μέσα στον βυθό από άμμο, κυρίως μέσα στις εσοχές ανάμεσα των γλουτών, και το μουνί της ήταν υποβασταζόμενο από επιδέσμους που συνωστίζονταν τα παράσιτα του Ιρακινού στρατού, ένα πρησμένο μέλος που ήταν το μόνο που είχε μείνει όρθιο, προτού καν ξεκινήσουν οι βομβαρδισμοί, παρόλο που ήταν μεγάλο σαν πλευρό βοδιού, αλλά ούτε και τότε είχε τολμήσει ο πατέρας να πιστέψει τον θάνατο της, γιατί ήταν η δεύτερη φορά που την έβρισκαν νεκρή, μέσα στην έρημο, μονάχη και ντυμένη μόνο τον άνεμο.
    Καθώς το «Λήμνος» ταξίδευε προς τον Περσικό Κόλπο - οι μάντισσες το είχαν προείπει μέσα στις προφητικές τους λίμνες πως θα έγκειτο μία καταστροφή - οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Ιράκ και τον υπόλοιπο κόσμο ναυαγούσαν πανηγυρικά. Ο πατέρας αισθανόταν την παγωνιά μέσα στις καμπίνες που έσταζαν τρόμο για κάτι το επικείμενο, επικρατούσε μία τρανταχτή αλλά ταυτόχρονα σιωπηλή περισυλλογή μέσα σε όλα τα πράγματα και τα καρκινογόνα βάμματα των λαμαρινών, όλο το προσωπικό ήταν ολιγομίλητο και υποψιασμένο από ψιθύρους και χτύπους βημάτων. Υπήρχαν ακόμα και στις τάξεις των τεχνικά καταρτισμένων τα πιο ακραία στοιχεία που σιγοτραγουδούσαν από πριν την μελωδία του πολέμου, προβάριζαν τις πιέσεις των δαχτύλων τους πάνω στις σκανδάλες, συλλάβιζαν απαγορευμένες λέξεις που μόνο στο άκουσμα τους ντρεπόσουν που είχες γεννηθεί άνθρωπος. Ευτυχώς όμως μιλάμε για ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληρώματος. Ο πατέρας ήθελε να βλέπει τον εαυτό του και τους συναδέλφους του σαν επαγγελματίες, σαν εκείνους που κυκλοφορούν σε μία πολυάσχολη πόλη μία ηλιόλουστη Δευτέρα και αδημονούσαν για κάτι το πολύ απλό όπως ένα τσιγάρο ή ένα πιάτο με ζεστό φαγητό ή λίγο κλεμμένο ύπνο του μεσημεριού. Ήταν όλοι τους υδραυλικοί, μηχανικοί, δικηγόροι, χασάπηδες, ηλεκτρολόγοι, συμβολαιογράφοι, ταξιτζήδες. Κανείς δεν είχε σκοτώσει ποτέ, δεν είχαν καν εκπαιδευτεί να αφαιρούν ζωές, εκείνοι δεν ήταν όπως τις Ειδικές Δυνάμεις που μαθαίνουν πώς να πυροβολούν ή να μαχαιρώνουν ένα κορμί μέχρι θανάτου.
    Την πρώτη φορά που βρήκε ξανά μπροστά του τη μορφή του πατέρα του, στην αρχή της θητείας του σαν υπάλληλος του Μούλτιτσάμπα, η Διοίκηση ήταν ακόμη πολύ ζωηρή σε θέματα προώθησης και υγιούς ανταγωνισμού, ώστε εκείνος να αισθάνεται την απειλή μέσα στα κόκαλα του ακόμα και την μοναξιά του σταθμού εργασίας του και, παρ’ όλα αυτά, εργαζόταν και απέδιδε λες κι επρόκειτο να μην γεράσει ποτέ, να μην πονέσουν ποτέ οι σύνδεσμοι των κλειδώσεων του, αν και το πρώτο του κατάστημα δεν έμοιαζε καθόλου με κτίσμα εξουσίας των φτωχών, αλλά μία εμποροπανήγυρη που έπρεπε κανείς να ανοίγει το δρόμο του μέσα από μοδάτες νοικοκυρές, βλαμμένους παρατρεχάμενους έφηβους καριερίστες ετικετών υπολογιστών, χαζεμένους πελάτες που δεν αγόραζαν ποτέ τίποτα, ξυπόλητες θεότητες της μικρότητας που ξεφόρτωναν τα ειδεχθή τους φορτία στους διαδρόμους που εκείνος πατούσε με τα ευλογημένα του, διανοούμενα πόδια, περνώντας ανάμεσα από κυράτσες με πεινασμένα για ξύλο ανίψια που γλυκοκοιτάζανε τις συσκευασίες των Λέγκο περιμένοντας το θαύμα της δωροεπιταγής που ποτέ δεν ερχόταν, ήταν αναγκασμένος να πηδάει πάνω από ποταμάκια εταιρικού εμετού και ευσπλαχνίας του ενός λεπτού από τις βρωμόστομες πυραμιδικές παλλακίδες με τα φορητά έντομα πίσω στις πλάτες τους, να ουρλιάζουν λέξεις που σχημάτιζαν νούμερα πάνω στα ράφια κι άλλαζαν τις διακοσμήσεις των προϊόντων κάθε δύο ημέρες κι έφερναν φρέσκιες συντεταγμένες προώθησης και τραγουδούσαν άσματα για απατηλά κέρδη με το ρυθμό που βαρούσαν τα μυαλά τους πάνω στα ξερά κάγκελα των ψευδοροφών μέσα στην φασαρία των κουρασμένων πελατών που έβρισκαν κότες με χρυσά αυγά μέσα σε πλαστικές πλέξεις και πόρνες να ανταλλάσουν γνώμες με φαντάρους μέσα στις τουαλέτες και την Αγία των Φωριαμών και φωνές από πλαστικά πουλιά και καβγάδες παρκαδόρων, γιατί κανείς δεν ήξερε ποτέ ποιος ήταν ποιος και εκ μέρους ποιου σε εκείνο το μέρος της όρθιας μιζέριας, όπου βασίλευε το παράδοξο κενό του χρήματος ώστε ήταν δυνατόν να καταστραφεί ακόμα και με το φύσημα ενός καλοσχηματισμένου στόματος.
    Και να που το πιάτο με το κρύο, χθεσινό ΒΡΑ.ΔΥ.ΡΟΦ.ΚΑ.Α του Κουρήτη έρχεται μέσα στα ασθενικά χέρια του Πρακτικάριου Πίτσα και να που του θυμίζει την παλιά, καλή διαδικασία της προετοιμασία του διάσημου ροφήματος που έχει μείνει στην ιστορία του άντεργκράουντ σαν κάτι το πολύ ασήμαντο-σημαντικό, θαυματουργό και υπερβολικά ιδεώδες.
    Μέσα από μία ξύλινη πόρτα βαμμένη πορτοκαλί, από τη μυστική καταπακτή, σκάει η ανάμνηση, όταν ήταν ακόμα στο κεντρικό κατάστημα και όχι μέσα σε εκείνο το φωτοτυπείο της στοάς. Η ρουτίνα: βάζεις στην πρίζα την καφετιέρα που την είχε αγοράσει η administrator από τον Κωτσόβολο το περασμένο καλοκαίρι που όλοι οι εθισμένοι είχαν βάλει ο καθένας 5 ευρώ αλλά όχι όλοι...δεν θυμάσαι τώρα ακριβώς ποιος και τι...Βράζεις τους χοχλιούς μέσα στην καφετιέρα, βγάζεις την ψίχα μέσα από το καβούκι προσεχτικά με το στραβό, ειδικό πιρούνι, φτιάχνεις φρέσκια πορτοκαλάδα. Παίρνεις αλεύρι από το ντουλάπι με τα σουίφερ, κάνεις ένα μίγμα με αυγό, χοχλιό, γάλα και το πετάς όπως είναι μέσα στην καφετιέρα ξανά. Φυσάς τις μύξες σου σε μία χαρτόκουτα, αρκετά λεπτή έτσι ώστε να μην ερεθιστούν τα ήδη κόκκινα, συγκαμένα ρουθούνια σου που είναι ήδη γεμάτα με ευρυαγγεία. Τέλεια. Κάπως έτσι θα ίσιωνα όλα εκείνα τα πληγιασμένα από το άγχος έντερα της Αθήνας...Λίγο βιτάμ, βγάζεις κι άλλους χοχλιούς (να επιτέλους που χρησιμεύει το μακρύ νυχάκι στο μικρό δάχτυλο του χεριού – εκτός από το να ξύνεις το αυτί σου), τους κόβεις στη μέση. Όταν το βιτάμ μέσα στην καφετιέρα αρχίσει να βγάζει φουσκάλες, ρίχνεις μέσα τα κομμάτια των σαλιγκαριών. Ανάβεις στο τέρμα την καφετιέρα, μπαμ, θα μας τινάξει όλους καμιά μέρα αυτός εδώ ο σκερβελές, χε, χε, μάλιστα. Πετάς, πάνω στο ειδικά μεταμοσχευμένο μάτι που πλέον αντιπροσωπεύει κάτι σαν ψησταριά, ολόκληρα σώματα χοχλιών. Βρίσκεις τη σαντιγί...Μπουκάρει μέσα στην κουζίνα ο Πίτσας με την πορτοκαλί του κάπα που από πίσω έχει φυσικά το σήμα του Μούλτιτσάμπα που δεν είναι τίποτε άλλο από έναν άνθρωπο που τεντώνεται για να πιάσει κάτι από ένα ράφι, γλιστράει πάνω σ' ένα γλοιώδες καβούκι στο πάτωμα και σωριάζεται με τον κώλο στο γεμάτο με μυξόχαρτα πάτωμα.
    «Είμαι όρκα» μουρμουρίζει. «Εκείνοι στο Πλαίσιο μπορούν να πουλήσουν ακόμη και...φάλαινα. Τι είδα σήμερα το πρωί;».
    «Εκείνο το Κουνταμπάφερ;».
    «Ναι...εκείνο το υποκείμενο...εκείνο το γεροντίστικο καπέλο».
    «Το είδα από το μόνιτορ της κάμερας της αποθήκης. Πριν από δέκα λεπτάκια. Μου φάνηκε κάπως περίεργος. Δεν είδα τίποτα να σουφρώνει. Μάλλον θα έγινε κάποιο σφάλμα και η αρνητική πώληση κάπου θα κόλλησε...έμεινε στο αρχείο...η απλά το έχουν βελτιώσει ακόμη πιο πολύ».
    «Χμμμ...δέκα;». Κοιτάει το χοντρό του ρολόι.
    «Περίπου». Ο Πίτσας σωριάζεται στον καναπέ, και προσπαθεί να τινάξει από το παντελόνι του ένα καβούκι που έχει λιώσει κι έχει κολλήσει εκεί. Ο Χόρνι πηγαίνει μέχρι τον υπολογιστή και προσπαθεί να συντάξει ένα ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς τη Μαγούλα. Πρέπει να περάσουν τουλάχιστον δύο ώρες μέχρι να του απαντήσει κάποιος, αλλά ξέρει πως δεν θα πάψει να πιστεύει στην παρολίγον Απόλυτη Κλεψιά που μόλις έγινε μάρτυρας. Ο ίδιος ο Χριστούλης το σταμάτησε, σαν χοχλιός που λιώνει κάτω από το τακούνι του. Το μήνυμα που έρχεται γράφει: ναι το είδαμε κι εμείς, χμ, χμ, χμ. Αυτό τώρα μπορεί και να του χαλάσει την όρεξη για πωλήσεις.
      «Το έχασαν μετά από την αρνητική πώληση. Το αποκαλούν πρόωρη Κλεψιά. Αφήνει πίσω τα προϊόντα. Δεν ολοκληρώνει. Δεν βγαίνει από την Έξοδο».
     «Καλά μη σκας βρε όρκα μου», λέει ο Πίτσας, που πάλι σέρνει το κουφάρι του προς τον διαλυμένο ψύκτη που έχει πιάσει γκαζόν από τη βρώμα.
    «Θα στείλουν κι άλλους». Σωστός ο Πίτσας. Πάντα ένα βήμα πιο μπροστά από τους άλλους πρακτικάριους. Ο Χόρνι, για μερικά λεπτά, περιμένοντας να στείλει πίσω στη Μαγούλα, σκεφτόταν ο Κλέφτης πέρασε, το ΒΡΑ.ΔΥ.ΡΟΦ.ΚΑ.Α. σώθηκε, αλλά φυσικά αυτό δεν είναι μόνιμο. Σωστά; Όντως θα στείλουν κι άλλους και ο καθένας έχει τις ίδιες πιθανότητες να σου χαλάσει τις ημερήσιες πωλήσεις και...μη χειρότερα...να αρχίσει να κλέβει τους ίδιους του πελάτες ή τους ίδιους τους πωλητές μας. Κανείς όμως, και στα δύο μέρη του «μετώπου», δεν γνωρίζει πόσους ακόμα θα στείλουν. Τι θα πρέπει να γίνει λοιπόν; Να σταματήσουμε να πουλάμε προϊόντα και τα υποπροϊόντα τους; Να παραιτηθούμε; Να χάσουμε τις δουλειές μας; Ο Γκόμεζ στέκει στον σταθμό εργασίας του, κρατώντας έναν από τους μεγαλύτερους χοχλιούς του Κουρήτη έτσι που είναι σαν να κρέμεται από το ιδρωμένο του τζιν παντελόνι – και, τρίβοντας με το άλλο του χέρι το καμπυλωτό του, πράσινο καβούκι, σιγομουρμουρίζει και υποδέχεται αυτό το πρωινό μ' ένα παλιό τραγουδάκι με τον ευφάνταστο τίτλο Ο Σκουπιδάρης από Χόρνιπς (μπουμ μπουμ μπουμ...δεν είναι δυνατόν να χάσω με το σταφ που παίρνω!). Πριν προφτάσει να τραγουδήσει και τη πρώτη στροφή – μιας και ξεκίνησε απ' τη δεύτερη - ο χαρούμενος Νόντας δέχεται ένα ξεγυρισμένο ΝΤΟΥ από κλωτσιές και φάπες, ακόμη και με το ίδιο του το τεράστιο καβούκι, από τον Ντελούξ Μανιόρο, τον Μαρούλη και τον Μοζ τον Χοντρό, μεταξύ πολλών άλλων. Στην κουζίνα των υπαλλήλων, απαγορευμένα σακουλάκια με σούπερ απαγορευμένα πικάντικα συστατικά σιροπιού κατηφορίζουν δήθεν αδιάφορα μέσα στο σκεύος της καφετιέρας του Κουρήτη, και σύντομα αρχίζουν να σιγοβράζουν. Ο καφές με τη μαρμελάδα μόλις έφτασε από τα Σταρ Μπακς. Πάνω σ' ένα σταντ με παιδικά καπελάκια για το καλοκαίρι που ο Ντελούξ Μανιόρο έσπασε με τόλμη σε μία απογευματινή επίθεση μυστικών υπαλλήλων του Πλαισίου, και που πάνω της υπάρχει ακόμα η στάμπα με το αίμα του και που εντελώς τυχαία έχει σχηματίσει τη γελαστή φατσούλα της κονκάρδας του Κομίντιαν, ο Ριφ Ραφ ψιλοκόβει γυμνά σώματα χοχλιών με τον ελβετικό του σουγιά, από δίπλα του ο νευρικός Κουρήτης ανακατεύει το μίγμα και το κάνει ζύμη για κρέπα, τόσο αφράτη λόγω της παιδικής, μη τοξικής πλαστελίνης (το μυστικό συστατικό που κανείς δεν ξέρει), ουσία που τελευταία είναι τρομερά δυσεύρετη, την οποία ο Γκόμεζ αντάλλαξε μ' ένα ίσο αριθμό από πακέτα σπάνιων Πανίνι από έναν προδότη του Κωτσόβολου, και με το άλλο χέρι ανακατεύει τη σοκολάτα, όχι με ιδιαίτερη σπιρτάδα θα έλεγε κανείς, ενώ ο κατσουφιασμένος Νόντας, πίνοντας συνέχεια γερές δόσεις από ένα μπουκάλι Ρεντ Μπουλ μπασταρδεμένο με καφέ, βότκα και κάτι άλλο απροσδιόριστο, προσέχει να μην καούν οι χοχλιοί στο τιγκαρισμένο με λάδι τηγάνι-καφετέρια. Κοντά στην τουαλέτα των ανδρών, ο Μαρούλης και ο Καλατράβας Τζέι Αρ στέκονται σιμά σ' ένα πολυουραιθανιακό ομοίωμα-έκτρωμα της Πάρνηθας, που κάποιος φανατικός υπάλληλος-σκιέρ εργάστηκε πολύ καιρό για να το κατασκευάσει, μετρώντας και κόβοντας ξεραμένο αφρό, πριν πάρει χαμπάρι πως ήταν αδύνατον να το μεταφέρει στο πολυκατάστημα, έτσι το έκοψε και το ξανακόλλησε με τσίχλες Μπιγκ Μπάμπολ, και χτυπάνε τα πλευρά του περίφημου βουνού, με κάτι γρανιτοθερμούς γεμάτους με πάγο από κόλλα Ούχου και πιπέρι, με σκοπό να φτιάξουν παγάκια από πικάντικο Ούχουπέπερ για τα διάσημα εσπρέσο χοχλιού του Κουρήτη. Αχτένιστοι, αξύριστοι, με αρχιδοσακούλες κάτω από τα μάτια και ανάσες που μαρτυρούν χαλασμένα δόντια και στομάχια, ο Μαρούλης και ο Καλατράβας Τζέι Αρ είναι οι ανθρώπινες ρόδες που κινούν εκείνο το σαχλό βουνό. Αλλού μέσα στο πολυκατάστημα, άλλοι συνάδελφοι στη βαρεμάρα ξεσκεπάζονται από πορτοκαλί κάπες (κάποιος προσπαθεί να σκουπιστεί με τη δική του νομίζοντας πως κανείς δεν τον βλέπει), κατουράνε σε γωνίες γεμάτες με φελιζόλ και πορτοκαλί παλέτες, κοιτάζονται με απαξίωση μέσα σε οθόνες κινητών, ρίχνουν πράσινο τσάι, καφέ και νερό πάνω σε καράφλες, βάζουν με κόπο τα εταιρικά τους κορδόνια (ο ζυγός που κανείς δεν γλιτώνει), αλείφουν μουστάκια με λιποζάν, με χέρια που έχουν ήδη μάθει τη διαδικασία αυτόματα, τραγουδάνε μελωδίες από ποπ, εφήμερα άσματα που τους στίχους δεν ξέρουν ακριβώς, κουρνιάζουν κάτω από κλιματιστικά με την ψευδαίσθηση πως θα ζεσταθούν, αρχίζουν σιγά, σιγά να μιλάνε για τις διαδικτυακές παραγγελίες που πρέπει να βρουν σε λιγότερο από μία ώρα, σαπουνίζουν μασχάλες, χασμουριούνται, σκαλίζουν αυτιά και μύτες, ψάχνουν φωριαμούς για κάποιο στοιχείο του περάσματος της Μαϊμού του Λέινγκ, κάποιου, ίσως, μη εξαρτημένου ψυχωτικού συμβάντος, το οποίο τους κόστισε μία πληγή στο δάχτυλο. Τώρα, ανάμεσα σ' όλα τα τμήματα, παίρνοντας τη θέση του φρεσκοσφουγγαρισμένου πατώματος με το προπέρσινο νερό της σφουγγαρίστρας των υπαλλήλων καθαριότητος, της ιδρωτίλας και της αποφοράς της κακής ψυχολογίας ενός ακόμα δεκαώρου, αναπτύσσεται η αρχέγονη μυρουδιά του ΒΡΑ.ΔΥ.ΡΟΦ.ΚΑ.Α.: περίπλοκη, ντροπαλή, μυτερή, εκφυλιστική, δημοφιλής, τέλεια και συγκλονιστική, πιο πολύ κι απ' το πολυπόθητο ηλιόφως, μετουσιώνει τα πάντα, κατακλύζει όλες τις πλευρές, όχι τόσο λόγω κάποιας έντονης προσωπικότητας ή ξεδιαντροπιάς, όσο λόγω της θαυμάσια παραποιημένης χημικής της δομής, και ασπάζεται με όλους το μυστικό του αλχημιστή, σύμφωνα με το οποίο – αν και δεν είναι τόσο συχνό φαινόμενο να λέει κανείς στην Βαρεμάρα και στον Φόβο του Κουνταμπάφερ να πάει να...μουμιοποιηθεί και να φάει γυφτάκια – οι μεταλλαγμένες μοριακές συνδέσεις αποκαλύπτονται αρκετά λαβυρινθικές ώστε να μη διατηρούν καμία ανθρώπινη όψη για τριάντα γενεές...έτσι η ίδια η επίταξη μέσω της διασποράς επιτρέπει στο λεπτό άρωμα του χοχλιού αυτό το πρωινό του Πολέμου των Πολυκαταστημάτων να σέρνεται σαν ερπετό, να στριφογυρνάει και τελικά να βασιλεύει. Υπάρχει άραγε κάποια δικαιολογία στο να μην ανοίξεις όλα τα κλιματιστικά στο τέρμα και ν' αφήσεις εκείνη την οσμή να μεθύσει όλους τους οδηγούς πάνω στη Σταδίου; Έτσι, σαν γητειά, ενάντια στους τέλειους πωλητές που κλέβουν...σαν τα Σκάνερ του Κ...αλλά χωρίς να κάνουν...εμ...ΜΠΟΥΜ! Απλά κλέβουν, σουφρώνουν, γεμίζουν απύθμενες τσέπες...γαμάνε τον τζίρο! Μ' ένα τρεμούλιασμα από ξεβιδωμένα σκαμπό, γυρισμένες κούτες γεμάτες με βιβλία, κούτες από γκρίζο πλαστικό, ο όχλος του Κουρήτη μαζεύεται στην αμμουδιά από μυξομάντιλα του μεγάλου, μαύρου τραπεζιού της κουζίνας, το οποίο θυμίζει ηφαιστειογενές τοπίο, μία ή δύο ηπείρους μακριά απ' τις τροπικές ονειρώξεις του Γεωργίου Πίσσα, γεμισμένο μέχρι πάνω στις ρουφήχτρες των υποχθόνιων εβένινων νερών του από κόντρα πλακέ ψευδαίσθηση του ΙΚΕΑ με στραπατσάδα χοχλιού, πίτσα χοχλιού, χοχλιούς στιφάδο, πουρέ χοχλιού μέσα σε φόρμα κέικ με το σήμα της Ελληνικής Σημαίας του 1821, χτυπημένος μαζί με ζύμη και αυγό για να γίνουν κρέπα, διοχετευμένες μέσα από σωλήνες κατά μήκος των λαχταριστών κορφών φρουί ζελέ έτσι που σχηματίζουν τη φράση Τέλεις Τούμπλιτ Τέλεις Μούλτιτσάμπα, που ο Κουρήτης πλέον έχει ενστερνιστεί σαν το κυρίως απόφθεγμα του...μεγάλα δοχεία θερμός με σιρόπι χοχλιού που θα χυθεί μέσα σε καφέδες για έξτρα απαλότητα, ένα τεράστιο πιάτο με κομμένα σχήματα σάρκας χοχλιού τα οποία ωριμάζουν εκεί από πέρσι το καλοκαίρι μαζί με ταχίνι, βερύκοκα, μανιτάρια, από τα οποία, αυτό το κρύο βράδυ, κάποιος σκάβει με την κούπα του που έχει πάνω τη φάτσα του Γουίνι, αφρώδες πικλόμελο από χοχλιό...τοστ χοχλιού και κεμπάπ χοχλιού για τους πιο μερακλήδες, δημητριακά χοχλιού, χοχλιδόψωμο, κρεμ μπρουλέ χοχλιού ανακατεμένο με κονιάκ Μεταξάς τριών αστέρων, το οποίο ο Χόρνι το βρήκε πίσω από κάτι κούτες με απαρχαιωμένα ανεμιστηράκια μασχάλης στην αποθήκη...Ο ήχος που κάνει ο υπολογιστής όταν δέχεται το νέο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο διασχίζει πολύ γρήγορα το δωμάτιο, τα πρησμένα μηνίγγια απ' το χθεσινοβραδυνό πιόμα, την αηδία, τον θόρυβο των πιρουνιών, τις ασήμαντες κουβέντες, τα χαζούλικα αστειάκια, σαν ξεκουρδισμένη μεταλλική πατημασιά, και ο Χόρνι ξέρει πως πρέπει να είναι γι' αυτόν. Ο Ριφ Ραφ, σαν ο πιο κοντινός, κοιτάει την οθόνη, ενώ κάνει μία κωλοτούμπα πάνω από κάτι χολχιούς τιραμισού. Ο Κουρήτης σερβίρεται μία τελευταία κούπα από μπύρα χοχλιού, το αισθάνεται να κυλάει στο λαιμό του σαν να ήταν θεϊκή αποκάλυψη μέσα σε θερινή μεταμόσχευση, καταπίνει.
    «Η όρκα το αφεντικό σου».
    «Αχ...αυτό είναι ξεδιάντροπο», μουρμουρίζει ο Κουρήτης, «ακόμα δεν έχω κάνει την πρωινή μου διατασούλα».
    Η γραμματοσειρά, την οποία κι έχει ξαναδεί μόνο μία φορά – πέρσι σε μία εκπαίδευση, με κόκκινα χέρια και πρόσωπο, άγνωστος μεταξύ άλλων είκοσι υπο-προϊσταμένων – υποδεικνύει τώρα στον Κουρήτη πως υπάρχει ένα μυστικό μέμε γι' αυτόν και τον περιμένει στο συγκεκριμένο λινκ που επισυνάπτεται...
    «Χμμμ...κατέφθασε με πολύ μαγικό...ύπουλο...ύπουλο» λέει η Γραμματοσειρά, νευριασμένη και θυμωμένη, «κανένας απ' τους δικούς μου μπαφούνους δεν είναι τόσο ξύπνιος. Τα δικά μας μέμε έρχονται με κωδικό...πρέπει να το ανοίξεις σήμερα...είναι ήδη σκαναρισμένο για ιούς».
    Το μήνυμα τελειώνει και τώρα ο Κουρήτης γνωρίζει που έκλεψε εκείνο το Κουνταμπάφερ. Πάντως το μήνυμα ήρθε. Γυρίζει το κεφάλι του μέσα στο χλωμό πορτοκαλί φως, προς το τραπέζι και τους υπόλοιπους ηλίθιους, που κάνουν βαρελάκια μέσα σε βουνά από χοχλιούς, ηδονισμένοι, σχεδόν εκστασιασμένοι αλλά και βαριεστημένοι την ίδια στιγμή, με τα απαγορευμένα φωνήεντα του βραδυνού τους πονόκοιλου χαμένα ανάμεσα σ' εκείνον και το ντέξιον με τα υλικά καθαρισμού και τα χαλασμένα σκανεράκια. Ξαφνικά η απόσταση που τους χωρίζει είναι πάνω από διακόσια χιλιόμετρα. Η μελαγχολία, ακόμα και στη μέση αυτού του παράδοξου πολέμου, μπορεί όταν το θέλει να τον αρπάζει με τα μακριά της νύχια από το κωλάντερο και να τον φτύσει με το οξύ της, όπως τώρα, ανελέητα. Ο Χόρνι έχει βγει από το σώμα του και τώρα παρακολουθεί ένα πλήθος αγνώστων να τρώνε φαγητό μέσα από έναν καθρέπτη που αντανακλά μέσα από έναν άλλο καθρέπτη κι εκείνος με τη σειρά μέσα από έναν άλλο καθρέπτη...Βγαίνει έξω, και πάει ανατολικά, προς την γέφυρα από γυψοσανίδα, δίπλα από το τμήμα των Εσωρούχων, μέσα σε μία ρέπλικα του λούνα παρκ που θυμίζει κάπως συγκρουόμενο (είναι τα οχήματα με τα οποία κυκλοφορούν οι υπάλληλοι του Μούλτιτσάμπα πάνω στις σιδερένιες ράγες που απλώνονται σε όλο το μήκος και πλάτος του γιγαντιαίου εκείνου μέρους), μία απομίμηση ενός Γκαζ Μι 20 με οδηγό τον βοηθό του, κάποιον υπεύθυνο του τμήματος IT με το όνομα Πύθωνας. Το βραδυνό έχει αρχίσει να γίνεται πολύ κρύο εκεί μέσα. Τελικά αρχίζει να μαζεύεται ατμός από τις ανάσες των πελατών. Ένα συνεργείο promoter της Χιούλεντ Πάκαρντ ξεχύνεται δίπλα από τα μελάνια των εκτυπωτών, πηγαίνουν να τακτοποιήσουν τα συντρίμμια που έχουν αφήσει κάτι ξεμωραμένοι πελάτες. Όλοι μαζί τραγουδούν τον εθνικό ύμνο τους που δεν είναι άλλος απ' το Γιου Τερν Μι Ον Ντεντ Μαν από Μπιτ Χάπενινγκ. Όχι. Προσποιούνται πως είναι όλοι προϊσταμένοι απ' τα ΕφΣνακ, άντρες και γυναίκες του Μούλτιτσάμπα, δικοί του, άντρες και γυναίκες της Αγοράς, εκείνοι δουλεύουν γι' αυτόν – έχουν δώσει ακόμα και όρκο! Προσπαθούν να τον μιμηθούν, προωθητές του Κέντρου, ξέρουν μαγικά κόλπα, τις νύχτες κάνουν βουντού...Έτσι που λες, λοιπόν η κατάσταση του Χόρνι τον καταλαμβάνει ξανά, όπως συνηθίζεται εκεί που δεν το περιμένει – θα ήταν δυνατόν να πούμε πως ένα μεγάλο μέρος από εκείνο που αποκαλείται Περίπτωση Χόρνι είναι ένα πολύ παράξενο βίτσιο ή ικανότητα να μπαίνει μέσα στις παντόφλες των άλλων: να μπορεί με λίγα λόγια να χειρίζεται και να τις αλλάζει σχήμα, να αναλαμβάνει τη βαρύγδουπη σημασία τους και να κάνει επικόλληση μέσα τους κάποια ξένη μυρουδιά, ας πούμε, κάποιου ρατσιστή Διευθυντή Πωλήσεων, που ίσως του φανούν χρήσιμες σε κάποια περίπτωση Απογραφής στο μέλλον. Είναι εκείνο το χάρισμα που η Ανώνυμη Συντροφιά βρίσκει τρομερά χρήσιμο: αυτή τη στιγμή σταθερά ψυχικά διευθυντές πολυκαταστημάτων κι άλλα ιστορικά κενά μνήμης είναι απαραίτητα…αλλά έτσι την πάτησε και τώρα να που είναι σφηνωμένος εδώ στη στοά αναγκασμένος να βγάζει φωτοτυπίες για τρελαμένους περαστικούς και θολές σκιές αλλά πάλι καλά και του αρέσει γιατί κάτι άκουσε πως ίσως να τον στείλουν έξω να ψάχνει για εκείνον τον αναρχικό τον Τσίλικο Ντεποζίτο που αφήνει τα ίχνη του σε σχήμα παντόφλας και αλφαδιού…και να πάλι που εκείνο το χάρισμα του στην Παντοφλολογία να γίνεται βραχνάς και να τον βάζει σε καινούριους μπελάδες.
   







    Έπινε νερουλό καφέ πριν από μισή ώρα από την κανάτα της κουζίνας στην Αγία των Φωριαμών προτού αναρωτηθεί πως είχε φτάσει μέχρι εδώ τόσο γελοία ντυμένος. Ο Αρχιτέκτων Τσίλικος βρίσκει ένα πολύ καλό σημείο για να καθίσει μιας και περπατούσε τουλάχιστον για δύο ώρες – τώρα αναζητάει απεγνωσμένα λίγη ξεκούραση. Σε κανονικές συνθήκες δεν υπήρχε περίπτωση να έκοβε βόλτες μπροστά από το Μούλτιτσάμπα του Συντάγματος, αλλά το πεζούλι που χωρίζει τον χώρο όπου οι πρωινοί αλκοολικοί ρουφάνε αργά τις μπύρες τους του φαίνεται αρκετά ψηλό για να κάτσει και, πρόσφατα βαμμένο καθώς είναι, το κόκκινο χρώμα φαίνεται φρέσκο, δείχνει πολύ καθαρό – είναι σε αποστολή στρατολόγησης στο ίδιο το Πεδίο των Πωλήσεων, εκεί που τα μικρά Κλεφτρόνια πάντα «χτυπάνε» στην είσοδο και οι φύλακες τους μπαγλαρώνουν – αυτός είναι εκεί, ντυμένος, μασκαρεμένος και τους διπλαρώνει μετά, τους έχει ακτινογραφήσει τι είναι και τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους. Βρίσκει τον εαυτό του ξανά μέσα στον πίνακα του Μπρίγκελ του Πρεσβύτερου, παγιδευμένο και βαρύ πάνω στο κρύο τσιμέντο, να αγκαλιάζει τα γόνατα του, να τρυπώνει το κεφάλι του στο άλλοτε στεγνό άλλοτε ιδρωμένο καταφύγιο της ρηχής σπηλιάς που σχηματίζουν τα μπράτσα του, τα μάτια του παρακολουθούν την πορεία του φωτός που επαναλαμβάνει τους κύκλους του μέσα στον αέρα, που ξεγλιστράει ανάμεσα από τα αυτιά των περαστικών μεθυσμένων της χθεσινής νύχτας και των αγουροξυπνημένων, κοντόχοντρων νοικοκυρών που έχουν σηκωθεί με σκοπό να τελειώσουν τα ψώνια τους νωρίς, η μαύρη επένδυση του δερμάτινου παντελονιού του ξεπροβάλει δυσοίωνη μέσα από το σκίσιμο που του προκάλεσε η πτώση. Θα ήθελε να μπορούσε να δέσει τον διάβολο στο μαξιλάρι του και με το πείσμα του να υπερνικήσει τα πάντα, αλλά αυτό είναι απλά μία Ολλανδική παροιμία μόνο, έτσι δεν είναι, και να που τινάζει ξανά προς τα πίσω το κεφάλι του σαν νευρικό άλογο των Αγαρηνών και τα ολόξανθα μαλλιά του λικνίζονται στους ώμους του, παρασυρμένα από την μικρή σπείρα που προκαλεί το σκονισμένο και καπνισμένο λεωφορείο που περνάει, μαγκωμένο σε ένα παράθυρο βρίσκει το προφίλ ενός επιβάτη που αρχίζει να στρέφεται προς το μέρος του και μετά χάνεται σε ένα σύννεφο μαύρου αντιπερισπασμού που βγαίνει από την καυτή εξάτμιση. Τώρα όμως αισθάνεται σαν εκείνον εκεί που δαγκώνει την ξύλινη κολώνα, ένας υποκριτής, ένας ανόητος, μέσα στο γαλάζιο του μανδύα, με τα λευκά του δόντια να βυθίζονται κατευθείαν στο σάπιο ξύλο, με το τόξο που δημιουργούν τα φρύδια του – το τόξο της απελπισίας – να γιγαντώνεται με κάθε κλείσιμο της σιαγόνας, στο στόμα του τώρα τινάζεται η αποφορά της αποσύνθεσης, σκλήθρες κάθονται στα ούλα του, αίμα τρέχει από την άκρη του στόματος του, πάνω στην θαμπή γυαλάδα των χειλιών του στα οποία πολύ πρόσφατα έχει απλώσει μία στρώση από κόκκινο κραγιόν, διακρίνεται μία αντανάκλαση της ελαιογραφίας που έχει κυριέψει το νου του, ένας φως που πηγάζει μέσα από τη γη και καρφώνεται με όλη του τη δύναμη στο απέναντι μικροσκοπικό μοδιστράδικο ή στο μαγαζί με τις τυρόπιτες ή στο καπνισμένο Υπουργείο Οικονομικών, αλλά αυτό το ζεστό φως παραείναι ξένο για να το αποδεχτεί σαν δικό του ή να αφεθεί μέσα του και να αγαλλιάσει.
    Ο Τσίλικος χαμηλώνει με σεμνότητα το κεφάλι του, γέρνοντας προς τα πίσω για να μπορέσει να στηριχτεί στους αγκώνες του, το μαύρο σκίσιμο ανοίγει κι άλλο και αφήνει εκτεθειμένο το εσώρουχο του κάτω από την μαύρη επένδυση, δεν κάνει όμως καμία κίνηση να καλύψει τίποτα, γυρίζει το κεφάλι του, τα πράσινα μάτια του, κολλημένα με παχιές βλεφαρίδες – βαριές από τη μάσκαρα – σαρώνουν την οδό Καραγεώργη Σερβίας από τη μία άκρη στην άλλη. Το ξέρει πως δεν πρέπει να το ρισκάρει έτσι αλλά με την αμφίεση του είναι δύσκολο να τον αναγνωρίσουν τα λαγωνικά του Μούλτιτσάμπα – έχει έρθει εκεί για να περισυλλέξει κάποιον επίδοξο νεαρό που μπορεί να θέλει να μπει στην τάξη των Τραγιασκιοφόρων για μερικά ευρώ παραπάνω. Με τους νεαρούς όμως δεν έχει σχεδόν ποτέ τύχη, τα καλύτερα Κλεφτρόνια είναι πάνω των σαράντα ετών, φτωχοί και παραιτημένοι από κάθε είδους αξία ή ηθική, τρομοκρατημένοι μπροστά στο Βουνό της Πείνας τους. Ο μισθός δεν είναι άσχημος σε σχέση με τα ψίχουλα που πληρώνει ο ιδιωτικός τομέας για τα δεδομένα της εποχής – χίλια ευρώ καθαρά και στο χέρι, φυσικά μαύρα όμως. Το τίμημα που πρέπει να πληρώσει όμως ο Τσίλικος είναι το εγκεφαλικό του προπατορικό αμάρτημα: πρέπει να κάνει έρωτα μαζί τους, να βιάσει το νοητικό τους κέντρο, να τους πείσει, να γίνουν ένα με εκείνον και με την Εταιρία, ξέρει όμως πως δεν πρέπει να πιστεύει κάποιον που φέρει νερό στο ένα χέρι και φωτιά στο άλλο, το Κλεφτρόνι πρέπει να είναι απόλυτα απελπισμένο, παρανοημένο, τρελαμένο από την φτώχεια και την ένδεια, απελπισμένο, πρέπει να είναι σίγουρος πως δεν πρόκειται να μαρτυρήσει τίποτα σε κανέναν - φυσικά η Εταιρία έχει προνοήσει και γι’ αυτό μιας και ο Τσίλικος πρέπει πρώτα να τους κάνει σωματικό έλεγχο για τυχόν μικρόφωνα ή κάμερες ή κινητά τηλέφωνα. Δεν πρέπει να υπάρξει κάποιο διπρόσωπο Κλεφτρόνι που να υποθάλπει ταραχές μέσα του, να υποδαυλίσει την όλη Κατάσταση,
    Ταρατατα τατα τατα! Τα χείλη του μειδιάζουν πάνω σε ένα άγουρο, αυτοσχέδιο σκοπό, συραμμένο με επιπολαιότητα από στάχτες άλλων γνωστών μελωδιών που έχει πάρει το αυτί του σε καπνισμένες, σκοτεινές και υγρές αίθουσες μουσικής και ψυχαγωγίας. Από το στόμα του μόλις που ακούγεται ο ήχος αλλά ο σκοπός είναι λες και διαφεντεύει όλη την κίνηση του δρόμου που ξαφνικά μεταμορφώνεται σε μία ξύλινη, μπαρόκ αίθουσα όπου κάποιο κουαρτέτο προβάρει μία φάλτση εκδοχή του Θανάτου της Παρθένου του Σούμπερτ η οποία και συγχρονίζεται τέλεια με τις σπείρες που δημιουργούνται μέσα στη σκέψη του. Στην άλλη άκρη του πεζοδρομίου – χωρίς να χαίρεται ή να λυπάται για κάτι – μία συνομοταξία από αστυνομικούς έχει αράξει δίπλα από μία σκουριασμένη σκαλωσιά που στηρίζει γεροντικά θεμέλια και μπαλκόνια σιωπηλά και αυτάρεσκα, βυθισμένη σε μία κυβερνητική σιωπή εξουσίας. Η συνομοταξία αυτή είναι ντυμένη με μία κουβέρτα σμαραγδένια,  πριν ο ήλιος να πέσει ξανά – είναι λες και έχουν περάσει ώρες μέσα σε αυτό το καταραμένο κοστούμι – δεν θα ξέρει άλλωστε από πού προήλθε η μοίρα του, θα της χαρίσει το πλεονέκτημα της αποτυχίας ή της αδιαφορίας, θα την αφήσει να εκμαυλίσει παρέες από νεαρά αγόρια που μιλάνε δυνατά κι πετάνε κουτάκια με αναψυκτικά στις πόρτες. Τα χέρια του Τσίλικου είναι αδύναμα και τρέμουν, αλλά η πίεση του αίματος του είναι υψηλή, ακουμπάει το ένα χείλος με το άλλο και το στόμα σφραγίζει, περιμένει το επίδοξο, μοναχικό, μοναδικό, ταλαντούχο, νέο του Κουνταμπάφερ.
    Ο κρύος αέρας μαστιγώνει την αόρατη μάζα της ψυχής του, ο Τσίλικος κοιτάει τους μικρούς στροβίλους από σκουπίδια και σκόνη να αιωρούνται και να προσγειώνονται ξανά στις κούφιες, μαυρισμένες από τη βρώμα, πλάκες του πεζοδρομίου, όλα χορεύουν μέσα στον Βόρειο άνεμο που κατεβαίνει από τη Βουλή και έρχεται από τον σκοτεινό, δυσοίωνο όγκο του Υμηττού. Στο μυαλό του βρίσκεται, εκτός από τον αγαπημένο του πίνακα - εκείνες οι Ολλανδικές Παροιμίες του Μπρίγκελ που τον έχουν συνεπάρει εδώ και πολύ καιρό - η Τιμωρία του Μαρσύα του Τιτιανού. Το δέρμα και τα συστατικά του είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι στο επάγγελμα του σαν ρακοσυλλέκτης Κουνταμπάφερ και η τελευταία του ιδέα, την οποία και δουλεύει μόνο εκείνος και η Περσεφόνη στο εργαστήριο της οδού Ακομινάτου, έχει την εντύπωση πως θα εντυπωσιάσει το Διοικητικό Συμβούλιο των Ελεγκτών την ερχόμενη Δευτέρα. Τέλος πάντων. Χτυπάει όμως το κεφάλι του πάνω σε αόρατους τοίχους, μετανιώνει, το ένα πόδι γυμνό, το άλλο με παπούτσι, η ισορροπία είναι ζωτικής σημασίας, η γουρούνα τραβάει το πώμα και η τιμωρία είναι η ανταμοιβή της αμέλειας, θα βάλει ένα κουδούνι στη γάτα και το σχέδιο του ίσως να είναι ανάρμοστο, πως είναι δυνατόν όμως να βάλει τα λεντ επιθέματα του πάνω σε όλη την επιφάνεια του δέρματος; Έτσι όμως ο Κλέφτης θα είναι τελειοποιημένος και απόλυτα κρυμμένος από το Μάτι. Γνωρίζει καλά πως η Επανάληψη είναι το νόημα της εργασίας του, της ζωής του και της πνοής του. Βρίσκει μέσα στο τσαντάκι του ένα υγρό μαντιλάκι, που έχει σωθεί από το χάος που επικρατεί εκεί από κάποια επίσκεψη του στο αεροδρόμιο μία νύχτα που έβρεχε τόσο που είχε τυφλωθεί και περίμενε σαν να ήταν χρόνια οι εβδομάδες, το ανοίγει και ξεκινάει να περνάει με πολύ απαλές κινήσεις τα δάχτυλα του με αυτό – νύχια περασμένα με κόκκινο μανό -  πιο πέρα διακρίνεται πολύ αμυδρά μία εσοχής ενός ξενοδοχείου ή πανσιόν ή κάποιου υπερτιμημένου τουριστικού μέρους που αλλάζει απόχρωση σύμφωνα με την αλλαγή της νέον πινακίδας. Κόκκινο-μπλε-κόκκινο-μπλε. Είναι τρομερά προσεχτικός στο περιβάλλον αυτό, ένας μεθύστακας που τρεκλίζει πηγαίνει προς τα πάνω, σωριάζεται ξαφνικά μπροστά του, μένει ακίνητος και ο Τσίλικος αναστατωμένος του λέει:
    «Είσαι καλά άνθρωπε μου;»
    Ο μεθυσμένος δεν λέει κουβέντα και ο Τσίλικος καταλαβαίνει πως μάλλον έχει χάσει τις αισθήσεις του και πως ο ίδιος πρέπει να την κοπανήσει πριν οι αστυφύλακες από το απέναντι πεζοδρόμιο πλακώσουν και αρχίσουν τις ερωτήσεις. Προσπαθεί όμως πάλι να του μιλήσει:
    «Φιλαράκο πρέπει να σηκωθείς γιατί θα πλακώσει η μπατσαρία…θες ένα χεράκι;». Εκείνος κάτι μουρμουρίζει από μέσα του και αρχίζει να σηκώνεται με τα χίλια ζόρια, αισθανόμενος ντροπή για τον τύπο, ο Τσίλικος αρχίζει να κοιτάει αλλού, και όταν ξανακοιτάει ο μεθύστακας έχει γίνει άφαντος. Οπλισμένος μέχρι τα δόντια, φοράει την πανοπλία του, είναι πάνοπλος, ένας κουρεύει πρόβατα και ο άλλος γουρούνια, κάποιος έχει όλα τα πλεονεκτήματα και κάποιος άλλος κανένα, ο μεθυσμένος είχε αφήσει την οινοπνευματώδη του αύρα και είχε συνεχίσει τον δρόμο του, σε απόλυτη γαλήνη με το τυχαίο της συνάντησης τους που σίγουρα θα επηρεάσει τον ένα από τους δύο, στο νεφελώδες, κρυστάλλινο κύκλο του άντρα υπάρχει ένα φέρετρο που κάπου τον περιμένει, ο Τσίλικος είναι ένα μάτι που επαναλαμβάνει την αψίδα του προς το φως του δρόμου, τριάντα περιστροφές μαζί με τη γη.
    Κάποτε ήταν απλά ένα μικρό αγόρι από το Νότο· τώρα βρίσκεται καρφωμένος εδώ, πέρασε κάμποσο καιρό στην Οξφόρδη, αλλά αυτό που ξέρει είναι πως εδώ δουλεύει καλά, καλύτερα από οπουδήποτε αλλού, και θέλει να μείνει στην Αθήνα αλλά όχι πλέον πάνω της αλλά από κάτω της, να ξεκινήσει από κάτω και να φθάσει πάνω θριαμβευτής, στο πιο ψηλό σημείο του Ιερού Βράχου, εκεί όπου έφτασε τόσο καιρό πριν, ώστε πλέον το κάτω να το αποκαλεί σπίτι του όταν πιάνει τον εαυτό του να παραμιλάει, είναι οι στιγμές της παρά-τετάρτου-άνοιας του, η διορατικότητα του πάντα ανέπαφη όσα κι αν έχει περάσει το ταλαιπωρημένο του σώμα, δυναμωμένος από τις κακοτοπιές, έφτασε μέχρι αυτό το σημείο σκόπιμα, με πολλές στερήσεις κι έστησε μια μυστική ζωή με τους δικούς του όρους, απόλυτα ταιριασμένος με τον νεοφερμένο κλεφτοπόλεμο των πολυκαταστημάτων που υπηρετεί, έχει αφήσει πλέον πίσω του την οκνηρή ζωή του αυστηρού κατασκόπου πωλήσεων – αν ποτέ υπήρξε κάτι τέτοιο. Στην πραγματικότητα όλα είναι μία επανάληψη, τίποτα δεν είναι καινούριο και τίποτα δεν θέλει να είναι καινούριο, η λέσχη της πονηριάς από την οποία αποφοίτησε πρόσφατα αποδείχτηκε τελικά όχι και τόσο κλειστή, σε κάθε αναλογία της, είναι ικανός να τα βγάζει όλα στη φόρα, στους εταίρους κι εκείνοι να τον χειροκροτούν με κάθε του εξωφρενική ιδέα για νέες κατακτήσεις στην λιανική, οι εταίροι οι οποίοι θα είναι πάντοτε ένα σύνολο από σκοτεινές σκιές γύρω από μικροσκοπικά και όχι στρογγυλά μεγάλα τραπέζια όπως νομίζαμε, φτιαγμένα από πολύ, πολύ φτηνό ξύλο, αλλά η ζωή του πλέον είναι υπόγεια, όπως ακριβώς πρέπει να είναι πριν αναστηθεί ξανά μέσα στη λεντ δόξα της.
    Το παρατσούκλι του Αρχιτέκτων δεν είναι καθόλου αστείο και καθόλου τυχαίο. Μπορεί να συναρμολογεί τους άντρες που στρατολογεί, αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι αλλά και το πιο ενδιαφέρον, το πιο «ανεβαστικό» στη δουλειά του, εκείνοι δεν έχουν καμία υποψία, περιμένουν σαν αμνοί τη στιγμή του μαχαιριού, έτοιμοι να εκσπερματώσουν από την καλή προσφορά που τους έχει γίνει αλλά δεν ξέρουν πως στην ουσία πουλάνε την ψυχή τους στον ίδιο τον θεό της Ληστείας, είναι ο Ερμής τους αυτός εδώ ο άντρας που μοιάζει απόψε με γυναίκα, τα χάνουν και σπάνια καταλαβαίνουν ότι κάποιο ίχνος αδικίας έχει τελεστεί στα οστά τους, έχει χαραχθεί, ένα κομμάτι από την ταυτότητα τους έχει πλέον χαθεί το οποίο και αντικαθιστάται από την ίδια την Τραγιάσκα, εκείνος απέχει πολύ από τους κοινούς και περήφανους κανονισμούς του αποτελέσματος: βλέπει μέσα τους την ώρα που τους γαμάει με το ίδιο του το μυαλό το οποίο έχει μετουσιωθεί σε σκληρό πέος, μερικές φορές ίσως να τους μιλάει, μερικές φορές τους τρέχουν τα σάλια για περισσότερη πληροφορία και δράση και αυτό είναι καλό, μανιασμένοι από την αποτυχία τους στα πάντα. Και σιγά, το είχαν κάνει θέμα – μία φορά είχαν χτυπήσει τα πρώτα τρία Κουνταμπάφερ στο Μούλτιτσάμπα του Συντάγματος και είχε σηκώσει διακόσιες χιλιάδες ευρώ πράγματα – εντάξει ήταν μεγάλο το ποσό και η χασούρα τους – αλλά το ζήτημα είχε τραβήξει πολύ κι έτσι ο Τσίλικος είχε ορκιστεί να τους ακολουθήσει στην υπερβολή, αυτό ήταν το παιχνίδι του. Εκείνοι είχαν αμολήσει τα σκυλιά ξωπίσω του αλλά κι αυτός είχε οργανώσει την υπόγεια στρατιά του από αντάρτες Πλαισιομαίους, ανθρώπους απολυμένους ή παραιτημένους από την υπαλληλική γαλέρα, που ζούσαν στα φρεάτια σαν ποντίκια και περίμεναν, έκαναν υπομονή. Μπορεί ποτέ να μην είχε καταφέρει να κάνει το πραγματικό του όνειρο αληθινό – να δει τον Παρθενώνα μέσα στο χρυσάφι του αλουμινίου, να απολαύσει τη δόξα της λάμψης των ηλιακών θερμοσιφώνων πάνω στην πιο διάσημη μεζονέτα της Αθήνας και του κόσμου όλου. Μπορεί οι άλλοι να τον έλεγαν τρελό, όλοι του οι συμφοιτητές, πρώτα στην Αρχιτεκτονική και μετά στο Οικονομικό αλλά εκείνος δεν έδινε σημασία σε κακολογίες και μικρότητες – ήξερε πως το να έχεις ένα τέτοιο τρελό όραμα έφτανε και περίσσευε για δέκα ζωές. Κάποτε θα έκανε τον Παρθενώνα το σπίτι του, αν όχι εκεί που είναι τώρα…κάπου αλλού…κάπου αλλού, με τα ίδια θεμέλια και τα ίδια υλικά, να λάμπει μέσα στη δόξα του Αττικού μεσημεριού και όλοι άναυδοι να απορούν και να τον λατρεύουν σαν τον θεό Κλέφτη, τον Ερμή τους.
   Σηκώνεται τώρα και προχωράει σ’ ένα κάδο σκουπιδιών με το χρησιμοποιημένο μαντιλάκι στο ένα χέρι, σταματάει και πιάνει από κάτω ένα μικρό, σπασμένο παιχνίδι που μοιάζει με χελώνα, το αφήνει πάλι κάτω, αλλά και αυτός είναι από τους καλύτερους της γενιάς του, είναι ο καλύτερος σε αυτό που κάνει, πάντοτε υπάρχουν Κλεφτρόνια που θέλουν την συμβουλή του, τον χρησιμοποιούν, το ξέρει αλλά το απολαμβάνει, εκείνοι τον προτιμούν γιατί εκπέμπει εκείνη τη λάμψη της ειρωνείας και του απύθμενου χάους, μία ελκυστική αποστασιοποίηση της στιγμής που το χέρι σουφρώνει κάτι που δεν του ανήκει, τους τραβάει η ικανοποίηση της διδασκαλίας, αυτού που μπορούν να μάθουν από εκείνον, χωρίς υπερβολές, κρύβει μία χώρα επαγγελίας μέσα στο βλέμμα του, απεριόριστες δυνατότητες συντελούνται στα δάχτυλα του, όταν τους δείχνει πώς να το κάνουν, διεκδικούν κι εκείνοι την ικανότητα να μην σφάλουν ποτέ, όσο καιρός και να έχει περάσει από την τελευταία φορά που έκλεψαν, είναι πάντοτε εφοδιασμένοι με ένα οπλοστάσιο λαχτάρας, εκείνος είναι πάντα έτοιμος, σε οποιαδήποτε στιγμή, να πάρει το πάνω χέρι, και να κάνει δικό του το νέο Κλεφτρόνι, αλλά χωρίς ποτέ να χάνει την αυτοσυγκέντρωση του στον γενικό σκοπό, τα Κλεφτρόνια συμφωνούν ήρεμα, με ένα νεύμα του κεφαλιού που πλέον φοράει το μαγικό καπέλο, ανακουφισμένοι πλέον από την δυσφορία της φτώχειας, ανανεωμένοι από το γλυκό μέλι της εκδίκησης ενός αόριστου εχθρού που στα μάτια τους είναι η ίδια η κοινωνία που τους έφερε μέχρι εδώ, αλλά ξέρουν πως όλα αυτά δεν είναι παρά δικαιολογίες γιατί τους αρέσει, τους αρέσει να κλέβουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και η φτώχεια δεν είναι παρά η άμοιρη μάνα τους που τους φωνάζει μάταια να σταματήσουν αυτό το παιχνίδι της παρανομίας και του ζόφου. Αυτό η Εταιρία το εκμεταλλεύεται στο έπακρον και ξέρει τα συναισθήματα τους, ο Τσίλικος είναι η προέκταση τους, το χέρι τους, η βούληση τους, τους κατευθύνει εκεί όπου αυτοί θέλουν. Οι όροι τους τηρούνται στο ακέραιο και ο Τσίλικος είναι ο πιστός και ρηξικέλευθος εκτελεστής τους. Μπορεί το όλο πράγμα με τα Κουνταμπάφερ να είναι ακόμα σε πειραματικό στάδιο και πιθανώς να είναι ελαφρώς ανόητο όλο αυτό - όχι για σοβαρούς ανθρώπους του εμπορίου ας πούμε - αλλά η πρώτη φορά που χτύπησαν στο Σύνταγμα ήταν μέσα σε μία ανεπανάληπτη δόξα. Ίσως η μεγαλύτερη Ληστεία της Γενιάς Υ. από την ίδια τη γενιά Υ. ή ίσως και λίγο πιο πριν, ίσως και λίγο πιο μετά, ίσως και λίγο περισσότερο.
    Κυρίως πλησιάζει άντρες οι οποίοι διαφέρουν πολύ μεταξύ τους αλλά έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Όλοι είναι ικανοί να προσδιορίσουν την ανάγκη τους για κλεψιά και στη συνέχεια είναι πρόθυμοι να την ικανοποιήσουν στο έπακρον. Δεν χάνουν το δρόμο τους σε περιττές τύψεις ή κρίσεις χριστιανικής αβρότητας, δεν αυτό-αμφισβητούνται, γιατί πλέον είτε έχουν συμφιλιωθεί με τη φύση τους είτε απλούστατα βάζουν την Ανάγκη τους πιο πάνω από την Ηθική τους και τελικά πετυχαίνουν την παράλογη σύνδεση ανάμεσα στη φτώχεια τους και την κάβλα τους. Είναι πάντοτε έτοιμοι να παρερμηνεύσουν τα διακόσια ευρώ προϊόντος σε μία άμεση, ενστικτώδη τους ανάγκη να τα ξαφρίσουν, χωρίς να τα θέλουν πραγματικά όμως και αντιλαμβάνονται ακριβώς αυτή την παρερμήνευση μέσα στο πραγματικό της περιεχόμενο: είναι ένα επάγγελμα που έχει ημερομηνία λήξης, όπως όλα τα υπόλοιπα, χωρίς καμία βαθυστόχαστη αρλούμπα ηθικολογίας. Άλλοι κλέβουν νόμιμα και άλλοι όχι – αλλά αυτό δεν μπορεί πλέον κανείς να το κρίνει, πέρα από την σιδερένια λαβή του Νόμου που είναι άψυχη και μελανιασμένη από τα νεκρά κύτταρα του περάσματος του χρόνου. Τα περισσότερα υποκείμενα της κλεψιάς – όπως ο ίδιος ο Τσίλικος χρησιμοποιεί τον όρο με απέραντη όμως αγάπη και σεβασμό προς το χαραγμένο πρόσωπο του άγνωστου Κλέφτη του κόσμου -  αναζητούν ένα καύσιμο για αυτοϊκανοποίηση, μία κορώνα πάνω στο κεφάλι της Βασιλεύσας ψυχής τους, ένα τέλμα στον αέναο κύκλο, την απτή εμπειρία που μπορεί να δώσει ένα στιγμιαίο όραμα προσαρτημένο πάνω στο αρχικό σχέδιο της φαντασίας τους. Μόνο που υπάρχουμε, λέει ο παρανοημένος Τσίλικος, είναι μία προσβολή προς το οξυγόνο, μία απατεωνιά της φύσης, γιατί τίποτα δεν είναι φυσιολογικό και τίποτα δεν είναι σωστό ή λάθος. Αλλά ξέρει όμως τώρα πως κι εκείνος πέφτει σε αντίστροφα ηθικολογήματα και αυτό τον κάνει να φτύνει τα παπούτσια του ή μάλλον, για σήμερα, τις γόβες τους που τον κόβουν λίγο στη φτέρνα.
    Πολλοί είναι εκείνοι που ψάχνουν την πραγματική εμπειρία της ληστείας και προσκαλούν να σχετιστούν με μία οργανωμένη Κατάσταση, με απόλυτη εχεμύθεια, αφήνουν πίσω τους τα πιθανά μειονεκτήματα μίας παράνομης πράξης που φυσικά θα ευθύνονται οι ίδιοι για ότι κακό τους συμβεί και βρίσκουν τους εαυτούς τους σε ένα αδαμάντινο περιβάλλον που δεν χρειάζεται να ζητήσεις τίποτα γιατί πολύ απλά το παίρνεις, χωρίς όμως να θέτεις σε κίνδυνο την προσωπική σου ηθική γιατί ξέρεις πως εκτελείς εντολές εν καιρώ πολέμου, ενός πραγματικού εμφυλίου της λιανικής, αυτό τους συντηρεί, τους εξυψώνει, φέρνουν σε μακροοικονομικό επίπεδο την οποιαδήποτε απόλαυση τους και ικανοποιούν άμεσα την ανάγκη τους για μία συνέχεια, έχουν όλοι διαφορετικούς αλλά και παρόμοιους λόγους για να ενδώσουν σε Αυτόν, ο Τσίλικος κάνει μεταβολή και περπατάει πάνω στο πεζοδρόμιο που είναι γεμάτο με κόσμο που κάνει τα ψώνια του τώρα, ο συναγερμός της πίσω εισόδου του Μούλτιτσάμπα χτυπάει, οι φύλακες κάνουν έλεγχο στο Κλεφτρόνι, εκείνο προσπαθεί να μην χάσει την ψυχραιμία του, γίνεται η γνωστή διαδικασία, του λένε να πάει στο ταμείο να πληρώσει, το Κλεφτρόνι προσποιείται πως κατευθύνεται προς τα εκεί, αφήνει τα κλοπιμαία σε κάποια τυχαία προθήκη με άσχετα προϊόντα και βγαίνει από την κεντρική είσοδο αυτή τη φορά χωρίς την παραμικρή τσαχπινιά ή τεχνική και με μία γκριμάτσα ευγνωμοσύνης στο στόμα - ευγνωμοσύνη γιατί κανείς δεν κάλεσε την αστυνομία - αλλά ο Τσίλι είναι εκεί, στο πόστο του και περιμένει το Κλεφτρόνι να βγει έξω, υπομένει ακόμα και να ανάψει τσιγάρο για να ανακουφίσει λίγο την ανεβασμένη του αδρεναλίνη, πριν από το αρχικό πλησίασμα του.
    Παρατηρεί το βλέμμα του να κατεβαίνει καθώς η φλόγα από τον αναπτήρα σβήνει και αφήνει μόνο μία πορτοκαλί καυτή κουκίδα να αιωρείται θαρρείς στον αέρα και βγαίνει από το στόμα του, ο Τσίλικος προωθείται, δεν τον πλησιάζει απειλητικά όμως, προσέχει να είναι απαλός στις κινήσεις του - πως στον διάολο όμως θα τον πείσει μεταμφιεσμένος έτσι μου λες; - αλλά δεν είναι δυνατόν η στρατολόγηση να γίνει αλλιώς, όλα παίζονται στο ίδιο Πεδίο όπου γίνονται οι πωλήσεις, δεν θα μπορούσε να είχε βάλει αγγελία ας πούμε, αυτό θα ήταν κάτι παραπάνω από γελοίο, αισθάνεται εκείνο το συνηθισμένο μούδιασμα στο στομάχι, ένα μετρημένο χαμόγελο συγκατάβασης, και μετά η Φωνή και η Καταβολή της:
    «Γεια χαρά!». Το Κλεφτρόνι είναι κοντά στα πενήντα, φαίνεται αρκετά φτωχός -  μία αντανάκλαση του παλιού του εαυτού και αυτό είναι μόνο καλό να ξέρεις, αυτό ψάχνουμε, αυτό θέλαμε από την αρχή -  αρκετά νευρικός ακόμα από το ξεσκέπασμα του στην πίσω έξοδο από τους πονηρούς φύλακες, οι συναγερμοί τον είχαν συνταράξει, μοιάζει με κανονικό τουρίστα όμως, μάλλον άσχημος αλλά με υγρά μάτια που δείχνουν εμπειρία και δύναμη αλλά όχι σωστά διοχετευμένη, το μάτι του θολό και μουντό τώρα, τον επεξεργάζεται, κάτι δεν πάει καλά γιατί καταλαβαίνει πως δεν είναι γυναίκα αυτό εδώ το πράγμα, είναι κάτι άλλο, σαν μαύρο βότσαλο σε μία γαλάζια λίμνη και το οπτικό του νεύρο συσπάται, σαν μύγα μέσα στο γάλα σου, υμνείται από τον Νεύτωνα, χτίζει πέτρινα οχυρά ενάντια στη μανιασμένη θάλασσα των ανθρώπων που κινιούνται με τις αγορές στις φλέβες τους, μία οπτική δοκιμή του καθαρού Καλβινισμού, λέει ο Τσίλικος από μέσα του αλλά τώρα είναι σχεδόν δίπλα του, παράλληλα με αυτόν, προσπαθεί να εγγράψει την θέληση του πάνω στο κοσμικό αυγό του Κλεφτρονιού, μία δίοδος για τους αιθέριους ουρανούς, η τροχιά των επιθυμιών του είναι τώρα σχεδόν ορατή, και σχηματίζει ένα ωοειδές, και να που του φέρνει στο μυαλό τον Κοπέρνικο που πίστευε πως οι τροχιές των πλανητών ήταν κυκλικές, ο ουρανός του, το μέτωπο του που είναι γεμάτο με μικροσκοπικές σταγόνες ντροπαλού ιδρώτα, ακόμα και μέσα σε αυτή την παγωνιά, αυτό ναι αυτό, είναι ένα κέλυφος που χωρίζει τον κόσμο που βλέπουμε από την ίδια τη θέληση του Θεού, καθώς το κέλυφος και ο πυρήνας είναι στην κατώτερη πλευρά ενώ το λευκό των ματιών του βρίσκεται στην  ανώτερη.
    Γέρνει το κεφάλι του πάλι, σε εκείνη την κλασική του κίνηση γοητείας, χαζεύει για μια και μόνο στιγμή την αντανάκλαση που δημιουργείται πάνω στη λιμνούλα της βροχής του πρωινού που πέρασε πια, πάει αχού, τα φώτα της πινακίδας του Μούλτιτσάμπα να σχηματίζουν λεπτές ανταύγειες από έναν πορτοκαλί καταρράκτη που χάνεται μέσα σε μία χαράδρα από σκυρόδερμα, και συνεχίζει να μαγνητίζεται από την αποτυχία του Κλεφτρονιού, που ακόμα και τώρα δεν ξέρει τι του συμβαίνει και πως είναι δυνατόν να τον έπιασαν εκείνοι οι ιδιωτικοί μπάτσοι, αυτόν, που είναι πάντα ένας τόσο καλός και προσεχτικός κλέφτης βιβλίων, δεν μπορεί να το πιστέψει, πραγματικά δεν μπορεί, ο Τσίλικος αφήνει να του ξεφύγει ένα παιδικό χάχανο και του λέει ξανά:
    «Θα αποτυγχάνεις πάντα από δω και μπρος, μόνο αν με ακούσεις μπορεί κάτι να σώσεις από το ταλέντο σου μιας και δεν πρόκειται να σουφρώσεις από δω ποτέ ξανά…αμίγκο…φιλαράκι». Το Κλεφτρόνι έχει μείνει με λίγο ανοιχτό το στόμα να τον κοιτάει, αυτό το μίασμα ανθρώπου, αυτό το πουτανοτράβελο, αυτό το αίσχος, πως τολμάει, και που ξέρει πως…και να που τώρα προσπαθεί να χαμογελάσει αν και σίγουρα δεν ήταν αυτή η επιθυμητή του αντίδραση μάλλον, υποθέτει, τα έχει κάπως χαμένα, θα έλεγε κάποιος τρίτος παρατηρητής.
    «Τι προτείνεις δηλαδή;» απαντάει αρκετά γρήγορα ο πενηντάρης επίδοξος Κουνταμπάφερ. Σουφρώνει τα χείλη του, μορφάζει και το χαμόγελο πλαταίνει φανερώνοντας μία σειρά από κατρουλιάρικα οστά σε σχήμα τετράγωνης τσίχλας, προσπαθεί να παίξει το παιχνίδι του/της ή ότι είναι αυτό τέλος πάντων, ο Τσίλικος αποφασίζει να σταματήσει τις εξυπνάδες προτού πραγματικά του χρειαστούν, γυρίζει τα μάτια του μέσα στα σπήλαια τους που είναι βαριά μακιγιαρισμένα και κάπως από μία ταινία τρόμου β’ διαλογής της Χάμερ, γιατί τώρα έχει πάρει να τρέχει η μάσκαρα από τον ιδρώτα και την υγρασία που στάζει από τα λούκια της υπαίθριας καφετέριας του καταστήματος όπου δεν υπάρχει όμως κανείς στα τραπέζια και το όλο μέρος είναι σελοφαναρισμένο με ένα παχύ στρώμα νάιλον – το καλοκαίρι είναι ακόμα πολύ μακριά και η μάσκαρα που του δώσανε στα Χόντος ήταν πραγματικά η πιο φτηνή...αλλά ο προϋπολογισμός είναι αρκετά στενός και τα έξοδα πολλά…πάρα πολλά για δικαιολογήσει μία καλή μάρκα που δεν τρέχει με την παραμικρή υγρασία.
    «Μπορείς και καλύτερα και μάλιστα επί πληρωμή συν μπόνους και ασφάλιση αν είσαι καλός».
    Εκείνος του προτείνει να πάνε κάπου πιο ήσυχα να μιλήσουν, κάπως σιωπηλά, ίσως να μην το άκουσε, το Κλεφτρόνι αυτό είναι πραγματικά απελπισμένο και μόνο, δεν έχει κάπου να πάει και κανείς δεν τον περιμένει στο σπίτι για ψητό χοιρινό στο φούρνο με πατάτες, τα ψωμιά του είναι λίγα και τα πάντα του φαίνονται σαν πρόκληση αλλά και σαν απειλή, τώρα τα μάτια του κρύβουν μία υποχθόνια λάμψη που την παρατηρεί πρώτη φορά ο Τσίλικος, αν και θα μπορούσε να βρει εκατό σαν αυτόν λίγο πιο κάτω, εκείνος ξεροβήχει και πετάει κάτω το τσιγάρο του, μέσα στην λακκούβα που μόλις είχε χαλάσει το πορτοκαλί απόκοσμο χτένισμα της και τώρα ο κόσμος της χαλούσε από ένα σωρό κραδασμούς των περαστικών, κάπως αμήχανος τώρα και όχι σίγουρος, ίσως να έκανε μαλακία, και ρωτάει:
    «Δηλαδή; Τι έχουμε εδώ;».
    «Ένας εργοδότης και συνάδελφος στην φιλεσπλαχνία…δεν ψάχνεις για δουλειά;».
    Συνειδητοποιώντας πως έχει σπαταλήσει πολύ ώρα εκεί και ίσως κάποιο ξέμπαρκο λαγωνικό να τον έχει ήδη μυριστεί, το Μάτι του κλειστού κυκλώματος είναι ακριβώς δίπλα τους, πάνω τους, κοιτάει γύρω του και του λέει πάλι σιγανά:
    «Καλύτερα όντως να πάμε κάπου πιο ήσυχα…ίσως…δεν είναι πολύ καλά να στεκόμαστε εδώ μπροστά». Κοιτάει ξανά γύρω του.
    «Πόσα;» λέει το Κλεφτρόνι χωρίς να ξέρει αν τελικά θα δώσει λεφτά ή θα πάρει. Δεν έχει τίποτα πλέον να χάσει, το μόνο που του μένει είναι να ψάχνει στα σκουπίδια για φαγητό ή να συρθεί μέχρι το συσσίτιο του ΚΥΑΔΑ, σήμερα δεν θα πουλούσε τίποτα στου Παγωτατζή στην Ερμού - αληθινός επαγγελματίας ακόμα και σε ακραίες συνθήκες όπως αυτήν εδώ, απόψε.
    Έχει αρχίσει να τον συμπαθεί σχεδόν, θα γίνει ένας καλός μαθητής, κούρεψε το αλλά μην το γδάρεις, δεν πρέπει να γίνεις φορτικός ούτε και υπερβολικός σε καμία περίπτωση, το ψάρι δεν είναι σωστό να τηγανιστεί σε αυτό το σημείο των εξελίξεων, αλλά να πάει σύμφωνα με το σχέδιο, ξεκινάνε να περπατάνε προς Μοναστηράκι και προλαβαίνουν να μιλήσουν για σούφρωμα σούπερ μάρκετ, για τους αστυφύλακες, για την χαμένη του δουλειά, λίγο πιο κάτω, κοντά στην Καπνικαρέα, είναι παρκαρισμένη δίπλα από το πεζοδρόμιο μία παλαιού τύπου γερμανική λιμουζίνα στο χρώμα του ωκεανού που αποπνέει μιζέρια και θλίψη η οποία διαγράφεται πάνω στα χρωμιούχα της σπορ εξαρτήματα, κάποιος έχει ήδη βαρεθεί το Κέντρο και θέλει να επιστρέψει στο Μπουρνάζι αλλά δεν έχει αρκετή βενζίνη στο ντεπόζιτο, ένας πλανόδιος νάνος πίσω από τον σιδερένιο του πάγκο με τη λάμπα ψήνει καλαμπόκια και κάστανα στο πετρογκάζ, μία παρέα από Αφρικανούς χτυπάνε το τύμπανο τους ακριβώς στη μέση της πλατείας, στο σταθμό του μετρό, άλλοι ζητιανεύουν και άλλοι χορεύουν έναν άρρωστο χορό μετανοίας που όμως κανείς δεν τον εκλαμβάνει έτσι, η κίτρινη ουρά από χλωμά ταξί φτάνει μέχρι το πλακόστρωτο στο Θησείο δημιουργώντας μία ικτερική ακμή πάνω στο πρόσωπο του μαύρου οδοστρώματος που είναι διάστικτο με στάμπες από μηχανόλαδο, τσίχλες, αποτσίγαρα, συσκευασίες φαγητών, στην σκιά ενός λαμπτήρα του Δήμου ένα ζευγάρι Ρωοσοπόντιων τσακώνεται για κάτι ασήμαντο αλλά οι φωνές τους ακούγονται από την απέναντι πλευρά της οδού Αθηνάς, ένας άντρας με ωχρή, σκούρα επιδερμίδα φυλάει τσίλιες μπροστά από ένα περίπτερο και το πρόσωπο του αποπνέει μία απερίγραπτη μοναξιά.
    Στο ξενοδοχείο Αθηναϊκόν, αφού επιβιώσανε από ένα υγρό ξεστράτισμα μέσα στα στενά του Ψυρρή, κατέληξαν σε ένα λάθος ασανσέρ, κατευθυνόμενοι από μία άλλη κατεύθυνση, ο Τσίλικος αράζει σε μία οραματική φούσκα αισιοδοξίας στην μικρή καφετέρια πίσω από τον πάγκο υποδοχής που στην ουσία είναι ένας άλλος πάγκος που σχηματίζει ένα Γ κολλημένος στον τοίχο που έχει πάρει να πέφτει ο σοβάς, με ψηλά πλαστικά καθίσματα που σε κάθε τους κίνηση είναι έτοιμα να σπάσουν και να σωριαστούν με τα βαριά τους σώματα στο βρώμικο, γκρι μωσαϊκό, ο Τσίλικος αισθάνεται τη γνώριμη τριβή μέσα στον εγκέφαλο του, αναπολεί το αραχνιασμένο ταβάνι, ο χώρος μυρίζει έντονα χλωρίνη και κάτουρο, του εξηγεί πως έχει η Κατάσταση και τι προσφέρει η εταιρία, έχει βάλει πλέον την γνωστή κασέτα, κοιτάει αλλού μιας και αδυνατεί τώρα να κοιτάξει τον άγνωστο στα μάτια, αυτόν εδώ τον μεσήλικα που κοπανιέται πάνω από την συνείδηση του, αλλά ξέρει πως είναι από εκείνους που δεν θα πρόσεχαν κάτι τέτοιο τόσο λεπτό, σε μερικά λεπτά ίσως να τον έχει πείσει και θα είναι πλέον έτοιμος να φύγει μέσα από τη νύχτα του, με άλλο ένα πιθανό όνομα στο βιβλίο των μελών, τέτοια Κλεφτρόνια, απόλυτα πρακτικά και δεκτικά, τους έχει πλέον για ψωμοτύρι, αλλά παρ’ όλα αυτά όταν ο μεσήλικας του είπε πως φαινόταν αρκετά επαγγελματίας ο Τσίλικος σχεδόν κοκκίνισε από περηφάνια.
    Καθώς ο γεμάτος με σπυριά καρπός του αδράχνει το φλιτζάνι με τον ελληνικό καφέ και τα κιτρινισμένα του δάχτυλα αρπάζουν το φίλτρο του τσιγάρου από το τασάκι και το ζουλάνε, εκείνος σκέφτεται έναν άλλο υποψήφιο που είχε δει πριν από μέρες στην γωνία Ασκληπιού και Ακαδημίας, ένας πράος και ευγενικός νεαρός που προσπαθούσε να ξαφρίσει το βιβλιοπωλείο Πολιτεία με λάθος τρόπο και τον μπαγλαρώσανε πάραυτα στην πόρτα δύο υπάλληλοι, τον περίμενε να φτάσει στο μηχανάκι του, κι έπειτα τον πήγε σε μία καφετέρια με την ονομασία Παζολίνι εκεί κοντά, στην οποία είχε άμεση πρόσβαση σε ανάλογες περιστάσεις, μπαίνοντας στην μέσα πλευρά του πίσω δωματίου που δεν είχε πρόσβαση στο δρόμο, του είπε να αφήσει τον οβολό του στην γνωστή χοντρή κυρία πίσω από το παραβάν στις τουαλέτες η οποία έβλεπε Κωνσταντίνου και Ελένης καθισμένη σε έναν μικρό καναπέ, ο νεαρός το έκανε και μετά η κυρία του έδειξε μία πόρτα στα δεξιά, δίπλα σε ένα χαλασμένο μηχάνημα καφέ, ο Τσίλικος οδήγησε τον άντρα στο διαθέσιμο μυστικό δωμάτιο προσέχοντας να μην πατήσουν τα δεκάδες νεκρά μηχανήματα εσπρέσο στο διάβα τους τα οποία απλώνονταν σε όλο το μέρος σαν νεκρά μωρά κάποιου σιδερένιου, μηχανικού Κύκλωπα, απλωμένα πάνω σε μία λωρίδα βρώμικου χαλιού, στο δωμάτιο υπήρχε επίσης μία ντουλάπα – ένα από τα πολλά «γραφεία» του Τσίλικου στο κέντρο της πόλης τα οποία μεταφερόντουσαν και άλλαζαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα μετά από την λεγόμενη Διαδικασία του Δακτύλου της Εταιρίας ο οποίος και κανόνιζε τις τοποθεσίες να αλλάζουν συχνά για λόγους ασφαλείας – αφού ο άντρας είχε αρπάξει το δόλωμα, είχε αρχίσει να ακούει τον Τσίλικο να του λέει για τον μισθό του και για το τι έπρεπε να κάνει, και αφού είχε χαλαρώσει τον είχε αφήσει να εισβάλει μέσα στο μυαλό του ανενόχλητος, είκοσι λεπτά πιο μετά, η πόρτα χτύπησε, πράγμα που σήμαινε πως η ώρα τους είχε τελειώσει αλλά ο νεαρός είχε ακόμη αμφιβολίες, είχε αισθανθεί ένοχος και ανίκανος γι’ αυτό και προσφέρθηκε να του δώσει ένα τέταρτο ακόμη αλλά ο νεαρός του είπε πως ίσως μία άλλη φορά ξανασυναντηθούν, όταν οι περιστάσεις θα είναι καλύτερες γι’ αυτόν, και καθώς μάζευε τα πράγματα του από το πλαστικό τραπέζι, ο Τσίλικος τον είχε αφήσει να δει για πολύ λίγο μέσα στο απύθμενο βάθος του κεφαλιού του, κάτω από φρεάτια και εισόδους με κοντές σκάλες, του έδωσε το όνομα του και γύρισε πίσω στο μηχανάκι, και σε τελική ανάλυση είχε χαρεί που είχε γράψει άλλο ένα όνομα στο Τεφτέρι με τα Ονόματα και που ίσως η φάρα τους να μην ήταν και τόσο απρόσωπη τελικά αλλά μία μικρομέγαλη αόρατη οικογένεια που είχε πάντα το μάτι της ανοιχτό σε νέα μέλη, παραστρατημένα, ίσως αυτό που έκανε να μην ήταν εντελώς λάθος, και τότε ήταν η πρώτη φορά που είχε δει μπροστά του εκείνο το κοσμικό αυγό με τις τέσσερις τεμνόμενες σαύρες που πάνω τους επιγραφόντουσαν όλα τα ονόματα των μελών τα οποία και επισήμως στην Εταιρία αποκαλούνταν Ζόας, που συμβόλιζαν τις στοιχειώδεις δυνάμεις του λιανικού σύμπαντος, Ουρθόνας/Λος είναι η μήτρα που είναι η φαντασία, Λούβαχ το πάθος για νέες κατακτήσεις και νούμερα, Ούριζεν η λογική του Κλέφτη που δεν είναι λογική αλλά μπορεί να προσαρτηθεί πάνω της σαν βδέλλα και Θάρμας το σώμα του Κουνταμπάφερ, ένα κόσμος ωοειδής, ένας κόσμος του Λος που ανεβαίνει από το στριφογυριστό σαν φίδι κέντρο του κενού, ανασχηματίζει τον μη υπαρκτό χώρο που ορίζεται από τα απατηλά σύνολα πόνου, της διαφάνειας (Διάβολος) και της συγκέντρωσης των αντικειμένων (Πρώτος Πατέρας, Αδάμ) και όλα αυτά είναι τα παραπετάσματα που εμποδίζουν τον κοινό άνθρωπο να δει τον Κλέφτη, να τον δει όπως είναι πραγματικά, τερατώδη και με δέρμα μιάσματος που γυαλίζει πάνω στην αντανάκλαση και την επανάληψη του τρανζίστορ, δηλαδή αιώνια και άπειρα.
    Ο μεσήλικας είναι έτοιμος πλέον για το μεγάλο του βήμα, έχει πειστεί, οι συνάψεις του Τσίλικου έχουν ήδη μολύνει τις δικές του, τα μαλακά του μόρια ενδίδουν στην πίεση, και χωρίς να το καταλάβει έχει ήδη γραπώσει την άκρη του ξύλινου πάγκου με τη μία λευκή του γροθιά και με την άλλη έχει ήδη σφίξει το χέρι του Διαβόλου που κάθεται απέναντι του, κυλάει δίπλα του και ξαπλώνει πάνω στην καρέκλα ακίνητος, περιμένοντας να καταλαγιάσει η αποφορά της απουσίας της ψυχής του, η οποία μόλις πουλήθηκε, λίγα χρόνια πριν, μαντεύει ο Τσίλικος, αυτές οι στιγμές αρχίζουν να γίνονται ένα βάρος στο στήθος και στον αυχένα του, το δέρμα του μαλακώνει και να που τώρα εκείνος είναι πιο ώριμος λίγο ακόμη, πιο κουρασμένος από τότε που περνοδιάβαινε αυτά τα σοκάκια πριν από αιώνες που το χώμα ακόμη αιωρούνταν τα μεσημέρια, ζώντας μέσα σε μία χρονική περίοδο ενός κόσμου άφθαρτου ακόμα από θανατηφόρες ασθένειες, επιμένει μόνο για λίγο στις προφυλάξεις του νου, βασισμένος στην εμπειρία του και στις προειδοποιήσεις του ενστίκτου του, αρπάζει μία χαρτοπετσέτα και σκουπίζει τα χέρια του που έχουν ιδρώσει από την υποδοχή της ξένης μάζας και λέει μία δικαιολογία για να πάει στην τουαλέτα, πλένει το πρόσωπο του από τη μάσκαρα, κοιτάζεται στον μικροσκοπικό καθρέπτη που είναι στην άκρη σπασμένος: μία τεράστια κουράδα πλέει μέσα στην λεκάνη αλλά είναι λες ακόμη και η κουράδα αυτή να μην έχει πλέον υλική υπόσταση, σαν η ψυχή της να έχει από πολύ καιρό χαθεί κάπου μέσα σε κάποιο φρεάτιο αλλά το κουφάρι της ακόμη να κολυμπάει στον υπαρκτό κόσμο, γυρνάει, του λέει που να πάει την επόμενη μέρα και χάνεται από μπροστά του σαν αχός. Δεν θα τον ξαναδεί πλέον, είχε κάνει όμως τη δουλειά του σωστά. Άλλο ένα Κουνταμπάφερ θα στρατολογούνταν αύριο κάπου, σε κάποια άγνωστη αποθήκη στην Πατησίων που η τοποθεσία της θα άλλαζε κυκλικά ανά τρεις μέρες, θα περνούσε την βασική εκπαίδευση και στο τέλος θα του έδιναν την Τραγιάσκα και μία μακριά και γκρίζα μεταχειρισμένη καπαρντίνα ή μπορεί και κάποιο κακόγουστο, φτηνό αδιάβροχο ή νιτσεράδα που θα τον έκανε σχεδόν αόρατο…σχεδόν. Τουλάχιστον ο άνθρωπος είχε πλέον μία δουλειά, έναν μισθό…
    Το σοκάκι της αθλιότητας, όπου γυναίκες από την Αφρική έβγαιναν στους δρόμους χωρίς τους άντρες τους, σχεδόν τσίτσιδες από το απόγευμα, αγόραζαν κόκκινες κορδέλες, φρούτα, εξαρτήματα κινητών τηλεφώνων, ρούχα από τις μπουτίκ με τα μεταχειρισμένα, έτοιμες να αρπαχτούν με τους μαγαζάτορες μέχρι την ώρα που η πίσσα στέγνωνε κάτω στο οδόστρωμα, τα σκαλιστά, πέτρινα μπαλκόνια τις αγνάντευαν από πάνω, σε μία κάτοψη δροσιάς, ένιωθε τώρα τον αέρα παγωμένο πάλι και γεμάτο με σάπια πλάσματα της θάλασσας, το υποβαθμισμένο φως των περιοχών των Αχαρνών μόλις έστριψε από την άκρη του αυτιού, την αταραξία των χρωμάτων, την μονοτονία των χάρτινων καλυβών κάτω από τις εισόδους των πολυκατοικιών, το παλιό λημέρι των αποστρατευμένων στρατιωτικών, πιο πλατύ και βαρύ από την ίδια την αλήθεια, η στιβαρή Ουκρανέζα που μόλις πρόλαβε να γλιτώσει το σώμα της από το χτύπημα ενός τρίκυκλου γεμάτου με κούτες κι αισθάνθηκε για λίγο το χάδι του Θανάτου στην ραχοκοκαλιά της βλέποντας τον κουτσό άστεγο που ατενίζει το τσιμέντο με το πιο ρηχό βλέμμα πελεκάνου, αυτός είναι ίσως, ούρλιαξε τρομαγμένη, ζήτω το χρήμα, φώναξε, ζήτω, φώναξαν άντρες, παιδιά και σκυλιά και γυναίκες που έτρεχαν πίσω από αυτοκίνητα και ρίχνανε πέτρες στα μηχανάκια, μέσα από καντίνες που ράντιζαν με τηγανίλα τις κολώνες και τα στραβά, μαρμάρινα παγκάκια που ήταν θρυμματισμένα και πολιορκούσαν τις γάτες για να μπορέσουν να σφίξουν το χέρι της πείνας τους, μία κίνηση τόσο επιδέξια και φινετσάτη σαν μπαλαρίνας, απροσδόκητη ώστε εκείνος μόλις που πρόφτασε να κατεβάσει το χέρι με το σπασμένο νύχι που μάλωνε τα σκυλιά και τους αρουραίους που τους έβλεπαν όλοι σαν γλυκούλικα σκιουράκια, μην κάνεις αηδίες Τσίλι, άφησε τους να σε λατρεύουν, τόσο ταραγμένος με εκείνη την ξαφνική αγάπη και με άλλες παρόμοιες που έβγαιναν μέσα από σωλήνες και φωτεινές επιφάνειες, δεμένες με καροτσάκια και τρυπημένες μέχρι το μεδούλι με σκούρο σκιαγράφημα τρυπανιού, έτσι ώστε το Δάχτυλο, τι επόμενες μέρες, κουράστηκε τόσο πολύ να του κόψει εκείνη τη συνήθεια να περιφέρεται με το μηχανάκι γιατί όλοι φοβόντουσαν να μην τον δουν, να μην τον ανακαλύψουν, μέσα σε όλη του την νομοτελειακή μεγαλοπρέπεια, οι πιστοί των πωλήσεων, αναρωτιόντουσαν τι διάολο, μιας κι εκείνος ποτέ δεν υποπτεύθηκε πως η περσινή έφοδος του πλήθους στους υπονόμους θα ήταν σχεδόν αυθόρμητη, αλλά είχαν οργανωθεί μετά από λίγο, από τις μυστικές συναντήσεις του ΣΥ.Χ.Β.Α. και του Π.Α.ΜΕ, ήθελαν να ευχαριστήσουν τον μυστικό τους ηγέτη, δεν ήθελαν όμως να κινδυνέψει, τόσο γλυκαμένος από το εταιρικό αεράκι, από την πολιτική της σκληρής ανάσας της πυραμίδας, παραμονές του θανάτου του, που είχε τολμήσει να εισχωρήσει ξανά μέσα στους υπονόμους μετά από τόσες και τόσες επιτυχίες στον πάνω κόσμο, έριξε ξανά καύσιμο στο παλιό μηχανικό θηρίο βαμμένο με τα μαύρα της σημαίας τους, που έμοιαζε τώρα να σούρνεται μέχρι τις άκρες του Δημαρχείου, ένα απέραντο θλιβερό, υπόγειο βασίλειο, ανοίγοντας μονοπάτια μέσα από ορχιδέες συρματοπλέγματα, πάνω από τα πατικωμένα χόρτα του πεζοδρομίου, στην Ηρώων Πολυτεχνείου, ανάβοντας φωτιές σε εκπαιδευμένες μαϊμούδες, παραδεισένια πουλιά, αίλουρους από καιρό υπνωτισμένους πάνω σε κλαδιά από πηγμένο σάλιο, μέχρι τα ερειπωμένα χωριά της Αγίας Παρασκευής, του Ψυχικού και του Χαλανδρίου, εκεί που κάποτε ο άλλος του εαυτός είχε γεννηθεί, στις εσοχές των οποίων τον ανάμεναν έγχορδα με Αιγυπτιακούς σκοπούς, πένθιμες καμπάνες συντονίζονταν με το χιόνι πάνω στο χρώμιο, του έδειχναν γραφές για τον άγνωστο προπάτορα που ήταν κουλουριασμένος στα αριστερά της Αγίας Τράπεζας, στρατολογούσαν τσιγγάνους ξεσηκωμένους μέσα από την καταχνιά του Ζεφυρίου που κατέβαιναν για να πάρουν μία γεύση από την μυστική δύναμη μέσα στο άπατο σκοτάδι του Γενικού Γραμματέα της Αντίστασης – ακόμα και οι Εξωσχολικοί, ακόμα και οι Κρόκοι τον προσκυνούσαν, πέρα από τους Πλαισιωμένους του -  και όσοι μπόρεσαν να πλησιάσουν δεν διέκριναν τίποτε άλλο από μάτια βουλιαγμένα και μαύρα πίσω από κάγκελα, σιδερένια επιθέματα κάλυψης, γυαλιά σπασμένα, έβλεπαν τα ανύπαρκτα χείλη, την ζαρωμένη παλάμη που δεν είχε μέσα του κανένα μέλλον και μηδαμινό παρελθόν που χαιρετούσε το μελανό κενό του φρεατίου κάτω από το Πεδίον του Άρεως, ενώ ήταν πολλοί εκείνοι που ήθελαν να δουν για μία και μοναδική φορά το πραγματικό του πρόσωπο, προσέχετε αγαπητέ Γενικέ Γραμματέα Ντεποζίτο, όλα είχαν έρθει σε πιο επίσημα στάδια πλέον, γι’ αυτόν που ποτέ δεν είχε τίποτα, αν εξαιρέσεις τις υποτροφίες και τις επιτυχίες στα στενά της Οξφόρδης, η πατρίδα όμως τον χρειαζόταν, αλλά πάντα απαντούσε σαν κοιμισμένος, σαν υπνοβάτης, μη σε νοιάζει, αυτός ο όχλος με λατρεύει, κι όπως με το μηχανικό θηρίο των αυτόματων πωλήσεων είχε φτιάξει το όνομα του, τώρα ήταν η σειρά του καπέλου, του δέρματος, η σειρά του να μπει στην παρανομία, άφηνε το χνάρι του πίσω από τις καλογυαλισμένες βιτρίνες υπό τα βαλς των αυτόματων θηρών, ανάμεσα σε χημικά κατεργασμένες ευωδίες μπισκότου ανά πέντε λεπτά, φσιιιιτ, μέσα από την υπομονετική παρατήρηση του ματιού, ακόμα και ο ίδιος κατέβαινε καμιά φορά στο Πεδίο και παρακολουθούσε τις αντιδράσεις των πελατών αλλά και των άλλων, των κατατρεγμένων δούλων, που ξάπλωναν μέσα σε ποταμάκια από σάπιες σαλαμάνδρες για να βρουν θαμμένα προϊόντα και να κολλήσουν πάνω στην πίσω πλευρά του το ταμπελάκι με το όνομα του πελάτη και το νούμερο του υποκαταστήματος, αποφεύγοντας τους προϊστορικούς κουρσάρους, γιατί τα πάντα εξαρτιόντουσαν από την ταχύτητα, το σκοτάδι ήταν σε στιγμές αφανές αλλά πάντα παρών, το αισθανόντουσαν και οι υπνωτισμένοι πελάτες, σε στιγμές πάντα έτσι, μην τρελαθούμε, με τα ζόμπι, αλλά και οι εισβολείς, μπορούσαν μόνο να υποθέσουν τι βρισκόταν πέρα από την εκτίναξη του ημερήσιου τζίρου ή την καταβαράθρωση του, άκουγαν φήμες μόνο για τις πολλές επιθέσεις, δεν ήταν ικανοί να δουν πέρα από το φως που σκόρπιζαν οι αδύναμοι δαυλοί τους, δεν γνώριζαν πως όλα ίσως να ήταν οργανωμένα.








    Κάθε φορά που οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας καταργούνταν η όλη Εταιρική συμπεριφορά έπεφτε σαν χλιμπάτσι, αλλά με τρόπο που ο υπάλληλος να μην το διαισθάνεται σαν άμεση βιαιότητα, είχαν επιλέξει σωστά όλους τους προϊσταμένους τους με κριτήριο την απόλυτη ευγένεια – σε σκοτώνανε διαμέσου της άμετρης ανεκτικότητας και μέσω μίας παραπλανητικής παράκαμψης της λογικής σου η οποία μεταμφιεζόταν σε Σταυρό για τον ίδιο τον δούλο της πυραμίδας – αλλά μέσα στην αδυναμία της να ξεφύγει υπέκυψε στα θέλγητρα της εξουσίας του Αρχιτέκτονα Τσίλικου, το κορμί της είχε πληγιάσει από το αόρατο μαστίγιο, είχαν αποφασίσει να βάλουν μηχανήματα ταμείων σε όλους τους ορόφους, η αδυναμία της την έκανε ωχρή, κατάφθαναν οράματα μέσα στα πλέγματα των βολβών της, αλλά ήταν τόσο δυνατά σε κάθε κορύφωση της αδικίας και του πόνου. Στην κορυφή του Οικοδομήματος της Ανώνυμης Συντροφιάς, χαμένο μέσα στο βαλτώδες του υγρό, καθόταν το Μάτι, η απαστράπτουσα πόλη, με σκιές από μακριά ιμάτια στο χρώμα του ατόφιου πολυμερούς, μία σκοτεινή φιγούρα που ανάμενε στην άκρη του πεζοδρομίου κολλημένη με μία σκούρα πλαστική νιτσεράδα, το σκεπασμένο πρόσωπο της παραλυμένης Ελλάδας που γέρνει πάνω στους φωριαμούς σαν απελπισμένη, γριά αλλά μετανιωμένη πόρνη των αποδυτηρίων, γέλια ακούγονται από τα φρεάτια που τώρα έτσι όπως έχει γίνει το πάνω μοιάζουν παραδείσια, τα κομμάτια από κάφτρες που σκορπίζονται μέσα στη νύχτα, καλάρουντην θερμότητα τους πάνω στο ατσάλι και σβήνουν μέσα σε λίμνες από αλάβαστρο, η Μπέλα Μπούλα ντυμένη Βιεννέζα σερβιτόρα με τα πατικωμένα της νερουλά βυζιά να χαϊδεύει την άκρη ενός σκάνερ του ταμείου.
    Δίπλα από μία συστοιχία νεοφερμένων τραγιασκών που ξαπλώνονται πάνω στον κυπαρισσί πάγκο με τις εσωτερικές αποχρώσεις των νερών του μαρμάρου να πλησιάζουν το σάπιο μήλο, μέσα στο δάσος από υφάσματα, ο Χάρουν και η Εσμεράλδα είχαν ανακαλύψει μία υπερμεγέθης αποθήκη στα κάτω διαζώματα της Μαγούλας όπου κανείς πλέον δεν θυμόταν πως υπάρχει εκεί, σκεπασμένη από μία στρώση στεγνωμένης μονωτικής ταινίας, ολόκληρα κομμάτια από σπασμένες τάβλες εξείχαν σαν αιχμηρά δόντια εδώ κι εκεί ανάμεσα από τα σκόρπια καλώδια που έπεφταν από την οροφή - ήταν φανερό πως αν ακολουθούσαν εκείνο το μυστικό μονοπάτι θα έφταναν σε κάποια άλλη αποθήκη ή σταθμό παραλαβής προϊόντων - κανείς όμως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το τι θα έβρισκαν εκεί και ότι κι αν ήταν αυτό σίγουρα θα είχε αφεθεί στη μοίρα του εδώ και πολύ καιρό, και να που τώρα κρατιούνται χέρι με χέρι, ο Χάρουν φορούσε ένα παλιό μαύρο πουκάμισο από τον καιρό που το Σταρ Τσάνελ είχε πρωτοβάλει τα Φιλαράκια και θύμιζε πολύ εκείνο τον ηθοποιό που σκοτώσανε μία νύχτα, εκείνον που έπαιζε τον γιο της Ντένης, καστόρινο, με τρύπες στους αγκώνες από το τρίψιμο πάνω στους πάγκους κατασκευής, η Εσμεράλδα ήταν τυλιγμένη το μαντώ της από δέρμα μαύρου κροκόδειλου που της είχε δωρίσει κάποτε ο πατέρας της, κι ένα βεραμάν μαντήλι από μετάξι στο κεφάλι. Σε μερικές εσοχές, το μονοπάτι μέσα στα μπάζα ήταν γεμάτο με σαλιγκάρια που έμοιαζαν υπερτροφικά και το σύρσιμο τους ακουγόταν σαν βήματα ανθρώπων, φτάνοντας σε μία κατηφορική κλήση, όπου πριν από χρόνια είχε σχεδόν καταρρεύσει η οροφή, το χαλίκι είχε πέσει από τον ουρανό σαν αλοιφή πάνω στα βράχια, προς μία ηλεκτρική πηγή ή ποτάμι που δεν μπορούσαν να διακρίνουν. Μία αρχαία τηλεόραση Πανασόνικ ήταν παρατημένη στη μέση της αίθουσας με την οθόνη προς το πάτωμα και τα γυαλιά τριγύρω σκορπισμένα. Το καφέ κουφάρι που κάποτε ήταν μαύρο αλλά από την πολυκαιρία είχε αλλάξει απόχρωση είχε απογυμνωθεί εντελώς σαν σκελετός νεκρού ζώου. Κάπου μέσα στον ουρανό της ραγισμένης οροφής ίσως να κρυβόταν το πνεύμα που είχε εκτελέσει την αποσύνθεση της. Άφησαν πίσω τους την τηλεόραση, καθώς ήταν φοβισμένοι πως κάποια ύπουλη κλιματογραφία ακτίνας θα τους παρέσυρε σε τυφλά σημεία μέσα στους τοίχους με την σκληρή επιφάνεια τους να βαθουλώνει και να σχηματίζει καθίσματα μέσα στο τσιμέντο και στο τούβλο.
    Κατά καιρούς έβλεπαν απομεινάρια φωλεών πουλιών μέσα στα δοκάρια της οροφής. Το φως τώρα είχε αδυνατίσει κι άλλο, παρ’ όλο που δεν ήταν καν απόγευμα και ο λαβύρινθος από καλώδια δεν γινόταν πιο πυκνός. Στη μέση της επόμενης αίθουσας, έκαναν την εμφάνιση τους εκείνα τα τεράστια βουνά σκατού, άλλα ήταν φρέσκα, σε σχήματα στριφογυριστών λοφίσκων, πυραμίδων, σαν ομοιώματα άγνωστων αμοιβάδων ή τυλιγμένα γλυκίσματα από σφολιάτα – εβένινα, ζεστά και γεμάτα με τρύπες που ανοιγόκλειναν σαν μικροσκοπικά στοματάκια από την συστολή του αέρα. Τι ζώο θα μπορούσε να είχε περάσει από δω πρόσφατα, στη μέση της Κηφισιάς που να αφήνει τέτοια ίχνη;
    Εκείνη τη στιγμή, ο Χάρουν και η Εσμεράλδα συνειδητοποίησαν πως θα πρέπει τόσην ώρα να περιδιαβαίνουν τα ερείπια μίας μεγάλης έπαυλης αλλά όχι πολύ παλιάς, μίας εξοχικής κατοικίας που θα πρέπει να κατοικούνταν πριν από μερικά χρόνια. Μπροστά στα μάτια τους, το μονοπάτι με το χαλίκι έπεφτε μέσα σε μία διεκπεραίωση δομής από ξύλο. Αλλά κάτι υπήρχε ανάμεσα στα στήθη τους που είχαν τεντωθεί για να πιάσουν τους παλμούς εκείνου του μέρους και σε ότι ήταν αυτό που βρισκόταν μετά την κλίση των ντουβαριών: διάφανο, χωρίς υλική υπόσταση, κάτι που βρισκόταν εκεί για να τους υπενθυμίσει πως ήταν ξένοι και να που ξαφνικά αυτό ανασκίρτησε και τους είπε: «Μην μπαίνετε άλλο μέσα, δεν υπάρχει λόγος, γυρίστε πίσω σας παρακαλώ».
    Δεν υπήρχε άλλο κουράγιο μέσα τους. Και οι δύο είχαν σχεδόν χεστεί. Έκαναν μεταβολή και γύρισαν πίσω με την παγωμένη ανάσα εκείνου του πράγματος ανάμεσα από τις ωμοπλάτες τους, τρέχοντας.
    Όταν επέστρεψαν στο Δωμάτιο της Διόδου Εκπομπής Φωτός, βρήκαν τον Τσίλικο στα τελευταία στάδια της παράνοιας. Οι κολώνες στο μικρό και κρύο δωμάτιο δεν είχαν πια σοβά, και το κορμί τους καθρεπτιζόταν ανάγλυφο πάνω στις μη επεξεργασμένες ράχες των τραγιασκών που δεν είχαν περαστεί με το επαναληπτικό ύφασμα, κάνοντας τις λεντ επιχρυσώσεις τους να διαστέλλονται μέσα στο σύννεφο του συνόλου της απουσίας των συσσωμάτων της σκόνης.
    «Ήταν έτοιμος να μας καταραστεί. Ο Τσίλικος είναι ένας πανελλαδικός θρύλος. Δεν είχε ανάγκη ποτέ κανενός είδους επίσημης επιβεβαίωσης. Αλλά όμως ήθελε να μείνουμε μαζί του. Μας παρείχε τα καλύτερα εξαρτήματα, στέγαση, τροφή, ντραγκς, ποτό. Σίγουρα υπήρχε ένα πλάνο, κάτι που είχε άμεση σχέση με εκείνη την κοπέλα την Περσεφόνη, κάτι τόσο φανερό όσο η μυρωδιά του σκατού, που ήταν το μοναδικό αισθητηριακό γεγονός που καταλάβαινες εκείνα τα συννεφιασμένα απογεύματα. Αλλά ο Τσίλικος δεν έλεγε ποτέ τίποτα.
    »Εισχωρήσαμε μέσα στο μεγάλο οίκημα. Βρήκαμε μία λεκιασμένη πεδιάδα από σπασμένο πλακάκι λουτρών. Όλα εκείνα τα διαφημιστικά των Μούλτιτσάμπα πετούσαν πάνω από το κεφάλι μας σαν δαίμονες, σε επαναληπτικούς συνδυασμούς και μας κυνηγούσαν. Ο Τσίλικος είχε πλέον μετατραπεί σε ένα νέο είδος πολεμιστή, σε έναν ανθρωποφάγο, με καμία εναπομείναν ανθρωπιά στα χαρακτηριστικά του, αυτό είχε πλέον χαθεί, η ανθρώπινη μορφή του, κάθε νύχτα που περνούσε μπροστά από την φωτεινή επιφάνεια που πάνω της έπεφταν οι αριθμοί, είχε μεταλλαχτεί από τις ρυτίδες στην απόχρωση της σόλας, νεκρά αγγεία πάνω από τα μάτια που δεν φούσκωναν ανθρώπινα. Τσιμεντόλιθοι: Σπασμένοι τσιμεντόλιθοι μέσα σε ζουμί ανθρακικού. Ήταν φορές που ακόμα και τα τεμνόμενα σκιαγραφικά σχέδια των αντίπαλων καταστημάτων ενώνονταν σε ένα κοινό σημείο με τα δικά μας. «Είναι το αντίγραφό που δείχνει την Παλιά μου Μητέρα», αναρωτηθείτε αν υπάρχει ένας πόνος τόσο υποχθόνιος και λανθάνων που είναι σχεδόν μη πόνος, «το Φέουδο του Πρίγκιπα Τσίλικου. Μία χώρα κάτω από τη Χώρα». Και τότε ήταν που συνειδητοποίησα: κοιτούσε την γη σαν αστρονομικές εκλάμψεις: η καθεμιά είχε το δικό της κύκλωμα, πραγματικά νησιά από τρανζίστορ, αισθητήρες κίνησης και φωτός, σώματα, μαύρες τρύπες, στέρεους πυρήνες, ατμόσφαιρες, στρώματα. Δεν ήταν η Ελλάδα η πατρίδα που ζούσε. Ήταν μόνο το δικό του μυαλό, ο δικός του Ελαιώνας. Αλλά είχε αρχίσει να μας παρασέρνει κι εμάς μαζί του! Η κωλοτρυπίδα μου άνοιγε από την αγωνία, στην φονική στατιστική που μας ήθελε να απολυόμαστε κάθε πρωινό, αλλά δεν το καταλάβαινε, ο γλυκούλης μου, πότε θα εξαφανιζόταν από προσώπου γης και αγορών, πότε θα εκμηδενιζόταν, γιατί απλούστατα όλη η αστρική περιοχή των πωλήσεων και τα σώματα μας ανήκαν στον Τσίλικο. Εκείνος δεν έκανε τον χορό του λεμούριου απλά, δεν κρυβόταν μόνο πίσω από πολλαπλές μεταμφιέσεις αρρώστων ειδών του άστεως, δεν κινιόταν μόνο μέσω του υπολογιστή του. Είχαμε ανακηρύξει το στρώμα κύλισης μας σε μία τάξη αποσύνθεσης, από κατάστημα σε κατάστημα. Κάθε σημείο χτυπήματος Κουνταμπάφερ θα ήταν για εμάς ένα νέο κατάστημα, ένα νέο σημείο εκκίνησης της νέας ζωής, θα πλέαμε μέσα σε μία κόκκινη θάλασσα από ανατιναγμένα νούμερα. Κάθε κατάστημα θα είχε το κέντρο του στο κεφάλι της πυραμίδας, η θέση της τραγιάσκας; Η στιγμή του θαμπώματος και της λάμψης; Ήταν μία νέα Αθηναϊκή εκδοχή του Φάουστ. Ποιο κατάστημα θα ήταν όμως το στερνό; Το δικό μας; Η ίδια η Ελλάδα; Ο Παρθενώνας; Τα αρχίδια μου;
    »Ξεχνάω συνέχεια να ρωτήσω τον Χάρουν τι απέγινε η Περσεφόνη. Στον Χάρουν του επιτράπηκε η παραμονή στο κατάστημα όπου και είχε καταξιωθεί, στο Χαλάνδρι, εμένα όμως με έδιωξαν πολύ μακριά, μέσα σε μία Βιεννέζα σερβιτόρα μαζί με τον ίδιο τον Τσίλικο, ανάμεσα από καταιγίδες του Νοεμβρίου, σε ένα εξοχικό κτίσμα στην Δροσιά που μήνες ήταν ο άρχοντας των τριγωνικών ονείρων μας, μία σειρά από κρυσταλλωμένα κλαδιά, πευκοβελόνες, και σκαμπανεβάσματα σήματος του Ανέμου, μία σιγανή φωτιά που πάντα βλέπαμε στην απέναντι τζαμαρία. Ήταν το Λημέρι. Ο Τσίλικος κοίταζε, χωρίς να θέλει να ανοίξει ποτέ ξανά το στόμα του, κι εγώ αποκρίθηκα αντί για εκείνον: ΄Ο Ξένος’. Το χαμόγελο του κατάπιε ολόκληρο το στόμα μου, πολύ γρήγορα, αλλά χωρίς την παραμικρή ψυχή: τα ζαρωμένα του μάγουλα είχαν ρουφηχτεί από την πείνα, δεν έτρωγε πια, πέρα από εκείνες τις τηλεπαθητικές εμπνεύσεις του, είχαν όλα συρρικνωθεί μέσα στον ενστικτώδη του χώρο, στο αλκαλικό του Παλάτι, σε μία διάβαση στην άκρη της λήθης του που δεν είμαι εδώ πλέον για να καταπιέσω, σαν τον πούτσο του, θερμά μόρια με την πιο μικροσκοπική δίοδο εκπομπής φωτός μέσα τους, που τραγανίζουν μόνο γυαλί, ίσως κάτι περισσότερο από αυτό. Με φώναζε Αφροδίτη. ΄Θα καταλάβεις πως οι τσαχπινιές σου δεν πρόκειται να ισχύσουν εδώ. Όχι πλέον, Αφροδίτη’. Αλλά δεν είχα καμία ένσταση χαράς μέσα μου, κανένα τρόμο. Ήταν απλά μία ανοησία του εμπορίου που ήμουν ικανή να κατανοήσω, να δεχθώ ή σαν τις παθήσεις των μελλοθανάτων, καίριες. Το κόκκινο τετράγωνο στεκόταν στιβαρό μέσα στη νύχτα μέσα στην άγνοια μας, με το κεφάλι σπασμένο και τα πόδια κομματιασμένα, με το Μούλτιτσαμπικό  νούμερο από πίσω του να τον καταδιώκει σαν πορτοκαλί οχιά: κάτω από τις θαμπές ζάρες του δημιουργήθηκαν λευκοί παπαγάλοι από αμαξάδες και προϊσταμένους στον διάδρομο που οι υπάλληλοι πουλούσαν τα πάντα. Είδα ένα μικρό αγόρι, γύρω στα είκοσι, βύσμα από τα Κεντρικά, στην άκρη της μύξας ενός λάπτοπ, κουβαλημένος ο ίδιος από το ίδιο του το δερμάτινο μπάκπακ. Τα πρόσωπα όλων ήταν λίγο πολύ οικεία. Τους γνώριζες από διαφημίσεις, ηλεκτρονικά ταχυδρομεία, την τηλεόραση, το ιντερνέτ, τα ενδοκαταστηματικά νέα, καταλάβαινες τη δύναμη τους – ήταν σημαντικά πρόσωπα, αλλά αναγνώρισα μόνο έναν: τον Διευθυντή Διασποράς και Υλικού Σμαραγδένιο από το κατάστημα της Γλυφάδας. Ήταν ένα παλιό στέλεχος, γνωστός για τις μαντικές του ικανότητες στο Πεδίο, πριν από τον Εμφύλιο, και, απ’ ότι μας είπαν, ακόμη και τώρα. ΄Ράλδα’ μου είπε με πονηρό χαμόγελο, καθώς έψαχνε τα μάτια μου. ΄Τι όμορφα που είμαστε όλοι μας πάλι μαζί’. Αλλά κανείς δεν ήταν σαν αυτόν. Όλοι είχαν έρθει για να δουν τον Αρχιτέκτονα Τσίλικο. Θα λάμβανε μέρος η μεγάλη συνάντηση στο Λημέρι του Ξένου. Άραξαν στο καθιστικό. Εγώ έμεινα να κρυφακούω μαζί με έναν υπό-προϊστάμενο που τον έλεγαν Θολούρα, με καράφλα και κοτσίδα, που συνεχώς ξερόβηχε τελειωμένες Χολς. Είχε δει όλα μου τα κατορθώματα στις εφημερίδες και στα νέα του ιντερνέτ. Όλες μου τις απαστράπτουσες στιγμές. Τελειώσαμε και κατευθυνθήκαμε προς το εργοστάσιο. Μέσα από την κλειδαρότρυπα τους είχα δει κάτι να κοιτάνε πάνω στο μεγάλο τραπέζι. Ήταν ένα πράγμα σαν δίχτυ που φοράνε οι γριές όταν κοιμούνται και δεν θέλουν να χαλάσουν τα μαλλιά τους, σαν πλαστικό πλέγμα, γυαλιστερό όμως. ΄Τι είναι;’  ρώτησα τον Θολούρα. Με πήγε λίγο πιο πίσω από την πόρτα για να μην ακουστούμε. ‘Θαρρώ πως είναι το Led Net’, είπε σιγανά.
    «Τι μαλακία είναι αυτή;» λέει ο Χόρνι, «Led Net, είσαι σίγουρη;»
    «Ναι, ήταν κάτι με…νετ».
    «Μήπως κάτι που είχε σχέση με το ιντερνέτ;».
    «Δεν ξέρω. Μπορεί να άκουσα λάθος, είναι σαν παλιμπαιδισμός, με όλες αυτές τις εταιρικές βλακείες που ακούμε πια. Ήταν σαν έντομο, σαν κάτι το τρομακτικό – κάτι που είχαν με το ζόρι ξεκολλήσει από κάποια απύθμενη κόλαση με την εταιρική τους σπάτουλα, αλλά όλοι μαζί, με τα χέρια τους πάνω στην λαβή της, για να πάρει τελικά υπόσταση πάνω σε εκείνο το παλιό τραπέζι. Τα στόματα τους ήταν ξερά. Σαν μόλις να είχαν τραβήξει το βρακί του Θανάτου. Ήταν λες και όλοι πρωταγωνιστούσαν σε κάποιο βιντεάκι που ήσουν έτοιμος ανά πάση στιγμή να κατουρηθείς από τα γέλια. Και τότε είχα νιώσει πως ο Τσίλικος με είχε περάσει με ένα διάφανο, άοσμο βερνίκι. Με είχε συμπιέσει μέσα στο δικό του κενό κόσμο με μία πατρική στοργή επικαλούμενη έναν πλαστικό έρωτα. Ήμουν πλέον μόνη. Υπάλληλοι περίμεναν πίσω μου στο καθιστικό, και έφραζαν τις διόδους διαφυγής. Τα δάχτυλα του Θολούρα πασπάτευαν κάτι πάνω στον πήχη μου. Ήταν ένας ειδικός στις Διόδους Εκπομπής Φωτός, έριξε τη βαριά του γλώσσα πάνω σε μία χάρτινη, με κολλημένες τρίχες, κάσκα, και κούνησε το δεξί του ρουθούνι, έριξε φως με το κινητό του πάνω στη κάσκα αλλά δεν έγινε τίποτα, μετά έπιασε την δοκιμαστική τραγιάσκα και την κούνησε στο φως του κινητού, ξαφνικά άστραψε ένα εκτυφλωτικό φως πάνω στην επιφάνεια του καπέλου που μας τύφλωσε στην κυριολεξία - ΄Το βλέπεις; Είναι η πραγματική όψη του Θεού’ και σχεδόν λιποθύμησε από λύπη εξιστορώντας μία κατάσταση υπνωτισμού του Ματιού, αντιγραφή του Ιερού Ώρου. Άναψε το μόνιτορ που ήταν συνδεδεμένο με τον κεντρικό διαμοιραστή του Μούλτιτσάμπα και με ρώτησε σε πιο κατάστημα θα ήθελα να ρίξω μία ματιά και ποιος υπάλληλος ίσως να με ενδιέφερε να δω αν κλέβει ή αν λουφάρει ή αν σκαλίζει τη μύτη του, τώρα, αυτή τη στιγμή. Ψιθύρισα το όνομα Μουκοβίνας».







    Κάποιος είχε αρχίσει ήδη να ουρλιάζει τ' όνομα του, έξω απ' την Αγία των Φοριαμών, έξω δηλαδή απ' την κουζίνα των υπαλλήλων – είχε λείψει πάνω από μισή ώρα και μία απουσία πάνω από μισή ώρα απ' το Πεδίο των Πωλήσεων ισοδυναμούσε μ' αμάρτημα άξιο θανάτου, εκεί μέσα – αστείο ακουγόταν, ίσως η σωστή έκφραση να 'ταν άξιο απόλυσης. Η μουσική συνεχιζόταν ν' ακούγεται, εντελώς ενοχλητική και γελοία, μέσα στο κατάστημα, τον τρέλαινε σχεδόν, δεν είχε όμως το χρόνο ν' ανέβει, ν' ανακαλύψει ποιος απ' τους διακόπτες, μέσα στο γραφείο του διευθυντή, ήταν ο σωστός, εκείνος δηλαδή που ρύθμιζε την ένταση. «Πόσο είναι η έκπτωση;» είπε η πελάτισσα με τον Λεβί στο βλέμμα, η οποία βρισκόταν ακόμα μέσα στο κατάστημα, στο τμήμα των βιβλίων – δεν έφευγε με τίποτα το ζωντόβολο ετούτο – η συνάδελφος Νέλι τον αγριοκοίταξε (εκείνη ήταν που ούρλιαζε τ' όνομα του πιο πριν), ήξερε που ήταν και τι έκανε – το συνήθιζε άλλωστε να μπαίνει στην τουαλέτα και να μιλάει μόνος του ή να κάνει εκείνη την περίεργη άσκηση με τα πόδια· οι συνήθειες των υπαλλήλων, μετά από λίγο καιρό, άρχιζαν να μαθαίνονται απ' όλους τους συναδέλφους – όλοι ήξεραν τι έκανε ο άλλος και πως λούφαρε, με ποιο τρόπο δούλευε και τι είδους υπάλληλος ήταν. «Δέκα τις εκατό» είπε ο Μουκοβίνας. «Με την κάρτα μέλους». «Καλησπέρα...γεια σας» είπε ο φύλακας της εισόδου σε κάποιον τυχαίο εισερχόμενο πελάτη.
    Χτύπησε το τηλέφωνο του μπροστινού σταθμού εργασίας – δεν το σήκωνε αμέσως όμως, καμιά φορά δεν το σήκωνε ποτέ – ανάλογα τα κέφια. Ο φύλακας τον κοίταξε με χαμόγελο – είχε ακούσει κι εκείνος το τηλέφωνο κι ήξερε πως ο Μουκοβίνας ποτέ δεν έμπαινε στον κόπο ν' απαντήσει. «Για μία παραγγελία» είπε με πολύ παιδική φωνή μία κοπέλα που μόλις είχε μπει στο κατάστημα. «Δεν σας πήραμε τηλέφωνο ή κάτι τέτοιο;» είπε ο Μουκοβίνας. «Χτες νομίζω» είπε εκείνη ντροπαλά. «Σε τι όνομα είναι;» ρώτησε ο Μουκοβίνας. «Πολύζου» είπε το κορίτσι. «Πολύζου;» ρώτησε ο Μουκοβίνας. «Ναι» είπε εκείνη. «Τι βιβλίο είναι;». Εκείνη τον κοίταξε για λίγο. «Νομίζω Κέμπριτζ κάτι» είπε μετά από τρία δευτερόλεπτα. Το γνωστό και σιχαμερό διαφημιστικό του καταστήματος έπαιζε σε τέρμα ένταση απ' τα ηχεία της οροφής, ο Μουκοβίνας έκανε μεταβολή, πάνω στα καφέ του, θεσπέσια παπούτσια· κατευθύνθηκε προς το συρτάρι με τις κρατήσεις, κάτω ακριβώς απ' τα παιδικά dvd, δίπλα απ' τη σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι, το άνοιξε με δυσκολία γιατί είχε χαλάσει τώρα και καιρό κι οι ρόδες δεν κυλούσαν σωστά πάνω στις στραβές ράγες, αναποδογύρισε μερικά βιβλία, διάβασε κίτρινες ετικέτες από ποστ ιτ, έβηξε μία φορά, δεν βρήκε τίποτα εκεί μέσα, έκλεισε το συρτάρι, έκανε πάλι μεταβολή, πήγε στον σταθμό εργασίας Α - δηλαδή στον μπροστινό σταθμό εργασίας - έπιασε να ξεφυλλίζει το μπλε τετράδιο με τις παραγγελίες των ξενόγλωσσων βιβλίων – τετράδιο τ' οποίο ήταν εντελώς και άκρως ταλαιπωρημένο απ' την καθημερινή χρήση, γκαγκανιασμένο και βρώμικο, σαν χρησιμοποιημένο τραπουλόχαρτο – προσπαθώντας να βρει τ' όνομα Πολύζου κάπου εκεί μέσα.
    Η κοπέλα είχε έρθει στο κατάστημα με τον πατέρα της ή έτσι τουλάχιστον υπέθετε ο Μουκοβίνας - ίσως να μην ήταν πατέρας της - σκέφτηκε. Μπορεί να 'ταν θείος της ή ακόμα κι εραστής της, πράγμα παράξενο βέβαια, λόγω της διαφοράς ηλικίας. Ο συγκεκριμένος κύριος διέθετε, επίσης, δύο στίγματα πάνω στη λαδωμένη του μύτη. Μαύρα και τεράστια – ήταν μάλλον η μέρα των Δύο Μαύρων Στιγμάτων, σκέφτηκε. Ο Μουκοβίνας μία κοιτούσε το τετράδιο και μία τα στίγματα. Δεν μπορούσε να μην σκέφτεται εκείνα τα στίγματα. Δεν ήταν πως τον αηδίαζαν όμως, απλά ήταν δύο πολύ έντονα στίγματα, σαν σημάδια μέσα στο κενό σύμπαν, σαν φάροι μέσα στη νύχτα, σαν...Ήξερε πως δεν επρόκειτο να βρει την παραγγελία. Η περιγραφή της κοπέλας ήταν εντελώς ελλιπής. Υπήρχαν άπειρα ανάλογα βιβλία στην αγορά κι εκείνος το γνώριζε αυτό το γεγονός πολύ καλά. Η περιγραφή της ήταν μία ηλιθιότητα και μόνο. Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν της έριχνε μία μπουνιά στο πρόσωπο – εκεί, μέσα στη μέση του καταστήματος. Τι θα γινόταν άραγε; Τι έκφραση θα έπαιρνε το πρόσωπο του πατέρα της ή θείου της ή εραστή της; Θ' άλλαζαν άραγε χρώμα τα δύο τρομερά του στίγματα; Θ' αναβόσβηναν μήπως; Θα έβγαζαν κάποιο τσιριχτό ήχο; Ποιος ξέρει;
    Η μουσική τώρα είχα γίνει άκρως χορευτική – ήταν λες και είχαμε ξαφνικά μεταφερθεί σε κάποιο νυχτερινό κλαμπ – ντουμ, ντουμ, ντουμ, αυτό δεν ήταν βιβλιοπωλείο φυσικά, ήταν ένα βρωμερό σούπερ μάρκετ· ο ήχος από τις σχεδόν πλαστικές σελίδες του τετραδίου των παραγγελιών μπερδευόταν με την άθλια μουσική υπόκρουση που ερχόταν απ' την οροφή. Ο Μουκοβίνας σχεδόν έβλεπε το σάλιο του να πέφτει πάνω σε κάποια σελίδα και να αλλοιώνει το μπλε μελάνι,  παρατηρούσε, μ' ευχαρίστησή πάντα, τα βλέμματα αηδίας που του έριχναν οι δύο πελάτες – πατέρας και κόρη ή θείος και κόρη ή ότι ήταν τέλος πάντων αυτά τα δυο στίγματα μέσα στο χρόνο του. «Είναι Πολύζου τ΄ όνομα;» είπε ξαφνικά ο Μουκοβίνας, υπνωτισμένος απ' το γύρισμα των σελίδων – δεν κοιτούσε στην ουσία τίποτα μέσα στο τετράδιο, βαριόταν να εστιάσει. «Ήρθαμε για να πάρουμε ένα βιβλίο» πετάχτηκε μία άλλη γυναίκα, πίσω απ' το ζεύγος της συμφοράς, ο Μουκοβίνας δεν την άκουσε καν και συνέχισε να γυρνάει τις σελίδες του τετραδίου των παραγγελιών. «Μήπως...δεν υπάρχει περίπτωση να είχατε δώσει κάποιο άλλο όνομα;» είπε μετά από λίγο, κοιτώντας με αδιάφορο βλέμμα το ζεύγος μπροστά του, άφησε ταυτόχρονα μία τρομερά βρωμερή κλανιά, λόγω εντέρου πάντα – σε λίγο θα μύριζε άσχημα όλος ο χώρος μπροστά στον σταθμό εργασίας Α. Φωνές μικρών παιδιών που έκλαιγαν ερχόντουσαν απ' το βάθος του τμήματος των παιχνιδιών, οι απανωτές καλησπέρες του φύλακα πασπάλιζαν με παράνοια τα πάντα.
    Ο ήχος απ' τις σελίδες του τετραδίου είχε εξελιχθεί σε βόμβο μέσα στ' αυτιά του τώρα, ένα κύμα που τον κατέκλυζε, τον έπνιγε, τον στριφογύρναγε, τον σκότωνε, έμπηγε το κεφάλι του μέσα στην θανατερή άμμο της σιωπής της αναμονής του ζεύγους, οι οποίοι τώρα τον παρατηρούσαν με μάτια φλογερά, ανυπόμονοι, ανήμποροι, υποκείμενα των ανώμαλων ορέξεων του συγκεκριμένου και προφανέστατα, αδιάφορου, υπαλλήλου, Μουκοβίνα. «Δεν έχει έρθει κάτι...εκτός εάν...», μία μηχανή μεγάλου κυβισμού που πέρασε μπροστά απ' την Μεσογείων κάλυψε το τελευταίο μέρος της πρότασης του, το ζεύγος τον κοίταξε μ' απογοήτευση, φυσικά κι εκείνος το ευχαριστιόταν όλο αυτό, επιθυμούσε όμως, κιόλας, να φύγουν, να χαθούν απ' τα μάτια του, μιας κι η μύξα είχε ήδη κατέβει στο ρουθούνι του, το αισθανόταν έντονα, μόνο κάτι τριχούλες εμπόδιζαν την κατάβαση τους στο χείλος του – είχε τρομερό συνάχι κείνη την ημέρα, έπιασε την κωλότσεπη του αλλά εκεί δεν υπήρχε κανένα χαρτομάντιλο, καμία χάρτινη, απαλή ασφάλεια – έπρεπε να τρέξει στην κουζίνα των υπαλλήλων γρήγορα, στην Αγία των Φωριαμών ή να κρυφτεί πίσω από κάποιο σκοτεινό ράφι και να φυσήξει στο πάτωμα όλη εκείνη τη μάζα μύξας και ροχάλας. Μπλιάξ! «Μπορείτε να επικοινωνήσετε με την κυρία...να δούμε τι έχει γίνει...αν της ήρθε κάποιο μήνυμα...» είπε ο Μουκοβίνας και αμέσως ρούφηξε δυνατά τη μύτη του με αποτέλεσμα όλη εκείνη η μύξα να κατέβει στον οισοφάγο του, ένα ποτάμι από βλέννα, το ζεύγος ένευσε μαζί, σαν σιαμαία τέρατα. «Έχει διαφορά από το αν σας πήραμε τηλέφωνο» συνέχισε. Το ζεύγος φαινόταν να καταλαβαίνει αλλά επίσης διαισθανόταν την εξαπάτηση του υπαλλήλου, ο οποίος βαριόταν αφόρητα όλο αυτό το σκηνικό κι όλη κείνη την ταλαιπωρία.
    Το ζεύγος έκανε μεταβολή, σαν δίδυμες προπέλες πλοίου, και χάθηκε μέσα στο χάος του καταστήματος – ένας άλλος πελάτης όμως, χοντρός και κοντός σαν πυγμαίος πετάχτηκε απ' το πουθενά τώρα: «Έχετε το Μύθο του Σίσυφου;» είπε. «Ο Μύθος του Σίσυφου...» επανέλαβε ηλιθιωδώς ο Μουκοβίνας. «Καμί» είπε ο πελάτης με στόμφο παγωνιού. Ο Μουκοβίνας στραβομουτσούνιασε αμέσως, έκανε στροφή και πήγε στο ράφι με τη Φιλοσοφία – το ράφι ήταν εντελώς πουταναριό, πεταμένα βιβλία παντού, ανακατεμένα και βρώμικα – άρπαξε ένα αντίγραφο και το έβαλε στο χέρι του πυγμαίου. Ο νάνος πελάτης είπε ένα ξεψυχισμένο ευχαριστώ, ο Μουκοβίνας τον προσπέρασε με μία ντρίπλα – σχεδόν τον έσπρωξε με αναίδεια -  άρχισε να τρέχει, χώθηκε πίσω απ' την Λογοτεχνία του Φανταστικού, έσκυψε, και φύσηξε με δύναμη τη μύτη του στο μαύρο πάτωμα. Ένας τεράστιος όγκος ξεπετάχτηκε, πράσινος κι αηδιαστικός, στην συνέχεια τον πασάλειψε με το καφέ παπούτσι του, αφήνοντας ένα υγρό σημάδι. Σκούπισε τη μύτη του με την ανάποδη του χεριού του και σηκώθηκε ξανά. Ξαφνικά αναρωτήθηκε τι να κάνει εκείνος το σχεδιαστής των εξωφύλλων του Καστανιώτη, σκέψη εντελώς τυχαία και άκυρη. Έκλασε πάλι.  
    Τώρα αισθανόταν πολύ καλύτερα, μπορούσε άνετα να κακοποιήσει κι άλλους πελάτες. Ήταν και πάλι άνθρωπος, λίγο. «Έχω κάνει μία παραγγελία...αλλά δεν μπορώ να περιμένω, είδα πως έχετε διαθέσιμο το βιβλίο που θέλω εδώ στο κατάστημα...» κάποιος μουρμούρισε από πίσω του, «...αλλά θέλω την τιμή του ιντερνέτ». Ο Μουκοβίνας γύρισε και τον κοίταξε, πρόσωπο αδιάφορο εντελώς αλλά κάτι του θύμιζε...α ναι...ήταν ο πυγμαίος με τον Καμί, «Ναι, βέβαια, θα σας κάνουμε την καλή τιμή» είπε κι άρπαξε πάλι με αναίδεια το βιβλίο απ' το μικρό του χέρι, πήγε στον σταθμό Α, σκάναρε με το πιστόλι το barcode του βιβλίου, έβαλε την τιμή ιντερνέτ και πάτησε εκτύπωση, πήγε στον άλλο σταθμό απέναντι, δηλαδή στο σταθμό εργασίας Γ, δίπλα απ' την είσοδο, άρπαξε το χαρτί απ' τον εκτυπωτή – παρατήρησε πως κι εκεί υπήρχε άλλο ένα υγρό σημάδι στο πάτωμα, δεν ήταν ο μόνος, τελικά, που έφτυνε ροχάλες στα πατώματα – και το έβαλε, πάλι, μαζί με το βιβλίο, στο μικρό χέρι του νάνου. Δεν είχε τίποτα με τους νάνους, κι εκείνοι ήταν το ίδιο ακριβώς ηλίθιοι όπως όλοι οι υπόλοιποι, σκέφτηκε. «Ν' ακυρώσουμε και την παραγγελία ήηηηη....» είπε ο νάνος. «Ναι, μόλις πάτε στο ταμείο, θα τους δώσετε τον αριθμό παραγγελίας σας να την ακυρώσουν» είπε ο Μουκοβίνας κι έκλασε λίγο πάλι, τώρα λόγω εκνευρισμού και ανυπομονησίας. Ήθελε να χτυπήσει το νάνο με το πιστόλι του σκαναρίσματος – αναρωτιόταν αν έβγαζε ήχο το κεφάλι του και τι ήχο θα έβγαζε. «Είναι ακύρωση ή ούτως ή άλλως από εσάς θα ερχόταν σε μένα...» είπε ο νάνος με αγωνία σχεδόν, γιατί είχε ήδη ψυχανεμισθεί την δυσαρέσκεια του υπαλλήλου δίπλα του. Ο Μουκοβίνας δεν ήθελε να καταλάβει τι του έλεγε ο κοντός μαλάκας, δεν ήθελε καν ν' ακούει αυτόν εδώ τον βρωμερό νάνο, με τις σαχλές του ερωτήσεις, τις άσκοπες παρατηρήσεις του. Θα έβγαζε το παπούτσι του να τον χτυπήσει στο πρόσωπο με δύναμη, θα του άρπαζε το μικρό του κεφάλι και θα το χτυπούσε με μίσος πάνω στις συσκευές της Απλ, πίσω του ακριβώς, μέχρι να πέσει λιπόθυμος. Ίσως ο κόσμος μετά να ήταν καλύτερος – μείον ένας πούστης. «Οπότε στην ουσία...η διαπεραίωση της παραγγελίας είναι...» συνέχιζε να μουρμουρίζει ο νάνος, «Όχι, όχι, όχι...κανονικά πρέπει να περιμένετε...αυτό τώρα που κάνω...υποτίθεται είναι παρατυπία...αλλά» είπε ο Μουκοβίνας και κοίταξε βλοσυρά το νάνο. Η μουσική έμπαινε μέσα στ' αυτιά του και τον σκότωνε, του προκαλούσε καρκίνο. «Το κάνουμε για να εξυπηρετηθείτε». «Ναι...» είπε ο νάνος. «Δεν αλλάζει κάτι...» είπε ο Μουκοβίνας. Ο νάνος δεν έφευγε με τίποτα. «Ναι...κι εγώ το σκέφτηκα...μήπως...την εκτελέσατε την παραγγελία σε χρόνο...πραγματικό χρόνο...δηλαδή...». «Όχι. Όχι...κανονικά πρέπει να περιμένετε...να σας έρθει ένα μήνυμα που να σας λέει ότι το...είναι στο κατάστημα». «Ναι». «Ναι». «Δεν φαίνεται καλά ο αριθμός όμως» είπε ο νάνος και του έδειξε το εκτυπωμένο χαρτί. «Μια χαρά φαίνεται. Θα το σκανάρουν στο ταμείο, μην ανησυχείτε...κύριε». Ο νάνος μουρμούρισε ένα ευχαριστώ και ο Μουκοβίνας του έκανε ένα κρυφό κωλοδάχτυλο μέσα απ' την τσέπη του κοτλέ του παντελονιού, έβηξε μία φορά, μετά έβηξε άλλη μία, άρχισε πάλι να σέρνει τα πόδια του πάνω στο πλακάκι, ο φύλακας τον κοιτούσε και χαμογελούσε σαν ζόμπι – ο φύλακας ήταν σχεδόν πάντα χαμογελαστός, τόσο που τον ανατρίχιαζε – έφτασε μέχρι το σταθμό Α, έκανε μία πιρουέτα, μία φωνή όμως ακούστηκε από πίσω του, «Να ρωτήσουμε κάτι...Καστοριάδη έχετε;» είπε μία ηλικιωμένη γυναίκα με αθλητική φόρμα και μεγάλα, χρυσά σκουλαρίκια. Εκείνος την κοίταξε αδιάφορα, με σιχαμάρα, «έχει κάπου βιβλία...εεε...είχε γράψει ένα πριν...εεε...», δεν είπε τίποτα, έκανε άλλη μία πιρουέτα, πήγε πάλι προς το άθλιο ράφι της φιλοσοφίας, της έδειξε με το δάχτυλο, χωρίς να κάνει τον κόπο να το βγάλει, το ένα και μοναδικό του βιβλίο. «Καστοριάδη έχουμε δω» είπε μ' απίστευτη απάθεια. Σίγουρα θα υπήρχαν κι άλλα βιβλία του από πίσω αλλά δεν έμπαινε καν στη διαδικασία να σκύψει γιατί πονούσε η μέση του. «Αυτά τα βιβλία είναι...» πήγε να πει η γριά με τα σκουλαρίκια αλλά εκείνος είχε ήδη κάνει μεταβολή, μετά μία ντρίμπλα και βρισκόταν πάλι στο διάδρομο.
     Η κύρια διαφήμιση του καταστήματος – εκείνη που έπαιζε και στην τηλεόραση – άρχισε πάλι να παίζει σε πολύ μεγάλη ένταση. Ο Μουκοβίνας έτρεξε πάλι προς την Αγία των Φοριαμών· μέσα, εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν ο Αρχιταμείας Κουρήτης Πατζαράκης μαζί με τον προϊστάμενο των υπολογιστών Ριφ Ραφ, κάτι έλεγαν, κάτι που στ' αυτιά του Μουκοβίνα φάνηκε εντελώς ακαταλαβίστικο. «Η Παναγιά μαζί σου...» είπε ο Ριφ Ραφ. Ο Κουρήτης χαμογέλασε και βγήκε απ' την πόρτα της κουζίνας. Δεν έδωσε σημασία στον Μουκοβίνα. «Ο Θεός μαζί μας» είπε πάλι ο Ριφ Ραφ και μετά βγήκε κι εκείνος έξω, χωρίς καν να κοιτάξει τον Μουκοβίνα. Ο Μουκοβίνας έκανε το σημάδι του μαλάκα με το χέρι του, άρπαξε ένα πλαστικό ποτηράκι και το γέμισε νερό Κρήτης απ' τον ψύκτη, έριξε μερικά «πω ρε πούστη μου» και μερικά «άντε γαμήσου», ήπιε νερό, φύσηξε πάλι τη μύτη του σε χαρτί κουζίνας – η μύτη του πλέον είχε μετατραπεί σε μία κόκκινη μάζα πρησμένου δέρματος από πετσάκι πούτσας νεκρού ελέφαντα. Βγήκε έξω στο πεδίο πωλήσεων. Τώρα η μουσική υπόκρουση, ευτυχώς δηλαδή, είχε χαλαρώσει κάπως, το ντουπ ντουπ ντουπ είχε σταματήσει – άκουγες τώρα μία χαλαρή ηχητική ομελέτα από μαύρες φωνές και ηλεκτρονικά ντραμς και φαντασιωνόσουν μαύρα οπίσθια να κουνιούνται μέσα στο σκοτάδι, γυαλιστερά και λαδωμένα – ο Μουκοβίνας έβηξε άλλη μία φορά, ένας βήχας ξερός και σπαστικός (ο πατέρας του συνήθιζε να του κάνει παρατήρηση κάθε φορά που έβηχε έτσι, πίσω στις αθώες μέρες του νησιού – τον αποκαλούσε κακοπροβάτα, γιατί έμοιαζε, έλεγε ο πατέρας του, με τον ήχο που έβγαζε το γέρικο πρόβατο), δεν πρόλαβε να βγει και μονομιάς ξαναμπήκε μέσα στην Αγία των Φωριαμών για να προστατευτεί από ένα πλασματικό κύμα τρόμου που τον κατέκλυσε ξαφνικά.









    Ο Ριφ Ραφ είναι τώρα στην ώρα του μεσημεριανού, αλλά το μεσημεριανό σήμερα θα είναι, ίου, μία παπαριασμένη κρέπα με χοχλιούς τυλιγμένη σε ασημόχαρτο, που το έχει στριμώξει με σελοτέιπ πίσω απ' την τσέπη της πορτοκαλί του κάπας που είναι φτιαγμένη από μουσαμά, προσπαθεί να φτιάξει τα πράγματα μέσα στην τσέπη του – μικροσκοπικό στικάκι usb, καραμέλες για το λαιμό Χολς, ένα κουτί με ζελέ για τα μαλλιά, δύο πιπεριές κι ένα κολοκύθι για σαλάτα, γυαλιά ηλεκτροκόλλησης, μία λιγδωμένη τσατσάρα που πάνω της υπάρχουν τουλάχιστον δύο ψείρες περιστεριών. Ο υποχθόνιος σκοπός του αυτό το κρύο, χειμωνιάτικο μεσημέρι είναι εκείνο το παράταιρο τμήμα της Τεχνολογίας του Πλαισίου που εδρεύει στα Κεντρικά, ούτε αρκετά μεγάλο ούτε και αρκετά γνωστό στο κοινό ώστε να έχει πολύ πελατεία, χτισμένο ακριβώς πίσω από ένα τεράστιο πέτρινο σπίτι κάπου στη Κηφισιά, κάπως απόμερα απ' τις εμπορικές ακτές της Μεσογείων. Όταν τα βογκητά σταματούν και δεν υπάρχουν στον χώρο ραντάρ των Μούλτιτσάμπα σταθμών εργασίας, και η κυκλοφορία των συγκρουόμενων απομιμήσεων οχημάτων δεν είναι πολύ πολύ πυκνή στην κεντρική λεωφόρο του πολυκαταστήματος, μπορείς να αφουγκραστείς τα πουλιά να κελαηδάνε έξω, μαζεμένες στις τεχνητές τους φωλιές που έχουν φτιάξει οι άνθρωποι του Δήμου Αμαρουσίου. Τα πεζοδρόμια είναι πολύ γλιστερά απ' την υγρασία. Είναι εκείνο το πολύ άκαρδο, χαρμανιασμένο, αντιπαθέστατο, στριφνό μεσημέρι, ένα δισεκατομμύριο τρωκτικά, υποθάλπουν με πολύ προσοχή την βαρεμάρα τους και κάποιοι από εκείνους το ξέρουν, είναι πλήθος εκείνοι που βρίσκονται ήδη στο τρίτο κουτάκι Ρεντ Μπουλ με βότκα ή Μάνστερ με καφέ, γεγονός που δημιουργεί μία κάποια ατμόσφαιρα αηδίας. Αλλά ο Ριφ Ραφ, μπαίνοντας μέσα απ' την καλά φυλαγμένη είσοδο (ολόκληρες ακατανόητες κατασκευές από πρόβιο μαλλί έχουν φτιαχτεί για να εντυπωσιάζουν γόνους ημίθεων παιδιών), δεν είναι ικανός να αισθανθεί τίποτα απ' όλα αυτά: παλεύει να ανασυντάξει τις σκέψεις του και να βρει καλά ψέματα για την περίπτωση που θα τον πάρουν χαμπάρι, όχι πως φοβάται απλά...Η Τζενούλα στον πάγκο της υποδοχής, που της τρέχει λίγο ροζ υγρό από την άκρη του στόματος της – πιθανότατα ταμπάκο με γεύση Μπιγκ Μπαμπλ – φοράει γυαλιά μυωπίας, υπάλληλος της Ανασύνταξης Μελών Της Αντίστασης Του Υπηρεσιακού Καθήκοντος, του κάνει νόημα να ανέβει τις σκάλες. Ιδρωμένοι υπεύθυνοι τμημάτων έχουν μπει στην πορεία τους για έκτακτες συναντήσεις προσωπικού, χέστρες, κανένα ποταπό μισάωρο διάλειμμα κατάποσης καφέ, χαιρετούν με το κεφάλι, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να ξέρουν ακριβώς ποιος είναι, είναι γνωστή μούρη, φίλος με τον Τάδε, φιλαράκια απ' την ΑΣΟΕ μάλλον, εκείνου του υπο-προϊστάμενου του τμήματος που εργάζεται στο τέλος του διαδρόμου της ΣΕΡΑΦΙΝΟ...Το παλιό υποκατάστημα έχει σμικρυνθεί απ' τους καπήλους του πολέμου. ΣΕΡΑΦΙΝΟ σημαίνει Σέκτα Ραντάρ Φίλων Νομίσματος. Είναι μία σφηκοφωλιά από χαρτί, πλαστικό και άδειων συσκευασιών αναψυκτικών, προς το παρόν σχεδόν υπό διάλυση, με τα μαύρα του λάπτοπ χοντρά σαν σοκολάτες Τομπλερόνε. Το πάτωμα είναι ένα τσιμεντένιο πράγμα, βαμμένο μαύρο, πουθενά δεν υπάρχουν παράθυρα: το φως είναι κάτι ξεχαρβαλωμένες λάμπες νέον που κρέμονται πολύ κοντά στο κεφάλι σου, ένας φως χωρίς έλεος. Ο Ριφ Ραφ κοιτάει το γραφείο που έχει δοθεί στον παλιό του φίλο απ' το Ντιρί, τον υπο-προϊστάμενο Πατ Ολέσκο. Δεν είναι κανείς εκεί. Ο Ολέσκο και ο Αλβάνας έχουν ξεπορτίσει για το μεσημεριανό τους. Τέλεια. Βγάλε λοιπόν παιδί μου το μικρό σου στικάκι που είναι μία πλαστική ρέπλικα του σώματος της Μπρίτνεϊ Σπίαρς, χώσε το μέσα στη θύρα, βρες το φάκελο, μπράβο...εύγε...Θα πρέπει να υπάρχουν τέτοια αχούρια σ' όλο το Αττικό Θέατρο Γεγονότων: μόνο οι τρεις τοίχοι από ψευδοροφή, λεκιασμένοι και φαγωμένοι στις γωνίες, χωρίς όμως ταβάνι. Ο Ολέσκο το μοιράζεται μ' έναν Αλβανό συνάδελφο, τον Υπο-προϊστάμενο Βότκα. Τα γραφεία τους είναι σαν δύο αδέρφια από άλλη μάνα. Εκείνο του Ολέσκο είναι τακτοποιημένο σε σημείο γυαλάδας, ενώ εκείνο του Βότκα είναι ένα μαύρο χάλι. Η κάποτε κόντρα πλακέ επιφάνεια του έχει να τακτοποιηθεί από το 2008. Εκατοντάδες πράγματα έχουν κατακάτσει σε στρώματα, πάνω σ' ένα θεμέλιο ύπουλης σάλτσας που έχει κολλήσει από κάτω, φτιαγμένη από χιλιάδες ξύσματα σιλικόνης, φλούδες από μπανάνες, ξεραμένους ποταμούς από σιρόπι, ίχνη σπέρματος, βουνά από στάχτη τσιγάρων, περιτυλίγματα από συσκευασίες μελανιών εκτυπωτή, βενζινόκολλα ανακατεμένη με χάπια Ζάναξ, ζιπέλαιο και τρίμμα από γλειφιτζούρι Τσούπα Τσουπ. Από πάνω υπάρχει ένα πασπαλισμένο στρώμα από πινέζες, στυλό που δεν γράφουν πια, κουτιά από σπίρτα, άδεια πακέτα τσιγάρα, τρίχες, κλωστές, αναπτήρες, χαρτάκια ποστ, γόπες, μολύβια, ένα σπασμένο ψαλίδι, κουταλάκια του γλυκού, καραμέλες που του είχε στείλει μία θεία του Βότκα, η Τόνι Τονέλα από τα Τίρανα, κομμάτια μονωτικής ταινίας, κιμωλίες...αποδείξεις, εκτυπωμένα ηλεκτρονικά κουράδια απ' το 2009, διαφημιστικά σούπερ μάρκετ, φύλλα καρμπόν...πάνω από αυτά υπάρχουν σελίδες από τραγούδια για άρπα, ανάμεσα σ' αυτά βρίσκει περίοπτη θέση ο Μενούσης, ένα άδειο μπουκάλι NyQuil, ένα μπουκαλάκι πόπερς οχτώ μηνών, κομμάτια από τρισδιάστατο παζλ που απεικονίζει την Ακρόπολη κάπως αποτυχημένα, κομμάτια από ύφασμα ρόμπας, λουλούδια μέσα σ' ένα γαλάζιο φόντο, σύννεφα, δόρατα, εκρήξεις (μπορεί και να ήταν φουσκάλες), πλαστικά πιν απ...ένα κομμάτι μπούτι κοτόπουλου, μερικές σελίδες από μία προπέρσινη απογραφή του υποκαταστήματος στου Ζωγράφου, μία σπασμένη χορδή μπαγλαμά, χαρτάκια με ποδοσφαιριστές Πανίνι πίσω από το 1993, κομμάτια ενός σπασμένου μεγεθυντικού φακού, το καπάκι από βαφή για παπούτσια Κάμελ, μέσα στο οποίο ο Βότκα κοιτάει που και που το χτένισμα του, τετράδια με καταγεγραμμένες παραγγελίες πελατών, αναφορές της ΣΕΡΑΦΙΝΟ – ένα εγχειρίδιο πωλήσεων του Πλαισίου, ένα ειδικό βιβλίο με συντεταγμένες αποθήκης – και συνήθως, εκτός κι αν κάποιος το κάνει χαρτοπόλεμο ή χαρτοπετσέτα, έναν Οικονομολόγο – ο Βότκα είναι φανατικός συνδρομητής της αγγλικής έκδοσης. Κρεμασμένος στον τοίχο δίπλα απ' το γραφείο του Βότκα  υπάρχει ένας χάρτης της Αθήνας, που τώρα ο Ριφ Ραφ αντιγράφει απ' τον υπολογιστή του, στην ηλεκτρονική του μορφή. Η κάπα του έχει κάπως κατσαρώσει απ' τη ζέστη εκεί μέσα, και το μικρό δωμάτιο έχει γεμίσει απ' τη μυρωδιά του ψητού χοχλιού. Τι να κάνει; Μήπως να ρουφήξει λίγο ακόμα απ' το βιξ που κουβαλάει πάντα μαζί του για να καλύψει τη μυρωδιά; Δεν μπαίνει πολύς αέρας εδώ μέσα, σίγουρα κάποιος θα καταλάβει κάτι. Περιμένει ακόμα την μεταφορά του αρχείου – αν κάποιος μπουκάρει, αρπάζεις το ποντίκι του υπολογιστή, και κάνεις πως σερφάρεις στο ιντερνέτ ενώ χαζεύεις τον τοξικό ουρανό του ταβανιού σφυρίζοντας αδιάφορα σαν λάτρης του ρυζιού από ανάγκη. Είναι βλακεία που όποιος μπήκε χορηγός σε όλο αυτό δεν έδωσε κάτι παραπάνω για ένα λίγο πιο καλό  και γρήγορο στικάκι. Ο Ριφ Ραφ αναρωτιέται αν όντως θα είχε καμία διαφορά στην ταχύτητα της μεταφοράς των δεδομένων, επίσης δεν ξέρει κανέναν που να μπορεί να του απαντήσει. Όλα εκείνα τα κολλημένα σταυρουδάκια στον χάρτη του Βότκα καλύπτουν όλες τις επιφάνειες και τα υφάσματα των Σουτουών, ξεκινώντας απ' την προβιά προβάτου (με την επιγραφή «Μίμης»), που σχηματίζουν το σήμα της Ορθοδοξίας σε συνδυασμό με τον Πέτρο, μαλλί γίδας, και Λούλης, συνθετικό, και καθώς το βλέμμα ξαπλώνει στο Παύλος, Σέργιος, Βάκχος, δύο Κατερίνες – όλη αυτή η περιοχή κυρίως από βαμβάκι – ένας λαβύρινθος κοντά στο Σύνταγμα, μία πολυεστερική παράνοια δίπλα απ' το Σταθμό Λαρίσης, ένα σύννεφο που πιάνει μέχρι την Καλλιθέα, το Φάληρο, και πέρα ως τη Γλυφάδα και τη Βούλα – προς όλες τις κατευθύνσεις πάει αυτό το γλυπτό από κλωστή, ραμμένο, κολλημένο και διασπασμένο το σύμπαν από Μαρίες, Κωστήδες, Μαρίνες, Δημήτρηδες, Μπαρμπαρέλες, στοές, σχήματα και πάλι στοές αλλά και κάτι άλλα σήματα που μοιάζουν με εισόδους υπονόμων. Ίσως τα υφάσματα και οι υφές τους να είναι απλώς τυχαία, όχι σχεδιασμένα προσεχτικά. Ίσως οι άνθρωποι που αντιπροσωπεύουν, τα πρόσωπα, να μην είναι καν υπαρχτά. Απ' τον Ολέσκο, μετά από μήνες δήθεν τυχαίων ερωτήσεων (γνωρίζουμε πως ήταν φίλος σου, αλλά είναι πολύ επικίνδυνο να τον ρωτήσεις ευθέως παίρνοντας βλέμμα κουταβιού), ο Ριφ Ραφ ξέρει μόνο πως ο Βότκα άρχισε να εργάζεται πάνω σ' αυτόν το χάρτη πριν από ένα χρόνο, περίπου τότε που ξεκίνησε να παρευρίσκεται (κατόπιν εορτής φυσικά) σ' όλες τις ξαφνικές επιθέσεις από Κουνταμπάφερ για την ΣΕΡΑΦΙΝΟ – προφανώς ανακαλύπτοντας, στα ταξίδια του ανάμεσα σε μέρη βαρεμάρας, Απόλυτου Κλεψίματος και φόβου, χρόνο για να κυνηγήσει έρωτες και των δύο φίλων μιας και ως γνωστόν ο Βότκα ήταν  διάσημος αμφισεξουάλας των ΒΠ. Αν υπάρχει κάποιος λόγος που κρεμάει σταυρουδάκια από ύφασμα κάθε λίγες μέρες, ο φίλος δεν το έχει εξηγήσει – δεν φαίνεται να είναι για «ορθόδοξη μούρη», ο Ολέσκο είναι ο μόνος που ρίχνει κανένα βλέφαρο στο χάρτη, κι αυτό με το ύφος ενός ερασιτέχνη ψυχαναλυτή - «Άλλο ένα αθώο, Αλβανικό νάζι» λέει στον φίλο του τον Ριφ Ραφ. «Μπορεί να το κάνει για να μην ξεχνάει. Η σεξουαλικότητα του είναι κάπως ασταθής», και κάπου εδώ αρχίζει να λέει την ιστορία του Λαέρτη και της Ελένης, του Πίπη του ομοφυλόφιλου περιπτερά και του ντιβανιού με τον κρυμμένο θησαυρό της Βαρβακείου, ή εκείνη την αλλόκοτη περίπτωση φαντασμαγορίας με την Νάνσι που ήταν να μείνει στο ράφι αλλά δεν την άφηνε η κόκα να σκαρφαλώσει οριστικά και αμετάκλητα εκεί πάνω, ένα Στοίχημα που πήγε στον κουβά μεταξύ ΑΕΚ και ΟΦΗ, μία πονηρή ταινία-διασκευή της Σταχτοπούτας της Ντίσνεϊ στο Πόρνχαμπ και μία ξακουστή βροχή του Ρίο Ντε Τζανέιρο ιδωμένη μέσα απ' το τρίκυκλο ταξί του Πακιστανού Ραμουάλντο. Καμία όμως από εκείνες τις μισοτελειωμένες ιστορίες, για τους σκοπούς εκείνων στους οποίους ο Ριφ Ραφ δίνει λογαριασμό, δεν ήταν και πολύ χρήσιμη...Θεσπέσια. Μόλις τελείωσε η μεταφορά των αρχείων. Η κάπα τυλιγμένη καλά, φώτα κλειστά και υπολογιστής σε αναμονή, όπως τον βρήκε. Ίσως και να προλαβαίνει τον Ολέσκο στο Μπόιλ για ένα χαλαρό, παγωμένο ποτήρι ρακί. Εξέρχεται από το χάος των χωρισμάτων, κάτω από το ικτερικό νέον φως, ενώ εισέρχεται ένα αίσχος από κορίτσια με κατσαρωτές γαλότσες και ομπρέλες με στρας, αλλά ο τρελαμένος Ριφ Ραφ, μένει να κρατάει χαρακτήρα, τώρα βλέπεις δεν έχει ώρα για φιλάκια και τσιμπήματα σε ποπουδάκια, έχει να δώσει αναφορά...






     

2013-2011

-14/8/13 - εικονική πραγματικότητα στο bibliotheque
-17/4/13 - γυμνά τρολ - ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΣΕ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
-25/12/12 - νέο βιβλίο - Με την ψυχή στην κάλτσα.
-31/8/12 - Ο Todd Solondz είναι όρκα φάλαινα πλέον - OUGH!
-22/8/12 - σχόλιο στη Lifo Ευθύμης Φιλίππου κάτι τέτοιο.
-19/8/12 - κράξιμο από Marie Calloway στο Fb.
-17/8/12 - "ένα οριακά καταθλιπτικό Μποφκ προσπαθεί να περάσει σε άλλη διάσταση μετά από την κατάποση δύο Xanax των 2 mg".
-6/8/12 - “πρόβατο που θέλει να κάνει εμετό και κοιτάει ένα τυχαίο ιπτάμενο xanax των 2 mg”
- 3/8/12 - σχόλιο lifo σωτάκης κάτι.
-29/7/12 - τυχαίο δείγμα νέας νουβέλας.
-20/7/12 - Το καινούριο αυτοκίνητο (μαμά VS μιχάλης).
-21/6/12 - Απογοητευμένο tarsier στο OUGH!
-16/5/2012 - To σχεδόν σουρωμένο αξολότλ στο OUGH!
-16/5/2012 - Μόλις τελείωσαν οι πρώτες διορθώσεις για το νέο μου μυθιστόρημα.
-12/5/2012 - δείγμα 22 λέξεων από νέο μυθιστόρημα στο ΑΤΑΞ κ ΤΑΡΑΞΑΚΟ.
-αντιχριστιανικό sloth στο OUGH!
-9/4/2012 - σχόλιο lifo οίκος ανοχής κάτι.
-6/4/2012 - ποστ στο ταραξακο τζένι μπότσι.
-3/4/2012 - φρουτοσέξ στο OUGH!.
-28/3/2012 - λίμαξ φλάβους στο OUGH!
-21/3/2012 - σχόλιο Athens Magazine κάτι.
-20/3/2012 - λεξοτανίλ στο OUGH!
-17/3/2012 - lifo σχόλιο σάρα ουότερς κάτι.
-12/3/2012 - στήλη ough! - ζώα και φυτά και άλλα πράγματα - πίθηκος.
-9/3/2012 - σχόλιο στη lifo Didion κάτι τέτοιο.
-7/3/2012 - Δες το vimeo μου.
-5/3/2012 - αρκούδα yo la tengo - ζώα και φυτά και άλλα πράγματα.
-3/3/2012 - σχόλιο στη Lifo Χρυσόπουλος κάτι τέτοιο.
-1/3/2012 - σχόλιο στη Lifo Stephen Hawking/στριπτίζ κάτι.
-29/2/2012 - σχόλιο στη Lifo Weinstein κάτι τέτοιο.
-εβδομαδιαία νέα στήλη/ζώα και φυτά και άλλα πράγματα στο OUGH!.
-25/2/2012 - Σχόλιο Lifestyle κάτι στη Lifo.
-23/2/2012 - Σχόλιο Ζατέλι κάτι τέτοιο στη Lifo.
-22/2/2012 - Σχόλιο Athens Voice κάτι με πολιτική νομίζω.
-21/2/2012 - Σχόλιο Μουρακάμι κάτι τέτοιο στη Lifo.
-20/2/2012 - Σχόλιο Lifo Αλέξης Σταμάτης κάτι τέτοιο.
-18/2/2012 - Σχόλιο Lifo Σοφία Νικολαϊδου κάτι τέτοιο.
-17/2/2012 - σύντομη ιστορία ζώου- ο αχινός που έχει μονίμως κόκκινα μάτια-άταξ και ταραξάκο.
-14/2/2012 - τουίτερ feed.
-13/2/2012 - Σχόλιο στη Lifo Μεταχειρισμένα βιβλία κάτι τέτοιο.
-8/2/2012 Σχόλιο στη Lifo Σώτη Τριανταφύλλου κάτι τέτοιο.
- 6/2/2012 Κλείσιμο λογαριασμού YouTube από Google.
- 20/1/2012 -Σύντομη ιστορία Μπέκετ - Άταξ και Ταραξάκο.




συνεντευξεις

Γκρέκα (Απρίλης 2014)

Ο αναγνώστης (Μάρτιος 2014)

Σκουπιδοφάγος (Μάρτιος 2013)

An Acolyte's Dream (Σεπτέμβριος 2011)